Αντωνίου Χατζόπουλου, ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ , 2011
Σήμερα η Εκκλησία μας τιμά και
γεραίρει, πέρα από τις ξεχωριστές τους γιορτές τους γιορτές, τους τρεις Ιεράρχες:Τον Άγιο
Βασίλειο τον Μέγα το Γρηγόριο το Θεολόγο
και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο.
Και οι τρεις είναι γόνοι του
ανατολικού Χριστιανισμού: Συρία (όπου οι μαθητές ρου Χριστού πήραν πρώτη φορά
την ονομασία Χριστιανοί) και
Καππαδοκία που ταυτίζεται με την γνήσια
πατερική σκέψη.
Και οι τρεις είναι ένδοξοι οικουμενικοί-παγκόσμιοι
διδάσκαλοι: την «οικουμένην πάσαν
θεογνωσίας νάματι καταρδέυσαντας».
Και οι τρεις συνδυάζουν την πράξη
με τη θεωρία, την βίωση του Ευαγγελίου με τη γνώση και επίλυση των προβλημάτων
του ανθρώπου που υποφέρει.
Περίπου 500 χρόνια μετά το θάνατό του ξεκινάει μία μακροχρόνια
και μάταια συζήτηση για το ποιος είχε
το μεγαλύτερο πνευματικό ανάστημα. Η συζήτηση καταλήγει στον από κοινού
εορτασμό στις 30 Ιανουαρίου.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι
πρόγονοί μας καθιέρωσαν τη μέρα αυτή ως
μέρα των Ελληνικών γραμμάτων, ως σχολική εορτή. Ο λόγος για τον οποίο το
έπραξαν είναι σαφής: ο Μέγας Βασίλειος σπούδασε φιλοσοφία, ιατρική, αστρονομία,
νομικές επιστήμες, μουσική.Ο Ι. ο Χρυσόστομος γνώστης της ιουδαϊκής και της
ελληνικής γραμματείας, άριστος ρήτορας γράφει τα πλέον διαχρονικά και άριστα
συγγράμματα.
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος είναι ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές
και λογοτέχνες της Εκκλησίας.
Και οι τρεις είναι παρόντες
σχεδόν σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία
που δοξολογούμε το Θεό: Ο Βασίλειος και
ο Χρυσόστομος με τα κείμενα των ιερών λειτουργιών και ο Γρηγόριος με την
ποίησή του.
Ο λαός μας διακρίνεται για την
προσήλωσή του στις παραδόσεις του. Δεν είναι η χριστιανική παράδοση ένα
μουσειακό είδος, ούτε η νεκρανάσταση ηθών και εθίμων. Είναι η διαχρονική προσήλωση, μία συνεχής
μνήμη, μία αδιάκοπη βίωση.Από τους θησαυρούς του παρελθόντος ζούμε το παρόν
και εμπλουτίζουμε το μέλλον. Σ’ αυτή την
εκκλησιαστική παράδοση τοποθετείται και η γιορτή που τιμούμε σήμερα. Στα πρόσωπά τους τιμούμε
την τρισήλιο Θεότητα, το Θεό των όλων που τους ανέδειξε φωστήρες της
Οικουμένης, για χάρη μας για χάρη του ανθρώπου.
Με τους τρεις Ιεράρχες βιώνουμε
την παράδοση: οι εκατοντάδες τόμοι που περιέχουν τα ποικίλα σε περιεχόμενα έργα
των πατέρων που μιλούν στην καρδιά του ανθρώπου κάθε εποχής: Είναι μεταφρασμένα
σε δεκάδες γλώσσες, αμέτρητοι επιστήμονες (θετικών και θεωρητικών επιστημών)
σχολιάζουν και θαυμάζουν τα έργα τους.
Άπειρα είναι όμως και τα έργα που
γράφτηκαν και γράφονται γι’ αυτούς. Η σύγχρονη κοινωνία βρίσκει ερείσματα στις
σοφές διδασκαλίες, αλλά και στον τρόπο ζωής των τριών Ιεραρχών.
Βλέποντας
τη λιτή μοναχική ζωή
του Μ. Βασιλείου (ατομική του περιουσία ήταν ένα βιβλίο και το ράσο του)
αναθεωρούμε
το μοντέλο της σπάταλης και καταναλωτικής τάσης του ανθρώπου.
Διδασκόμαστε από
την παροιμιώδη φιλανθρωπία του ιδίου. Είναι ο πρώτος οργανωτής
νοσοκομείου-ορφανοτροφείου. Αναθεωρούμε και παραδειγματιζόμαστε για τον
ενδεχόμενο
ατομικισμό μας και στρεφόμαστε προς τον πλησίον όπου και να βρίσκεται
γεωγραφικά. Πολλές φορές αποδείχτηκε περίτρανα ότι ο λαός μας
διακατέχεται από φιλάνθρωπα αισθήματα προς
τους ανθρώπους που υποφέρουν από φυσικές
καταστροφές, από πείνα, πολέμους και αρρώστιες.
Ο Μ. Βασίλειος δε δίσταζε ακόμη
και λεπρούς να ασπαστεί ενώ πολλές φορές
η σύγχρονη κοινωνία θέτει στο περιθώριο όχι μόνο αυτούς που πάσχουν από
μεταδοτικά νοσήματα, αλλά και αυτούς που έχουν διαφορετική άποψη και γνώμη.
Όλοι μας, οι άρχοντες και οι
αρχόμενοι ας παραδειγματιστούμε από τη δικαιοσύνη του Θεού που είχε κάνει πράξη ο Ιωάννης ο
Χρυσόστομος. Πολλοί ηγέτες και άρχοντες αλλοτρίωναν και αλλοτριώνουν το θέλημα
του Θεού, τον εμφανίζουν ως Θεό του
πολέμου. Ας ακούσουν όμως τα λόγια του Ιερού
Χρυσοστόμου: δεν είναι ο Θεός των Χριστιανών θεός του πολέμου, αλλά της
ειρήνης. Και ο Βασίλειος στο έργο του «ότι
ουκ εστί αίτιος των κακών ο Θεός» επεξηγεί το γιατί δεν πρέπει να αποδίδονται στο Θεό οι άδικες πράξεις και ενέργειες των
ανθρώπων.
Είναι όμορφο, αλλά και εύκολο να καυχάται κανείς για τη δόξα των προγόνων του. Καυχόμαστε και
εμείς οι έλληνες για τους Τρεις Ιεράρχες που ανήκουν στο γένος
μας. Δεν πρέπει όμως να επαναπαυόμαστε
στη δόξα των προγόνων και των αγίων της Εκκλησίας, αλλά και εμείς προσωπικά με
τα ευγενικά μας έργα τα και τα ειρηνικά
να φανούμε άξιοι κληρονόμοι τους.
Αντώνιος Χατζόπουλος, 2011
Σεβασμ. Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου,
δρ Αντώνιος Χατζόπουλος, Θέματα ελληνοτουρκικού ενδιαφέροντος στα
σχολικά βιβλία Ιστορίας Ελλάδας-Τουρκίας
Πρακτικά 2ου Συνεδρίου Περ. δ/σης εκ/σης Ηπείρου, 21 Οκτ. 2007.(Αναφορά: Περιοδικό ΕΨΙΛΟΝ,Ελευθεροτυπία, 6.2.2011,σελ.80-81)
Σκοπός της εργασίας αυτής είναι η
παρουσίαση του τρόπου συγγραφής των ιστορικών γεγονότων που αφορούν τις δύο γειτονικές χώρες, στα σχολικά βιβλία
ιστορίας Πρωτοβάθμιας (ΠΕ) και Δευτεροβάθμιας
(ΔΕ) εκπαίδευσης Ελλάδας και Τουρκίας. Και ναι μεν η συζήτηση για το παλιό ελληνικό βιβλίο ιστορίας της
έκτης Δημοτικού έχει κοπάσει, ή μάλλον θα
συνεχιστεί για κάποιο άλλο βιβλίο στο μέλλον, από την άλλη πλευρά
δε θα πρέπει να λησμονείται το γεγονός
ότι η συζήτηση γύρω από την σχολική ύλη διδασκαλίας της ιστορίας μας και για τους σκοπούς της, είναι και θα είναι πάντα επίκαιρη. Αυτό φυσικά ισχύει
και για τα βιβλία ιστορίας των
γειτονικών λαών, όπου υπάρχει συνεχής
συζήτηση για τον τρόπο συγγραφής τους, αλλά και τη διδακτική μεθοδολογία που
πρέπει να ακολουθηθεί. Στη γειτονική Τουρκία, τα βιβλία ιστορίας, αλλά και διδακτικά εγχειρίδια
άλλων μαθημάτων συχνά προκαλούν εσωτερικές αντιπαραθέσεις.
Κίνητρο για την παρούσα προσπάθεια αποτέλεσε το συνεχές ενδιαφέρον των ελλήνων εκπαιδευτικών, για το τι ακριβώς γράφουν
και πώς ¨βλέπουν¨ τα τουρκικά βιβλία σημαντικά κοινά ιστορικά γεγονότα: την
ελληνική Επανάσταση, την μικρασιατική καταστροφή, τις μειονότητες και διάφορα άλλα θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Η
παρούσα δεν έχει ως αφετηρία την σχετική με τα σχολικά βιβλία επικαιρότητα
αυτή καθεαυτή, αλλά ούτε τις συζητήσεις και τους γενικούς αφορισμούς και
καταδίκες που αναβιώνουν από καιρό σε
καιρό για το α’ ή β’ σχολικό εγχειρίδιο, ελληνικό ή τουρκικό. Η γενική συνοπτική-συγκριτική αντιπαραβολή
των νέων σχολικών βιβλίων ιστορίας Ελλάδας Τουρκίας, και κυρίως των
σχετικών με τα ελληνοτουρκικά ζητήματα αναφορών, δίνει τη δυνατότητα μίας αντικειμενικής προσέγγισης της
διδασκαλίας της Ιστορίας. Είναι
αυτονόητο ότι δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στα βιβλία της τουρκικής πλευράς, τα
οποία είναι σχεδόν άγνωστα στον ελληνικό εκπαιδευτικό κόσμο. Στόχο μας ακόμη αποτελεί
και η κατά το δυνατό απάντηση στο ερώτημα: τι αποκομίζουν σχετικά με τους γείτονές τους οι Έλληνες και
οι Τούρκοι μαθητές και μαθήτριες αντίστοιχα, μετά την αποφοίτησή τους από το
σχολείο. Είναι έξω από τις προθέσεις μας
η απόρριψη, η καταδίκη και ο αφορισμός
οποιουδήποτε βιβλίου, ελληνικού ή τουρκικού. Η παράθεση επαρκών αποσπασμάτων, αλλά και των
γενικών θέσεων των βιβλίων μπορούν να
οδηγήσουν τον αντικειμενικό και νηφάλιο αναγνώστη σε προσωπικά συμπεράσματα.
Συγκριτική προσπάθεια των
νεοκδοθέντων σχολικών βιβλίων ιστορίας Ελλάδας- Τουρκίας του σχολικού έτους 2007-8 γίνεται για πρώτη φορά[1]. Αξιολογούνται
αφ΄ ενός, το γενικό περιεχόμενο και αφ΄ ετέρου τα τμήματα της διδακτέας ύλης
που σχετίζονται με ελληνοτουρκικά θέματα.
Αντικείμενο της συνοπτικής και συγκριτικής αυτής παρουσίασης αποτελούν τα
βιβλία της Ιστορίας των δύο
χωρών και όπως αναφέρθηκε τα διδακτικά βιβλία που διδάσκονται φέτος στα σχολεία
των δυο χωρών. Ταυτόχρονα, η ύλη των βιβλίων συνδέεται και με τα Αναλυτικά
Προγράμματα Σπουδών (ΑΠ) .
Από
το Σεπτέμβριο του 2005 επήλθαν σημαντικές αλλαγές και στη γενική δομή της ΠΕ, αλλά και της
ΔΕ στην Τουρκία: η ΠΕ περιλαμβάνει μαζί με το εξατάξιο Δημοτικό και
τις δύο πρώτες τάξεις του Γυμνασίου (Α΄
και Β΄), διαρκεί δηλ. οκτώ συνολικά έτη. Η ΔΕ ξεκινά από την 9η τάξη
(Γ΄ Γυμνασίου), έως τη 12η (Γ’ Λυκείου) διαρκεί δηλ. τέσσερα
έτη, περιλαμβάνοντας την τρίτη Γυμνασίου στο Λύκειο. Έτσι η τουρκική ΠΕ διαρκεί συνολικά 8 χρόνια και η τουρκική ΔΕ 4 χρόνια. Η υποχρεωτική εκπαίδευση είναι η
ΠΕ (1η έως 8η τάξη) και οι αλλαγές που έγιναν έχουν απόλυτη σχέση με
την μεγάλη σχολική διαρροή.
Τα
ΑΠ ιστορίας της τουρκικής ΠΕ έχουν
εγκριθεί τα έτη 2005 και 2006, τα δε ΑΠ
ιστορίας της τουρκικής ΔΕ εγκρίθηκαν τα έτη 1992 και 1993. Έκτοτε όμως έχουν
υποστεί πολλές τροποποιήσεις και με βάση αυτά έχουν γραφεί τα σημερινά βιβλία
ιστορίας.
Σημαντική
πρόοδο στο ελληνικό εκπαιδευτικό
σύστημα αποτέλεσε η αλλαγή των ΑΠ που
έγινε στην υποχρεωτική Εκπαίδευση το
2003. Με τα νέα ΑΠ προωθήθηκαν μεταξύ άλλων ορισμένες αλλαγές που προσαρμόζουν το
εκπαιδευτικό μας σύστημα σε αυτό της ΕΕ και
το καθιστούν περισσότερο δυναμικό και ποιοτικό, διατηρώντας ταυτόχρονα την
εθνική μας ταυτότητα και εθνική αυτογνωσία. Τα νέα δεδομένα επιτρέπουν
στους μαθητές/τριες να αναπτύξουν την
προσωπικότητα τους με κριτική και
διαλεκτική ικανότητα και με διάθεση για συνεργασία και αυτενέργεια.
Αποσκοπούν στο να καλλιεργήσουν μια προσωπικότητα υπεύθυνη, δημοκρατική και
ελεύθερη, με κοινωνικές και ανθρωπιστικές αρχές, χωρίς θρησκευτικές και
πολιτισμικές προκαταλήψεις. Έτσι αναπροσαρμόστηκαν πρωτίστως οι αρχές και οι
σκοποί της εκπαίδευσης και άλλαξαν όλα
τα βιβλία.
Κάθε οργανωμένη πολιτεία καθορίζει τις γενικές αρχές και στόχους της εκπαίδευσης στις οποίες προσανατολίζεται η μορφωτική διαδικασία. Πρωτεύοντα ρόλο, συν
τοις άλλοις, παίζουν οι πολιτισμικές και
θρησκευτικές αξίες, καθώς και οι παραδόσεις κάθε λαού. Σύμφωνα με τα ΑΠ της Τουρκίας οι γενικές βασικές αρχές-σκοποί της τουρκικής
εθνικής εκπαίδευσης [2], είναι μεταξύ άλλων: η ανατροφή πολιτών που θ’ ασπάζονται
τις μεταρρυθμίσεις και τις αρχές του ατατουρκικού εθνικισμού (Atatürk milliyetçiliği), πολιτών που θα ενστερνίζονται και θα καλλιεργούν τις εθνικές, ηθικές, πνευματικές και
πολιτιστικές αξίες του τουρκικού έθνους, θα αγαπούν και θα ανυψώνουν την οικογένεια, την πατρίδα και το έθνος και θα έχουν επίγνωση του καθήκοντός τους απέναντι
στην τουρκική Δημοκρατία, η οποία έχει ως θεμελιώδεις αρχές τα δικαιώματα του
ανθρώπου και τις συνταγματικές επιταγές
του δημοκρατικού, λαϊκού, κοινωνικού και
δίκαιου Κράτους. Υπάρχουν αναφορές και άλλων
θεμελιωδών γενικών αρχών, όπως
περί σωματικής και πνευματικής υγείας, περί ελεύθερης σκέψης, περί ευρύτητας
αντιλήψεων και γαλούχησης ανθρώπων που σέβονται τα δικαιώματα του
ανθρώπου, πολιτών που θα έχουν πρωτοβουλίες και δεξιότητες και
που θα διαβιώνουν εν ευημερία και
ευτυχία, μέσα σε πνεύμα εθνικής ενότητας. Τις παραπάνω θεμελιώδεις γενικές αρχές
της τουρκικής εθνικής παιδείας ακολουθούν άλλες πέντε αρχές που είναι ο
σεβασμός προς τον άνθρωπο, στη σκέψη,
στην ελευθερία, στους έχοντας ηθική, αλλά και προς την πολιτιστική κληρονομιά.
Οι γενικές Αρχές της Ελληνικής Εκπαίδευσης που
καθορίζουν και αναλύουν λεπτομερώς τις
αξίες στις οποίες η ελληνική Πολιτεία στηρίζει το οικοδόμημα της Εκπαίδευσης συμπεριλαμβάνονται στο ΔΕΠΠΣ[3].
Σύμφωνα με την
αρχική εισαγωγική ενότητα υπάρχουν
οι θεμελιώδεις αναγκαίες αρχές που
πρέπει να προωθηθούν και οι οποίες είναι
η ανάπτυξη της προσωπικότητας του μαθητή, η δια βίου ανανέωση γνώσεων και
δεξιοτήτων, η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής
με ίσες ευκαιρίες για όλους
και η καλλιέργεια της συνείδησης του
ευρωπαίου πολίτη. Στις γενικές αρχές της ελληνικής εκπαίδευσης που φυσικά ισχύουν και για το μάθημα
της ιστορίας συμπεριλαμβάνονται
μεταξύ άλλων και η καλλιέργεια των δεξιοτήτων του
μαθητή και η ανάδειξη των ενδιαφερόντων του, η εξασφάλιση ίσων ευκαιριών και
δυνατοτήτων μάθησης για όλους τους μαθητές, η ενίσχυση της πολιτισμικής και γλωσσικής
ταυτότητας στο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, η ευαισθητοποίηση για
την αναγκαιότητα προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και η υιοθέτηση ανάλογων
προτύπων συμπεριφοράς, η ευαισθητοποίηση σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων,
παγκόσμιας ειρήνης, η προαγωγή της δημοκρατίας, κ.ά. Τα
τουρκικά όπως άλλωστε και τα ελληνικά ΑΠ Ιστορίας όλων των βαθμίδων
περιλαμβάνουν και τους σκοπούς του μαθήματος της Ιστορίας. Στα τουρκικά οι κυριότεροι είναι: η κατανόηση του κόσμου
που περιβάλλει τους μαθητές, η
διαφορετικότητα των πολιτισμών, η
συναίσθηση της ευθύνης ότι είναι απόγονοι ανθρώπων που ίδρυσαν μεγάλους
πολιτισμούς, η σημασία του τουρκικού έθνους στην παγκόσμια ιστορία, η αποδοχή
των ικανοτήτων, της εργατικότητας, του φιλότεχνου και της αισθητικής του τουρκικού έθνους, κ.ά
Οι γενικοί σκοποί του ελληνικού μαθήματος της ιστορίας είναι μεταξύ άλλων η καλλιέργεια της ιστορικής
σκέψης και η επιστημονικής μεθοδολογίας, η μετάδοση στις επόμενες γενιές της συλλογικής ιστορικής
μνήμης και της ιστορικής συνείδησης, η γνωριμία με την ιστορική πορεία του ελληνισμού και η οικοδόμηση της εθνικής και πολιτιστικής
ταυτότητας μέσα από τη μελέτη του ελληνικού πολιτισμού.
Συγκρίνοντας
τις βασικές αρχές, τους σκοπούς, τις
προτεραιότητες και αντιλήψεις των δύο ΑΠ, παρατηρούμε ότι καταρχάς
συμπίπτουν στην προσπάθεια της
καλλιέργειας των δεξιοτήτων, στην καλλιέργεια της φυσικής και ψυχικής
ανάπτυξης, στο σεβασμό ανθρώπινων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας, αλλά και
στην καλλιέργεια της ιστορικής συνείδησης. Η ουσιαστική διαφοροποίηση έγκειται
στο γεγονός ότι στα τουρκικά ΑΠ υπάρχει η κυρίαρχη ιδεολογία του Ατατουρκισμού,
καθώς και η προτροπή για πνεύμα εθνικής ενότητας για την επίτευξη των στόχων της παιδείας. Στο
ελληνικό ΑΠ για παράδειγμα κυριαρχεί η
καλλιέργεια της συνείδησης του ευρωπαίου πολίτη που είναι και το
ζητούμενο, ενώ στα αντίστοιχα τουρκικά δεν αναφέρεται καθόλου η λέξη Ευρώπη. Βέβαια τα ΑΠ της Τουρκίας
ενστερνίζονται τις δημοκρατικές αρχές, όπως τα ελληνικά, αλλά παράλληλα διαφοροποιούνται ριζικά καθότι
στοχεύουν στη διαμόρφωση συγκεκριμένου τύπου ανθρώπου και προσωπικότητας με
βάση την κυρίαρχη θέση του Ατατουρκισμού.
Αυτό άλλωστε αναφέρεται και στο ίδιο το αναλυτικό πρόγραμμα ως σκοπός[4],
αλλά φαίνεται και σε όλα τα διδακτικά βιβλία όπου υπάρχουν πολλές σχετικές ενότητες για τον Ατατούρκ.
Στην
τουρκική ΠΕ (Ilk
öğretim), που
είναι και η υποχρεωτική, το μάθημα της ιστορίας φέρει
την ονομασία Tarih = Ιστορία, μόνο στην
τελευταία τάξη της, που είναι η 8η (Β’ Γυμν.). Επίσης ονομάζεται
Ιστορία στις τάξεις 9η (Γ΄Γυμν.), 10η
(Α’ Λυκ.) 11η (Β’ Λυκ.) της
τουρκικής ΔΕ (Οrta öğretim). Στην τελευταία τάξη 12η
(Γ’ Λυκ.) δε διδάσκεται ιστορία. Από
την 1η Δημοτικού μέχρι την 3η
υπάρχει το μάθημα Hayat bilgisi (= Γνώσεις για τη ζωή)
και το αντίστοιχο βιβλίο. Το βιβλίο ήδη
στη 2α τάξη περιέχει ποικίλη
θεματολογία και ιστορικές πληροφορίες κυρίως της
πολεμικής εθνικής ιστορίας της χώρας και βιογραφία του Ατατούρκ. Αντί για μάθημα Ιστορίας από την 4η
τάξη μέχρι και την 7η της τουρκικής ΠΕ έχουμε το μάθημα Sosyal
bilgiler (=Κοινωνικές γνώσεις) και το αντίστοιχο βιβλίο, που επίσης
περιέχει μαζί με άλλη θεματολογία και ιστορικές
αναφορές. Τα βιβλία της 6ης και της 7ης τάξης «Κοινωνικές γνώσεις» θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε τρόπον τινά βιβλία ιστορίας, καθότι ποσοτικά περιέχουν
πολλές ιστορικές γνώσεις, που ασφαλώς συνυπάρχουν με τις κοινωνικές.
Στην
τελευταία τάξη της ΔΕ, που είναι η 8η (Β’ Γυμν.) διδάσκεται το μάθημα «Türkiye Cumhuriyeti İnkilap tarihi ve Atatürkçülük» (=Ιστορία των
Μεταρρυθμίσεων της
Τουρκικής Δημοκρατίας και ο Ατατουρκισμός) με το αντίστοιχο βιβλίο, που
συμπεριλαμβάνει όλες τις μεταρρυθμίσεις του Ατατούρκ για τον εξευρωπαϊσμό της Τουρκίας, τον
απελευθερωτικό πόλεμο και την καθιέρωση
του δημοκρατικού πολιτεύματος. Εξετάζει
το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.
Στην
9η,, 10 και 11 το μάθημα,
όπως αναφέραμε, επιγράφεται μάθημα ιστορίας με τα αντίστοιχα βιβλία. Στην 9η
διδάσκεται αποκλειστικά η γενική τουρκική Ιστορία και στις άλλες δύο
αποκλειστικά η Οθωμανική ιστορία μέχρι την ίδρυση της Δημοκρατίας. Υπάρχει
και το μάθημα επιλογής «İslam tarihi»(=Ιστορία του Ισλάμ) που διδάσκεται κατ’ επιλογή σε θρησκευτικά
σχολεία. Ο Ατατουρκισμός ως
επίσημο κρατικό δόγμα και κοσμοθεωρία διαχέεται σε όλα τα ΑΠ και σχολικά βιβλία, ιδιαίτερα στα βιβλία της ΠΕ. Πολλές
διδακτικές ενότητες είναι αφιερωμένες στη ζωή και το έργο του Ατατούρκ και
τοποθετούνται ανάμεσα σε άλλες ενότητες. Ο ιδρυτής της σύγχρονης Τουρκίας
υπάρχει σε όλα ανεξαιρέτως τα διδακτικά βιβλία, ανεξαρτήτως θέματος και
βαθμίδας εκπαίδευσης. Τα τελευταία χρόνια, κάθε διδακτικό βιβλίο έχει την υποχρέωση εκ του νόμου, αμέσως μετά τον τίτλο του να περιέχει στροφές από τον εθνικό ύμνο σε
σελίδα μαζί με τη σημαία, την «προσλαλιά
του Ατατούρκ προς την τουρκική νεότητα» και στη συνέχεια ολοσέλιδο πορτρέτο
του. Στην Τουρκία παρατηρούμε συχνές αλλαγές και αναπροσαρμογές περιεχομένου των
διδακτικών βιβλίων και τα φετινά βιβλία έχουν
εγκριθεί για πέντε χρόνια.
Στην
ελληνική ΠΕ και την ΔΕ το μάθημα φέρει την ονομασία μάθημα Ιστορίας, όπως άλλωστε και τα βιβλία
από την 3η τάξη του Δημοτικού μέχρι και την 3η Λυκείου φέρουν πάντα την ονομασία Ιστορία. Τα τουρκικά
διδακτικά βιβλία όλων των βαθμίδων εγκρίνονται από το Εθνικό Συμβούλιο Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Άγκυρα ενώ τα ελληνικά από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο στην
Αθήνα[5]. Διανέμονται
δωρεάν με τη φροντίδα του Υπουργείου Παιδείας και στις δύο χώρες. Πολλές φορές βέβαια στη γειτονική χώρα
παρεμβαίνει σε θέματα βιβλίων και το Συμβούλιο εθνικής Ασφαλείας (Milli
Güvenlik Κurulu)
μέσω μιας επιτροπής.
Σημαντική καινοτομία αποτέλεσε η αλλαγή των
διδακτικών βιβλίων στα Γυμνάσια
της χώρας μας που επήλθε μετά τα νέα ΑΠ του 2003. Αλλά και στα Λύκεια έγιναν
αρκετές αναπροσαρμογές και αλλαγές στα διδακτικά βιβλία κατά τα τελευταία
χρόνια: μόνο κατά τη φετινή χρονιά 2007-2008
δόθηκαν δύο νέα βιβλία Ιστορίας και αναπροσαρμόστηκε το περιεχόμενο άλλων. Σχετικά με την αισθητική εμφάνιση και
την παιδαγωγική καταλληλότητα των εγχειριδίων θα πρέπει να αναφέρουμε ότι σε σχέση με το
παρελθόν έχουν γίνει μεγάλα άλματα όσον αφορά την εμφάνιση των διδακτικών
βιβλίων και των δύο χωρών. Τα ελληνικά βέβαια διαθέτουν πλούσια εικονογράφηση
και περιέχουν ύλη που μπορεί να διδαχτεί μέσα σε μία σχολική χρονιά. Τα τουρκικά της πρωτοβάθμιας έχουν
πλούσια και καλή εικονογράφηση, ενώ στα της ΔΕ η εικονογράφηση δεν έχει πάντα
την απαιτούμενη ευκρίνεια. Τα βιβλία ιστορίας
της ΔΕ είναι
ογκώδη, πυκνογραμμένα
και πολυσέλιδα, ενώ δεν περιέχουν αρκετές ιστορικές πηγές, κάτι που αυξάνει αρκετά τα τελευταία
χρόνια στα ελληνικά βιβλία. Σε σχέση με την αισθητική και παιδαγωγική
καταλληλόλητα τα τουρκικά διδακτικά της ΠΕ είναι σύγχρονα, τα της ΔΕ υπολείπονται
όμως των ελληνικών, αλλά συγκρινόμενα
με αυτά που κυκλοφορούσαν πριν από λίγα
χρόνια έχουν βελτιωθεί
σημαντικά.
Εξετάζοντας το γενικό περιεχόμενο των βιβλίων ιστορίας της τουρκικής ΠΕ παρατηρούμε
ότι οι μαθητές/τριες του τουρκικού
σχολείου έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με
ιστορικά γεγονότα, αρκετά νωρίς και
βέβαια σε περιορισμένο βαθμό, στο βιβλίο «Γνώσεις
για τη Ζωή» της 2ας τάξης. Στο
βιβλίο αυτό όπως και στα άλλα των
επόμενων τάξεων συνυπάρχουν και άλλα
γνωστικά αντικείμενα-διδακτικές ενότητες γενικού ενδιαφέροντος όπως η φιλία, η αγάπη προς το
σχολείο, η δημοκρατία, η οικογένεια, ο εκπαιδευτικός και η αξία του, τα
επαγγέλματα, η λήψη αποφάσεων, η διατροφή, η αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών,
οι αξίες της ζωής, κ.ά. Ήδη από τις πρώτες σελίδες του, γίνεται λόγος δύο φορές
για τη Θεσσαλονίκη ως τόπου γέννησης του Ατατούρκ, υπάρχουν φωτογραφίες από το
σπίτι του και πολλές πληροφορίες για τη
ζωή του. Το βιβλίο αναφέρεται στις νίκες του
στους πολέμους και στην απελευθέρωση της Σμύρνης από την «εχθρική κατοχή», όπου αναγράφει ότι «έτσι και ο τελευταίος εχθρικός στρατιώτης πετάχτηκε έξω από τα χώματά
μας». Δεν προσδιορίζεται η εθνικότητα του εχθρού, κάτι που συστηματικά αποφεύγεται στα βιβλία.
Το βιβλίο Hayat bilgisi (=Γνώσεις για τη ζωή), που διδάσκεται στην
3η τάξη της τουρκικής ΠΕ έχει ελαφρώς διαφοροποιημένη θεματολογία από αυτό της 2ας. Και εκεί
υπάρχουν ενότητες, όπως η
διαφορετικότητα, η δημοκρατία, οι παγκόσμιες ημέρες, η αξία του ηγέτη (Lider), οι
εποχές, οι φυσικές καταστροφές, το περιβάλλον, η ημέρα της μητέρας, πληροφορίες
για τα μουσεία, αποσπάσματα από τη ζωή του Ατατούρκ, κ.ά. Επαναλαμβάνει βέβαια τις
πληροφορίες περί εθνικών εορτών και Ατατούρκ της προηγούμενης τάξης, αναφέρει
ότι έσωσε την χώρα, δίχως σε αυτό το βιβλίο να δίδει περισσότερες λεπτομέρειες. Μνημονεύει επίσης τις μεταρρυθμίσεις
του, κυρίως στο χώρο της παιδείας.
Στην 3η Δημοτικού της ελληνικής
ΠΕ οι μαθητές/τριες έρχονται για πρώτη φορά σε άμεση επαφή με την ιστορία. Διδάσκεται η ελληνική
Μυθολογία, αλλά και ο Κυκλαδικός, ο Μινωικός και ο Μυκηναϊκός πολιτισμός. Έρχονται
έτσι πολύ νωρίς σε επαφή με την ελληνική προϊστορία και
το βιβλίο αυτό συνδέει με άριστο τρόπο την μυθολογία με την ιστορία.
Τα τουρκικά βιβλία Sosyal Bilgiler (Κοινωνικές Γνώσεις) του ομώνυμου μαθήματος που
διδάσκεται στην 4η , 5η
και 6η τάξη της τουρκικής
ΠΕ, τα οποία σε όλες τις τάξεις έχουν την ίδια ονομασία και διαφοροποιούνται
μόνο στον αριθμό της τάξης, συνεχίζουν με τον ίδιο τρόπο και την ίδια μεθοδολογία να παρουσιάζουν την διδακτέα
ύλη. Υπάρχουν λίγες διδακτικές ενότητες με ιστορικές πληροφορίες και σ΄ αυτές τις τάξεις . Το βιβλίο της 4ης περιέχει ελάχιστα σχετικά με την τουρκική ιστορία,
αλλά διδάσκονται σύγχρονα κοινωνικά θέματα όπως το Ίντερνετ, η Τεχνολογία, η προστασία
από σεισμούς, η δημιουργία εφημερίδας, η μόλυνση περιβάλλοντος, ο δήμος και οι πολίτες, η ψήφος, κ.ά. Παρατηρούμε μία σημαντική πολυπολιτισμιοκή
ενότητα με τίτλο «Οι φίλοι μου που είναι μακριά » και η οποία περιλαμβάνει
εικόνα της Αγίας Σοφίας, του Τατς-Μαχάλ, των Μεδρεσέδων της Ανατολής και σύγχρονες
φωτογραφίες από την Τουρκία και
από άλλες χώρες, δίνοντας και ιστορικές
πληροφορίες. Υπάρχει ακόμη ένας
πολυπολιτισμικός πίνακας με τις εθνικές και θρησκευτικές εορτές
Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Πάντως είναι βιβλίο σύγχρονο, με πολλές εικόνες
και με πλούσια ύλη.
Το βιβλίο της 5ης
έχει ανάμικτη ύλη ιστορίας και γεωγραφίας. Σε μία ενότητα υπό τον τίτλο «Ας γνωρίσουμε την πατρίδα
μας» περιλαμβάνει αρκετές ιστορικές
πληροφορίες που συνοδεύονται από φωτογραφίες με θέματα όπως τα Αρχαία ελληνιστικά
αγάλματα στο βουνό Νέμρουτ, η μονή Παναγίας Σουμελά στον Πόντο, το αρχαίο
θέατρο της Ασπένδου, η Καππαδοκία, τα μνημεία της Αρχαιότητας (βιβλιοθήκη Κέλσου), αλλά και η Αγία Σοφία, που αναφέρεται ως η εκκλησία που κτίστηκε για να θαυμάζουν όλοι τη δύναμη του
Βυζαντίου, Συνεχίζει με τις μεταρρυθμίσεις του Ατατούρκ, που διδάσκονται αποσπασματικά
σε αυτή την τάξη, με τις εφευρέσεις στη
δύση και με την οικονομική πρόοδο της Τουρκίας. Το προτελευταίο μέρος του βιβλίου φέρει τίτλο «Μία χώρα, μία σημαία» και μιλά
για την αξία της δημοκρατίας, τον Ατατουρκισμό και τις μεταρρυθμίσεις. Το
τελευταίο μέρος του βιβλίου έχει επικεφαλίδα «Ο κόσμος είναι όλων μας» και περιέχει πολυπολιτισμικές εικόνες,
αποσπάσματα του Ατατούρκ για την ειρήνη, πληροφορίες για τα επτά θαύματα του κόσμου και αρκετές φωτογραφίες.
Το βιβλίο η της 6ης της τουρκικής Πρωτοβάθμιας αναμειγνύει την
ιστορία με την γεωγραφία. Τα
σημαντικότερα θέματα είναι οι πολιτισμοί της Ανατολής, μεταξύ των οποίων αναφέρονται και οι Έλληνες και η πολιτισμική παρουσία τους στην
Ανατολή. Το κείμενο αναφέρει ότι η
Ανατολή ήταν το λίκνο πολλών πολιτισμών.
Υπάρχει ακόμη φωτογραφία των αρχαιοτήτων
της Περγάμου με την επεξήγηση ότι η Ανατολή είναι ένα υπαίθριο μουσείο. Γίνεται
αναφορά και στις κλοπές πολλών θησαυρών.
Άλλα θέματα που υπάρχουν είναι η Ιστορία
των Τούρκων, τα πρώτα τουρκικά κράτη, τα ήθη και έθιμα, οι εορτές και οι παραδόσεις. Τρεις σελίδες είναι
αφιερωμένες στην εορτή της άνοιξης Nevruz που τα τελευταία χρόνια έγινε
πανευρωπαϊκά γνωστή ως συμβολική εορτή των Κούρδων. Είναι εμφανής η προσπάθεια του βιβλίου μέσα σε αυτές τις σελίδες να την παρουσιάσει ως μία από τις παλαιότερες εορτές των Τούρκων, δίχως
να γίνεται κάποια σύνδεσή της με τους
Κούρδους. Το βιβλίο έχει και αρκετές
ιστορικές πηγές, αναφορές στα δικαιώματα των γυναικών και ειδική ενότητα για
τον ηλεκτρονικό αιώνα.
Στις αντίστοιχες τάξεις του ελληνικού Δημοτικού δηλ. στην 4η, 5η
και 6η έχουμε καλογραμμένα
βιβλία ιστορίας, όπου στην 4η τάξη παρουσιάζονται με
κατανοητό για τις αντίστοιχες ηλικίες
τρόπο τα αρχαϊκά, τα κλασικά και
τα ελληνιστικά χρόνια. Στην 5η τάξη του Δημοτικού διδάσκεται η βυζαντινή ιστορία, γραμμένη με
απλό και κατανοητό για τους μαθητές τρόπο. Σε αυτό το βιβλίο γίνεται η πρώτη
αναφορά σε Σελτσούκους και Οθωμανούς Τούρκους «νέοι εχθροί εμφανίζονται και αποσπούν εδάφη» και «Οι
Οθωμανοί Τούρκοι κατακτούν βυζαντινά εδάφη» (σελ. 88, 101), αλλά και
στην Άλωση της Πόλης, αποφεύγοντας, ορθώς, τις συνήθεις λεπτομέρειες για τις
τρεις μέρες λεηλασίας που ακολούθησαν Το αντίστοιχο
ελληνικό βιβλίο της 6ης Δημοτικού που διδάχτηκε την περυσινή
χρονιά και είναι αμφίβολο αν θα
ξαναδιδαχτεί, έχει στην ΠΕ τις περισσότερες αναφορές στους Τούρκους. Δίνει ένα πανόραμα της ζωής των υπό την τουρκική
κυριαρχία Ελλήνων, αλλά και των αρχών του 20ού αιώνα και παρόλα τα μεγάλα
σφάλματά του και τις παραλείψεις του στα θέματα ελλονοτουρκικού
ενδιαφέροντος, είναι ένα βιβλίο, πλούσιο σε πηγές και περιεχόμενο.
Για αμιγώς βιβλίο ιστορίας στην τουρκική ΠΕ μπορούμε να μιλήσουμε μόνο στην
7η και 8η τάξη,
που είναι και οι τελευταίες αυτής της βαθμίδας. Εδώ αρχίζει και η ευαισθητοποίηση στα θέματα
της ιστορίας με αναλυτικές περιγραφές των
ενοτήτων. Η ύλη του βιβλίου «Κοινωνικές Γνώσεις» (Sosyal
bilgiler) της 7ης τάξης είναι
συνδυασμός γεωγραφίας και ιστορίας . Το βιβλίο
αποτελείται από επτά κεφάλαια, τα πρώτα
τρία σχετίζονται με τη γεωγραφία της χώρας, την άλωση της Πόλης και τις μετέπειτα
κατακτήσεις των Οθωμανών, τα επόμενα τρία αφορούν την ιστορία της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας και το έβδομο έχει τίτλο «Οι
γείτονες της χώρας μας και οι ανά τον
κόσμο Τούρκοι». Το βιβλίο αυτό εκπλήσσει δυσάρεστα τον Έλληνα αναγνώστη ήδη από
τις πρώτες του σελίδες και έρχεται σε
απόλυτη αντίθεση με το πνεύμα των βιβλίων που προηγήθηκαν. Στο καθαρά
γεωγραφικό μέρος του, και στην διδακτική ενότητα που περιγράφει τη δυτική
Τουρκία, υπάρχει μικρή παράγραφος με τη φράση «Αυτή η περιοχή έπαιξε σημαντικό ρόλο
στον απελευθερωτικό πόλεμο, εδώ νικήθηκαν δύο φορές οι Έλληνες στη μάχη Ίνονου.
Μετά από αυτή τη νίκη οι Έλληνες προκειμένου
να δώσουν το τελευταίο χτύπημα κινητοποιήθηκαν, αλλά νικήθηκαν από τον τουρκικό
στρατό υπό τον Μουσταφά Κεμάλ στη μάχη του Σαγγαρίου που κράτησε 22 μέρες και έληξε με νίκη στις 12
Σεπτεμβρίου 1921.» Και συνεχίζει λέγοντας ότι «Η μεγάλη επίθεση που άρχισε στις 22 Αυγούστου για να πεταχτεί εξ ολοκλήρου ο εχθρικός στρατός από
την πατρίδα μας και έληξε στις 30
Αυγούστου, ήταν ο τελευταίος κρίκος του
αγώνα μετά το Μαντζικερτ για να γίνει η Ανατολή τουρκική πατρίδα» (σελ. 30).
Στην ίδια σελίδα υπάρχει και η φωτογραφία του μνημείου της «νίκης του Αφγόν». Τα παραπάνω συνεχίζονται και στην ενότητα «Η στρατηγική
θέση της Τουρκίας», όπου αναφέρονται
αόριστα, οι χώρες οι οποίες
θεωρούν απειλητική τη δύναμη της Τουρκίας και οι οποίες δεν κατονομάζονται.
Καταφέρεται εναντίον της Ρωσίας για την τάση καθόδου στις θερμές θάλασσες και της Ελλάδας που μετά την
ανεξαρτησία της ήθελε να δημιουργήσει τη
μεγάλη Ελλάδα, εφαρμόζοντας τη μεγάλη ιδέα, αποπειράθηκε να κατακτήσει την Κύπρο, έχει την τάση να μετατρέψει το Αιγαίο σε ελληνική
θάλασσα και εφαρμόζει πολιτική στήριξης της τρομοκρατίας που απειλεί την Τουρκία.
Ακόμη αναγράφεται ότι ακολουθεί πολιτική καταπίεσης των Τούρκων της Δ. Θράκης
και εμποδίζει την είσοδό της Τουρκίας στην ΕΕ. Όλα αυτά θεωρούνται ως συνέχεια
της μεγάλης ιδέας, κατά το σχολικό
σύγγραμμα. Από την οργή του συγγραφέα δεν ξεφεύγει η Συρία, αλλά ούτε και η
Βουλγαρία, για την οποία αναφέρει ότι οι διμερείς σχέσεις έχουν βελτιωθεί
αρκετά. Στην ίδια ενότητα υπάρχουν και αναφορές για τις εσωτερικές και
εξωτερικές απειλές, που ως στόχο έχουν να διαιρέσουν τη χώρα, να την κάνουν να
οπισθοδρομήσει στο θέμα της θρησκείας και από σύγχρονη χώρα να την μετατρέψουν σε οπισθοδρομική. Ορατοί και
αόρατοι εχθροί και διάφορες δυνάμεις, σύμφωνα με το βιβλίο, απειλούν τη χώρα, υποστηρίζουν τις
ανατρεπτικές δυνάμεις και έχουν θέσει μάλιστα ως στόχο τους διανοούμενους της
χώρας, με σκοπό να τους προσεταιρίσουν. Και καταλήγει λέγοντας ότι οι τρομοκρατικές
δυνάμεις της χώρας πολλές φορές
υποστηρίζονται και από τους Αρμενίους. Αντιφάσκοντας
βέβαια το εγχειρίδιο στα παραπάνω φοβικά που αναγράφει για την Ελλάδα, στο κεφάλαιο «Οι γείτονες της χώρας μας και οι ανά τον κόσμο Τούρκοι», μαζί με την γεωγραφία
της χώρας, σχολιάζει την εξωτερική της πολιτική: «Οι κυβερνήσεις της Ελλάδας ασκούν πιέσεις
στη μειονότητα, αλλά γίνεται προσπάθεια αυτά τα θέματα να επιλυθούν με διαπραγματεύσεις.
Οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας τα τελευταία χρόνια με τις προσπάθειες και των δύο χωρών
έχουν μπει σε περίοδο ανάπτυξης». Στη σελίδα αυτή υπάρχει και το σπίτι του
Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη.
Στη σχετική με την «Σερβική και
ελληνική εξέγερση» ενότητα αναφέρει συνοπτικά την καταστολή της
Ελληνικής Επανάστασης, τη μάχη του Ναβαρίνου
και την Συνθήκη της Αδριανούπολης. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι Έλληνες είχαν
τάση ανεξαρτητοποίησης και ότι ήταν το πρώτο έθνος που απέκτησε την ανεξαρτησία
του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στην ενότητα αυτή δεν εκφράζονται ακραίες
θέσεις, η όλη θεώρηση βέβαια όπως είναι φυσικό είναι διαφορετική από τη δική
μας. Το βιβλίο της 8ης τάξης «Ιστορία των Μεταρρυθμίσεων της Τουρκικής Δημοκρατίας και ο
Ατατουρκισμός» περιλαμβάνει την ιστορία των
μεταρρυθμίσεων του Ατατούρκ, τη ζωή και τη δράση
του, τον απελευθερωτικό πόλεμο και τις μεταρρυθμίσεις του. Τόσο στην ΠΕ όσο και στη
ΔΕ, μόνο σ΄ αυτή την τάξη διδάσκεται συστηματικά και με πολλές λεπτομέρειες η
ιστορία του «Απελευθερωτικού Πολέμου» (Kurtuluş şavaşı), που οδήγησε στην
ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας. Το βιβλίο αυτό προκάλεσε πολλές συζητήσεις και αντιδράσεις διότι απαλείφτηκε στη
νεώτερη έκδοση του βιβλίου μία ομιλία του Ατατούρκ για τα δέκα χρόνια της
τουρκικής Δημοκρατίας ενώ η σύζυγός του φέρεται σε μία φωτογραφία χωρίς μαντίλα παρότι την φορούσε
πάντα. Απαλείφτηκε ακόμα ο γνωστός πίνακας του Ντελακρουά, με την δικαιολογία ότι απεικονίζει στήθος γυναίκας. Στα θέματα του βιβλίου συμπεριλαμβάνονται ακόμη οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, η ζωή του Ατατούρκ και λεπτομερώς
όλες οι
μεταρρυθμίσεις που έγιναν στον κοινωνικό, θρησκευτικό και πολιτιστικό τομέα. Το
εγχειρίδιο τελειώνει με την ανάλυση του Ατατουρκισμού και με την
εξιστόρηση του θανάτου
του Ατατούρκ. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και εδώ οι σχετικές με τον πόλεμο
διηγήσεις και αναφορές στον ελληνικό στρατό που «αποβιβάστηκε στη Σμύρνη με την παρότρυνση και στήριξη των ξένων δυνάμεων». Η περιγραφή αναφέρεται λεπτομερώς στην αντίσταση κατά του
ελληνικού στρατού μετά την απόβαση στη Σμύρνη, στην «πρώτη σφαίρα» εναντίον των Ελλήνων και
στους şehit
(μάρτυρες) Τούρκους, στο βομβαρδισμό του
διοικητηρίου της Σμύρνης που έγινε χωρίς
λόγο και
στη
θανάτωση των Τούρκων αξιωματικών, αλλά και στις μάχες
που ακολούθησαν μέχρι την ήττα του ελληνικού στρατού. Με αφορμή τα παραπάνω και πάλι γίνεται ιδιαίτερος
λόγος και για τις μειονότητες που ενώ «επί αιώνες ζούσαν μία ήρεμη και
ήσυχη ζωή υποδέχτηκαν με μεγάλη χαρά τον ελληνικό στρατό. Τώρα
ονειρεύονταν να καταλάβουν μέρος των
εδαφών της Τουρκίας». Είναι αξιοπρόσεχτο ότι δεν αναφέρονται οι Έλληνες, αλλά
γενικά οι μειονότητες. Η πολεμική
συνεχίζεται: το Πατριαρχείο
σύμφωνα με το βιβλίο λαμβάνει εντολές
απευθείας από την ελληνική κυβέρνηση της εποχής
για αντιτουρκική δράση. Οι
περιγραφές των μαχών μέχρι την καταστροφή της Σμύρνης είναι λεπτομερείς και σε αυτές τονίζεται η θέληση του Ατατούρκ
να απελευθερώσει για πάντα την Τουρκία από τους εχθρούς. Σύμφωνα
με το σύγγραμμα, υποχωρώντας ο
ελληνικός στρατός προς τη Σμύρνη, «έκαιγε
και γκρέμιζε τα χωριά και τις πόλεις από
τις οποίες περνούσε». Δεν μνημονεύεται η καταστροφή και το κάψιμο της Σμύρνης, ούτε και η ανταλλαγή των πληθυσμών που
ακολούθησε τη Συνθήκη της Λωζάννης. Δεν γίνεται επίσης λόγος για το δεκαετές σύμφωνο
ειρήνης μεταξύ Βενιζέλου και Ατατούρκ και
για την βελτίωση των σχέσεων τα επόμενα χρόνια. Σε όλο το βιβλίο είναι διάχυτος ο ενθουσιασμός για την ανωτερότητα της τουρκικής αντίστασης, τη συνδρομή των γυναικών και τις
ικανότητες των συνεργατών του Ατατούρκ
αλλά και του ιδίου. Το φωτογραφικό υλικό
είναι αρκετά πλούσιο και σπάνιο.
Εντελώς διαφορετική είναι η δομή των κεφαλαίων των αντίστοιχων τάξεων του
ελληνικού σχολείου, δηλ. της Α΄ και Β΄ Γυμνασίου, που όπως αναφέραμε ανήκουν
στην ΔΕ. Στην Α’ Γυμνασίου διδάσκεται αποκλειστικά
η αρχαία μας ιστορία. Το βιβλίο Ιστορίας
της Β’ Γυμνασίου Μεσαιωνική και Νεότερη Ιστορία
περιέχει αναλυτικά την ακμή και παρακμή του Βυζαντίου και πολύ
περιληπτικά την υποταγή στους Οθωμανούς.
Μεγάλο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνει η μεσαιωνική ευρωπαϊκή Ιστορία, κάτι που
απουσιάζει από τα τουρκικά βιβλία.
Αξιολογώντας όλα τα βιβλία των
πρώτων οκτώ ετών της σχολικής ζωής συνάγουμε το συμπέρασμα ότι τα τουρκικά
βιβλία ΠΕ εμφανίζουν σχετική ποικιλία
θεμάτων καθότι αυτό επιβάλλεται και από τη δομή του ΑΠ, που δεν μιλά για Ιστορία, κάτι το οποίο βέβαια δεν συμβαίνει
στα ελληνικά σχολικά βιβλία. Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι στα βιβλία των μικρότερων τάξεων πολλές φορές το μάθημα θυμίζει γεωγραφία και
στις τάξεις 6 και 7 της πρωτοβάθμιας, η γεωγραφία συνδυάζεται πάντα με την
ιστορία. Θα πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι η αυτή είναι και η σύγχρονη
τάση που επικρατεί σε αρκετά σχολικά βιβλία της ΕΕ. Από το βιβλίο της 7ης
τάξης αρχίζουν οι αρνητικοί συλλογισμοί
και η πολεμική ρητορική. Με εξαίρεση το βιβλίο της 7ης ΠΕ και εν
μέρει της 8ης, όπως
αναφέρθηκε παραπάνω, τα υπόλοιπα βιβλία ιστορίας
της ΠΕ δεν έχουν αρνητικά για τους Έλληνες και τις άλλες μειονότητες. Επίσης
δεν υπάρχουν εικόνες ή πίνακες που απεικονίζουν
τα αντίπαλα ελληνοτουρκικά στρατεύματα, αλλά ούτε και απεικονίσεις που
προάγουν την ελληνοτουρκική φιλία. Στα ελληνικά
βιβλία ιστορίας των αντίστοιχων τάξεων
υπάρχουν αρκετοί σχετικοί πίνακες από τα πεδία της μάχης, αλλά και
φωτογραφίες που δείχνουν την ελληνοτουρκική συνεργασία μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης. Η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης και η
ίδρυση του Ελληνικού Κράτους διδάσκονται συστηματικά σε αρκετές τάξεις στην ελληνική εκπαίδευση, ενώ παραδόξως
η αντίστοιχη τουρκική ιστορία του απελευθερωτικού πολέμου, και η
ίδρυση του νέου Τουρκικού Κράτους διδάσκονται μόνο σε μία σχολική
χρονιά.
Στην τουρκική ΔΕ που διαρκεί τέσσερα χρόνια, όπως αναφέραμε, από την 9η έως τη 12η
τάξη, το μάθημα της Ιστορίας διδάσκεται μέχρι την 11η (Β΄ Λυκείου). Η ύλη επικεντρώνεται σχεδόν
αποκλειστικά στην ιστορία του τουρκικού έθνους και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Στα βιβλία αυτά δεν υπάρχουν ειδικές ενότητες αφιερωμένες στον Ατατούρκ, κάτι
που συνέβαινε στην προηγούμενη σχολική βαθμίδα, ανεξαρτήτως θεματολογίας
βιβλίου. Τα βιβλία ιστορίας Λυκείου αναφέρονται στον Ατατούρκ μόνο στις διδακτικές ενότητες για τα τελευταία
χρόνια της Αυτοκρατορίας (Βαλκανικοί πόλεμοι, παρακμή).
Και τα τρία αυτά βιβλία που διδάσκονται στο τουρκικό
Λύκειο είναι εθνοκεντρικά και προσανατολισμένα σχεδόν αποκλειστικά στην
τουρκική ιστορία. Η ύλη είναι πυκνογραμμένη και έχουν τριακόσιες πενήντα κατά μέσο όρο σελίδες, με πενιχρή σχετικά
εικονογράφηση και λιγοστούς χάρτες.
Στην 9η τάξη της τουρκικής ΔΕ το
βιβλίο ιστορίας φέρει τον τίτλο «Tarih»
(Ιστορία) και σύμφωνα με το ΑΠ είναι Γενική
Τουρκική Ιστορία (Genel Türk tarihi) που αναλύει τη χρονική περίοδο 2000 π.Χ-1400
μ.Χ. με επίκεντρο και πάλι την τουρκική
ιστορία. Περιέχει μεταξύ άλλων ως διδακτικά κεφάλαια την επιστήμη της
ιστορίας, τα ημερολόγια και τον
καθορισμό τους, τους προϊστορικούς και αρχαίους πολιτισμούς της Ανατολίας
(αποκαλείται Τουρκία), κεφάλαια σχετικά με την καταγωγή και την εμφάνιση
των Τούρκων στο προσκήνιο της Ιστορίας, όλα τα τουρκικά κράτη και κρατίδια και τον πολιτισμό τους, την
περιγραφή των προγονικών εστιών των
Τούρκων, την ιστορία των πολιτισμών της
Ανατολίας, τους Χετταίους και τους Σουμέριους, την Αυτοκρατορία του Μεγάλου
Αλεξάνδρου, τους Ρωμαίους, τους Βυζαντινούς, τη θρησκεία στους Τούρκους πριν
από το Ισλάμ, τον εξισλαμισμό των Τούρκων κ.ά. Άξιο προσοχής είναι το γεγονός ότι η άλωση της
Πόλης υπάρχει σ΄ αυτή αλλά και στις άλλες δύο τάξεις της τουρκικής ΔΕ. Η εποχή
του μακεδόνα βασιλέα αναφέρεται ως ελληνιστική και αναγράφεται ότι ο ελληνικός
πολιτισμός άσκησε και δέχτηκε επιδράσεις από τους πολιτισμούς της ανατολής. Παρόμοια επίδραση αναφέρεται ότι
είχε και η βυζαντινή τέχνη: στην πολύ σύντομη διδακτική ενότητα για το
Βυζάντιο, δεν επισημαίνεται ότι η γλώσσα του κράτους ήταν η ελληνική και για
την τέχνη σημειώνεται μόνο ότι είχε επιδράσεις από την ελληνική και ανατολική παράδοση.
Στη διδακτική ενότητα «οι πολιτισμοί της
ανατολικής Μεσογείου»
συμπεριλαμβάνεται και ο ελληνικός πολιτισμός[6]. Δεν
αναφέρονται τα ελληνικά φύλα και τα τελευταία χρόνια τα βιβλία της ιστορίας γενικά χρησιμοποιούν περισσότερο
τον όρο İyonyalılar
- Ίωνες για να προσδιορίσουν τους
αρχαίους έλληνες παρά το Eski Yunanlılar - Αρχαίοι Έλληνες. Σημειώνουμε ότι η λέξη Yunan, που στα τουρκικά σημαίνει Έλληνας, προέρχεται από παραφθορά της λέξης
Ίωνας. Στην σχετική με του Ίωνες όμως ενότητα
(σελ. 35) δεν αναγράφεται η καταγωγή και η γλώσσα του λαού αυτού. Το ίδιο συμβαίνει
με τους Λύδιους και τους Φρύγες που αναφέρονται ως πολιτισμοί που έζησαν στην
Ανατολή, δίχως να γίνεται γνωστή
η γλώσσα που μιλούσαν, και ότι ήταν ελληνικά φύλα. Η αυτοκρατορία των
Ούννων, τα τουρκικά ισλαμικά κρατίδια προ
του Ισλάμ στην Ασία και προ της Οθωμανικής εποχής καταλαμβάνουν σημαντικές
διδακτικές ενότητες, όπως και η εμφάνιση του Ισλάμ, η διάδοσή του και ο
πολιτισμός του. Στη
διδακτική ενότητα που πραγματεύεται την
κατάσταση του κόσμου κατά την εμφάνιση του Ισλάμ, γίνεται λόγος για την
Ορθοδοξία και μνημονεύεται ότι ο
Πατριάρχης ήταν και ο θρησκευτικός ηγέτης
όλων των Ορθοδόξων του κόσμου και ζούσε στην İstanbul, αποφεύγοντας τον ιστορικά δόκιμο
όρο ο οποίος χρησιμοποιείται επίσημα
από τους Οθωμανούς μέχρι τη δεκαετία του
1920. Οι επιδράσεις του τουρκικού και ισλαμικού πολιτισμού στους
Κινέζους, Μογγόλους, Άραβες και Ιρανούς, η ιστορία των Μογγόλων και του Ταμερλάνου και όλων των τουρκιών κρατών και
κρατιδίων της Ασίας και της Ανατολής που συνέβαλαν στον
εκτουρκισμό της Μικρασίας πριν την άλωση
της Πόλης είναι τα άλλα κυρίαρχα θέματα του βιβλίου. Δεν υπάρχει καμία μνεία στη δύση και όλες οι ιστορικές πληροφορίες
αφορούν αποκλειστικά τη σχέση του τουρκικού
πολιτισμού με την Ασία και Ανατολή. Παρατηρούμε
ότι το βιβλίο αυτό είναι αποκλειστικά η
Ιστορία των Τούρκων, αλλά και των πολιτισμών που αναπτύχθηκαν στα εδάφη της
σημερινής Τουρκίας. Δεν υπάρχει κεφάλαιο
ειδικό για τον Ατατούρκ, αλλά σε σημείο εκτός
συνάφειας γίνεται σύνδεση των μαχών του Μαντζικέρτ και του
Μυριοκέφαλου με τον ίδιο: «Με τη μάχη του
Μαντζικέρτ οι Τούρκοι άρχισαν να εγκαθίστανται στην Ανατολή. Με τη μάχη του
Μυριοκέφαλου η Ανατολή έγινε τουρκική πατρίδα. Το τουρκικό έθνος που θέλησαν μετά από αιώνες να
το κάνουν να μείνει ορφανό από πατρίδα, αλλά αυτό με την ηγεσία του Μουσταφά
Κεμάλ νίκησε στον απελευθερωτικό πόλεμο και απέδειξε ότι η Ανατολή είναι
τουρκική πατρίδα» (σελ. 248). Είναι σαφής ο υπαινιγμός και ο συσχετισμός με τους
προγόνους των Ελλήνων. Μία άλλη ενδιαφέρουσα
αναφορά αφορά την περίοδο του
Κιλίτς Ασλάν για τον οποίο πιστοποιείται ότι κατά τη διάρκεια μαχών με τους Αρμενίους
στην Κιλικία δεν τους έβλαψε και δεν τους
έκανε κάτι κακό, αλλά παρόλο που τους υπέταξε, επέστρεψε τα κτήματά τους.
Το βιβλίο αυτό δεν περιέχει καμία ιστορική πηγή.
Το βιβλίο της 10ης τάξης φέρει τον τίτλο και πάλι «Tarih» (=Ιστορία)
και τα περισσότερα κεφάλαια είναι σχετικά
με την Οθωμανική Ιστορία, από το
1300 μέχρι το 1922. Είναι το βιβλίο που έχει τις περισσότερες αναφορές σε
θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος. Αναλύει όλες τις περιόδους της Αυτοκρατορίας, την
κατάκτηση των Βαλκανίων από τους Οθωμανούς, την άλωση της Πόλης, την ηγετική της
θέση στον ισλαμικό κόσμο, την περίοδο της παρακμής και την κατάλυσή της, αλλά
και την οργάνωση του κράτους και της κοινωνίας. Αφιερώνει πολλές
διδακτικές ενότητες στη ηγετική θέση της
Αυτοκρατορίας στο Ισλάμ, αλλά και στον
οθωμανικό πολιτισμό και στην τέχνη. Από τις 381 σελίδες του βιβλίου μόνο οι σαράντα
είναι αφιερωμένες στην ευρωπαϊκή ιστορία. Στα σχετικά με την άλωση υπάρχει η παρατήρηση
ότι ο Πορθητής έδωσε αυτονομία στους
Ορθοδόξους και στον Πατριάρχη τους, με σκοπό να ελέγχει τους Ορθόδόξους για να μη περιέλθουν στην δικαιοδοσία της Δύσης. Υπό τον τίτλο «Εθνικιστικά
κινήματα και νέα προβλήματα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία» υπάρχει μια ενότητα
για την επανάσταση των Σέρβων και των Ελλήνων, αλλά και το ποντιακό ζήτημα,
όπως το αποκαλεί το βιβλίο. Η επανάσταση αποκαλείται εξέγερση και αφού η ενότητα
αναλύει τα περί ελληνικού έθνους που δεν είχε πατρίδα από τον μεσαίωνα, αναφέρει
και τα προνόμια που είχε δώσει ο
πορθητής. Τονίζει ακόμη την ανεξαρτησία της τοπικής αυτοδιοίκησης, την
ελευθερία που είχαν οι έλληνες στις θάλασσες και στη δημιουργία μίας
μπουρζουαζίας των εμπόρων. Ακόμη
αναφέρεται ότι στην Αυστρία και στη Ρωσία
είχε διαδοθεί η ιδέα της ελευθερίας από τους Έλληνες λογίους και η τάση για την
επανίδρυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το βιβλίο σημειώνει ότι η Εθνική Εταιρεία
διοργάνωσε την εξέγερση με τη θεωρία της Μεγάλης Ιδέας: «Η εξέγερση
διευθύνονταν από τους ιερείς και σε
σύντομο χρονικό διάστημα εξαπλώθηκε παντού». Η ενότητα δεν αναφέρεται καθόλου σε μάχες και καταλήψεις
πόλεων και τελειώνει με την αναφορά της
Συνθήκης της Αδριανουοπόλεως του 1829. Αμέσως
μετά ακολουθεί το ποντιακό ζήτημα ως ξεχωριστή ενότητα. Εκεί παρατηρούμε ότι υπάρχουν ανυπόστατες κατηγορίες κατά του Πατριαρχείου για συνεργασία με τις
ελληνικές αρχές με σκοπό την ανεξαρτησία του Πόντου και την προσάρτησή του στην Ελλάδα. Μάλιστα
συνδέεται η δράση των Ποντίων με την
δράση των Αρμενίων. Γράφει: «Οι Πόντιοι
ανακοίνωσαν ότι θα ιδρύσουν
συνομοσπονδία με τους Αρμενίους…Οι τσέτες-άτακτοι των Ποντίων διοργάνωσαν
επιθέσεις σε χωριά στην ανατολική Μαύρη θάλασσα». Συνδέοντας τα παραπάνω με τη σημερινή εποχή κατηγορεί την Ελλάδα
ότι ιδρύει ποντιακά σωματεία, ότι αναγνώρισε την γενοκτονία και προπαγανδίζει
να μη γίνει δεκτή η Τουρκία στην ΕΕ, εάν δεν την αποδεχτεί. Και η ενότητα καταλήγει: «Η Ελλάδα έχει κάνει εθνική της πολιτική την τριβή και την ένταση με την Τουρκία και με νόμο καθιέρωσε την 19η
Μάιου ως μέρα μνήμης της δήθεν γενοκτονίας των Ποντίων. Τα θρησκευτικά ιδρύματα
και οι κληρικοί παίζουν πρωταρχικό ρόλο στην εμφάνιση αυτών των θεμάτων και το
Πατριαρχείο είναι το ίδρυμα που πρωτοστάτησε στις απόπειρες ίδρυσης ποντιακού κράτους».
Βαριές είναι οι εκφράσεις του
βιβλίου και κατά των Αρμενίων και
αφιερώνεται ειδική ενότητα στους εκτοπισμούς, φυσικά υπό την οπτική γωνία της
άλλης πλευράς. Γίνεται παραδεκτό ότι υπήρξαν
μόνο «κάποιες απώλειες», τονίζοντας ότι χιλιάδες ήταν και οι απώλειες
των μουσουλμανικών πληθυσμών. Σε δύο σελίδες παρατίθενται οι δολοφονικές
επιθέσεις της αρμενικής τρομοκρατικής οργάνωσης «Ασάλα» που έδρασε περί τα τέλη
του 20ού αιώνα, συνδέοντας έτσι το τότε
με το σήμερα. Από το 2002 λειτουργεί η «Επιτροπή συντονισμού για καταπολέμηση των
ανυπόστατων ισχυρισμών για την γενοκτονία "Asılsız Soykırım İddiaları ile Mücadele Koordinasyon Kurulu" που έχει την ευθύνη παρεμβάσεων στα διδακτικά βιβλία
προκειμένου να μεταφερθούν οι κεντρικές πολιτικές επιλογές στο θέμα των
Αρμενίων. Έτσι από το 2003 μπήκαν
στα βιβλία οι ενότητες αυτές που
κάθε άλλο παρά φωτίζουν την ιστορική
αλήθεια. Οι φωνές αρκετών Τούρκων διανοουμένων και δημοσιογράφων είναι καυστικές και απόλυτα
επικριτικές. Κάνουν λόγο για μη σεβασμό,
ιδιαίτερα της αρμενικής μειονότητας,
καθότι στο σχολικό βιβλίο εμφανίζονται ως εγκληματίες: «Πώς θα
τα διδάξουμε στο σχολείο που στα θρανία
του κάθονται αρμένιοι μαθητές», διερωτάται η δικηγόρος Fethiye Çetin[7]. Είναι εμφανές, ότι γίνεται προσπάθεια
να διαψευστεί η σχετική με τα θέματα ιστορική έρευνα και να
περάσει η θέση του βιβλίου για το γεγονός της γενοκτονίας των Αρμενίων. Από την
πολεμική δεν εξαιρούνται ούτε οι
Ασσύριοι Χριστιανοί που ζουν σήμερα
στη Νοτιο-Ανατολική Τουρκία, οι οποίοι παρουσιάζονται ως συνεργάτες των
ξένων δυνάμεων κατά την περίοδο του πολέμου. Στην ενότητα «Τα δικαιώματα των
μειονοτήτων» το εγχειρίδιο φτάνει στο
σημείο να ισχυρίζεται ότι τα περί μειονοτικών
δικαιωμάτων άρθρα της Συνθήκης της Λωζάννης
«γράφτηκαν μετά από υποδείξεις των
ξένων δυνάμεων». Στη συνέχεια όμως απαριθμούνται
λεπτομερώς όλα τα σχετικά δικαιώματα, και κυρίως η
χρήση της μητρικής γλώσσας στα δικαστήρια[8], και η
λειτουργία μειονοτικών σχολείων. Στην σχετική με τα μειονοτικά και ξένα σχολεία
ενότητα, το εγχειρίδιο έρχεται σε
αντίθεση και με τη θέληση του Πορθητή αναφέροντας: «η κυριότερη παράλειψη του
Οθωμανικού Συστήματος ήταν το γεγονός ότι δεν υπήρχε ενιαία εκπαίδευση με
αποτέλεσμα όλοι η μη μουσουλμάνοι να
έχουν δικά τους σχολεία που λειτουργούσαν χωρίς τον έλεγχο του κράτους. Και ο Πορθητής
είχε αναγνωρίσει το δικαίωμα αυτό της ελευθερίας της εκπαίδευσης στον Πατριάρχη του Φαναρίου» (σελ 358). Και συνεχίζει τονίζοντας την φιλοπρόοδη στάση των
μειονοτικών σχολείων, λέγοντας ότι τα σχολεία
αυτά με την σύγχρονη αντίληψη
περί παιδείας, παρακολουθούσαν τις παγκόσμιες εξελίξεις και με τις ανανεωτικές
τους τάσεις ωφέλησαν την γενική παιδεία. Συνεχίζει εναντίον των ξένων σχολείων
αναφέροντας ότι οι Γάλλοι και οι Αμερικανοί ίδρυσαν σχολεία στην νοτιοδυτική Τουρκία κατά
την οθωμανική εποχή και ωθούσαν τους
πληθυσμούς αυτούς σε διάσπαση από την Αυτοκρατορία. Σημειωτέον ότι το 1924 όλα τα σχολεία
περιήλθαν στη δικαιοδοσία του τουρκικού Υπουργείου Παιδείας.
Το βιβλίο της 11ης τάξης
φέρει τον τίτλο «Osmanlı Tarihi» (=Οθωμανική Ιστορία) και διδάσκει εκτενώς την
Οθωμανική Ιστορία. Και πάλι περιλαμβάνεται η εποχή από το 14ο
αιώνα έως την κατάργησή της. Τα κεφάλαια έχουν την ίδια δομή και πολλές φορές
οι διδακτικές ενότητες έχουν την ίδια ονομασία. Η άλωση της Πόλης διδάσκεται
και πάλι, όπως και η όλη διοικητική δομή και οργάνωση της
Αυτοκρατορίας με όλες τις λεπτομέρειες. Λίγες
σελίδες είναι αφιερωμένες στην ευρωπαϊκή Ιστορία.
Η Ελληνική ΔΕ και στις τάξεις
που αντιστοιχούν στις παραπάνω τουρκικές
δηλ. Γ’ Γυμνασίου έως Γ΄ Λυκείου έχει εντελώς διαφορετική δομή μαθημάτων. Στην
Γ’ Γυμνασίου διδάσκεται φέτος για πρώτη
φορά το βιβλίο
«Νεότερη και σύγχρονη Ιστορία» που περιέχει την Ελληνική Επανάσταση, το
ελληνικό Κράτος και όλο τον
20ό αιώνα με πλούσια
εικονογράφηση. Στο σχετικό με τον μικρασιατικό πόλεμο κεφάλαιο αναφέρεται στις
διεκδικήσεις της Ελλάδας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και στην κατ΄ εντολή
του συμβουλίου του Παρισιού
κατάληψη της Σμύρνης από τον ελληνικό στρατό. Η σχετική σελίδα περιέχει
και φωτογραφία του στρατού στην προκυμαία της Σμύρνης. Κάνει μνεία και για τους
πρώτους νεκρούς στα επεισόδια που σημειώθηκαν με ευθύνη και των
δύο πλευρών. Η ενότητα έχει και κείμενα
του Βενιζέλου σχετικά με τη Σμύρνη, κάτι που είδαμε να γίνεται με
κείμενα του Ατατούρκ στο τουρκικό βιβλίο της 8ης τάξης. Μιλά
και για τον ποντιακό στρατό που είχε
συγκροτηθεί στον Πόντο. Στη Β΄ Λυκείου διδάσκεται το
βιβλίο Ιστορία του μεσαιωνικού
και του
Νεότερου Κόσμου 565-1815. Στο βιβλίο αυτό κυριαρχεί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά
αρκετές σελίδες του είναι αφιερωμένες στον ευρωπαϊκό και μεσαιωνικό πολιτισμό. Άλλα θέματα είναι το
Ισλάμ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι σταυροφορίες, ο διαφωτισμός, η ακμή και η
παρακμή των Οθωμανών, η γαλλική και η αμερικανική επανάσταση, η ευρωπαϊκή ιστορία,
η καλλιτεχνική και πνευματική ζωή κατά το μεσαίωνα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Το νέο βιβλίο ιστορίας της Γ΄ τάξης
Λυκείου «Νεότερη και Σύγχρονη
Ιστορία» που περιγράφει τα ιστορικά
γεγονότα του 19ου και 20ού αιώνα, είναι ένα καλογραμμένο και
σύγχρονο επιστημονικό σύγγραμμα. Έχει μεγάλη ευρύτητα θεμάτων και πλούσια
εικονογράφηση. Είναι το πρώτο βιβλίο που αφιερώνει ειδική ενότητα στο
Ολοκαύτωμα των Εβραίων, το οποίο απουσιάζει από τα τουρκικά διδακτικά βιβλία. Λεπτομερέστατη
και απόλυτα κατατοπιστική είναι η
ενότητα σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση. Στις σχετικές διηγήσεις του αγώνα αρκετές
φορές χρησιμοποιείται η λέξη σφαγή και η λέξη αγριότητα σε σχέση με τους
Τούρκους. Το βιβλίο αυτό σε αρκετές περιπτώσεις καταγράφει τις ιστορικές
απόψεις και από την οπτική γωνία της άλλης πλευράς. Είναι η θέση
που προσεγγίζει αντικειμενικά την
ιστορία και η θέση που κερδίζει έδαφος στην Ιστοριογραφία. Το ίδιο θα μπορούσε
να συμβεί βέβαια στα σχετικά με την
Ελλάδα και την Τουρκία μέρη των βιβλίων
της ιστορίας και των δύο χωρών, για να υπάρχουν
και οι δύο απόψεις.
Αξιόλογα και διαθεματικά είναι τα δύο βιβλία Ιστορίας
των ΕΠΑΛ (ΤΕΕ). Το βιβλίο της Α΄ τάξης Ιστορία Αρχαία και Μεσαιωνική και αυτό
της Β΄ τάξης Ιστορία του νεότερου και
Σύγχρονου Κόσμου, που με την πλούσια
και εύστοχη εικονογράφησή τους και με τα περιεκτικά κείμενά τους δίνουν την
απαραίτητη σφαιρική γνώση στους μαθητές αυτών των σχολείων.
Συμπεράσματα –Προτάσεις
Η αρνητική
στάση που τηρούν εναντίον των
μειονοτήτων τα συγκεκριμένα τουρκικά
βιβλία που προαναφέραμε, αλλά και ο τρόπος παράθεσης των διαφόρων
σχετικών διεθνών ζητημάτων μέσα στις ενότητες, μας
οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για αλλότριες
παρεμβάσεις διαφόρων επιτροπών, που δεν έχουν σχέση με την εκπαιδευτική
διαδικασία[9]. Είναι φυσικά θεμιτό να παρουσιάζονται σε κάθε διδακτικό βιβλίο οι αγώνες ενός έθνους και να αναλύονται όλα τα
περιστατικά. Αυτό βέβαια επ’ ουδενί σημαίνει ότι τα βιβλία θα πρέπει να καταφέρονται εναντίον άλλων λαών, να αφήνουν
υπαινιγμούς και να μειώνουν μειονοτικές πληθυσμιακές ομάδες.Η άδικη πολεμική
που ασκείται,
φαίνεται σαφώς ότι είναι παρείσακτη στα βιβλία, καθώς πολλές φορές είναι και εκτός συνάφειας της
διδακτικής ενότητας. Οι αναφορές αυτές, που παραθέσαμε στις προηγούμενες σελίδες δεν υπήρχαν στα τουρκικά σχολικά βιβλία, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Σήμερα
δίνεται η εντύπωση στους μαθητές/τριες της
γειτονικής χώρας, ότι οι μειονότητες
υπέσκαπταν τα θεμέλια της Αυτοκρατορίας,
σε συνεργασία με ξένες δυνάμεις
και αφήνεται βέβαια να εννοηθεί ότι ίσως
αυτό συμβεί και σήμερα. Διαβάζοντας τις παραπάνω ενότητες οι Τούρκοι μαθητές/τριες
μάλλον σχηματίζουν την άποψη ότι οι Έλληνες ή οι άλλοι λαοί που δεν
κατονομάζονται, ασκούσαν και ασκούν ακόμη
επιθετική πολιτική. Φυσικά, όπως προαναφέρθηκε υπάρχουν πολλές σχετικές
αντιφάσεις στα βιβλία, όπου από τη μια μεριά υπάρχουν τα παραπάνω αρνητικά και από
την άλλη τονίζεται το καλό κλίμα που σήμερα επικρατεί μεταξύ των δύο λαών. Η προσθήκη των αρνητικών
αναφορών, κυρίως τα τελευταία είκοσι χρόνια,
αντικατοπτρίζει ως ένα βαθμό τις εσωτερικές διεργασίες και συγκρούσεις της πολιτικής και
στρατιωτικής ηγεσίας, κυρίως για θρησκευτικά και συνειδησιακά θέματα, που ήρθαν στο φως
κατά τους τελευταίους μήνες στη γειτονική χώρα. Ακόμη οι συχνές αναφορές στο
έθνος, στην μία πατρίδα, στην ενότητα του λαού, στο λαϊκό κράτος, στην ελευθερία της
συνείδησης, στις μεταρρυθμίσεις του Ατατούρκ που επέτρεψαν τη μόρφωση και την ελευθερία, μας παραπέμπουν στις συνεχείς συζητήσεις στην τουρκική κοινωνία για τη δομή και τις
παραδόσεις του κοσμικού κράτους και τη θέση και επιρροή της Ισλαμικής θρησκείας σ’
αυτό. Ως απλό παράδειγμα ας αναφέρουμε ότι στα βιβλία Ιστορίας της ΠΕ, που είναι και γενικού κοινωνικού περιεχομένου και
που όπως όλα τα εγχειρίδια εκφράζουν την επίσημη κρατική πολιτική, σε καμία απεικόνιση ή φωτογραφία δεν υπάρχει η μαντίλα, σύμβολο της
ισλαμικής θρησκείας, που συχνά
προκαλεί αντιπαραθέσεις στην τουρκική κοινωνία.
Τα ελληνικά βιβλία
δεν περιέχουν ενότητες σχετικές με θέματα εξωτερικής πολιτικής και δεν
καταφέρονται, όπως είναι αυτονόητο, εναντίον των μειονοτήτων ή εναντίον αοράτων
εχθρών. Είναι από τα καλύτερα των Βαλκανίων και ασκούν τους μαθητές στην
κριτική σκέψη. Και ναι μεν στα τουρκικά σχολικά βιβλία ιστορίας ορισμένων τάξεων, υπάρχουν
σαφείς αιχμές κατά των Ελλήνων, κατά του Πατριαρχείου και των
άλλων μειονοτήτων, απουσιάζουν όμως οι λέξεις «σφαγή/ες» ή «αγριότητες», στις
σχετικές με την Ελλάδα και τους Έλληνες ιστορικές αφηγήσεις. Σε ορισμένα ελληνικά βιβλία ιστορίας παραμένουν ακόμη οι λέξεις «αγριότητα, σφαγές»
στις σχετικές με τους Τούρκους αφηγήσεις.
Στα τουρκικά βιβλία δεν
γίνεται αναφορά στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων.
Υπάρχουν βέβαια αρκετές
αναφορές που προάγουν την πολιτισμικότητα, διδάσκουν
την καταπολέμηση του ρατσισμού και την αξία της διαφορετικότητας. Οι Κούρδοι, ακόμη και ως γλωσσική
μειονότητα, δεν υφίστανται σε κανένα
βιβλίο, παρόλο που η γλώσσα τους είναι αναγνωρισμένη
νομοθετικά. Τα βιβλία αγνοούν παντελώς την συμβολή των μη μουσουλμάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και της Τουρκίας του 20ού αιώνα, στην πολιτιστική και πολιτισμική ζωή και την
ιστορία της. Τέλος, η πενιχρή
παράθεση
πηγών της ιστορίας στα τουρκικά σχολικά
βιβλία δεν προάγει την κριτική σκέψη.
Η ιστορία είναι ένα επιστημονικό διδακτικό αντικείμενο και θα πρέπει να μη αντιμετωπίζεται ως ιδεολογικό όπλο. Να μην υποδαυλίζει την
έχθρα, αλλά να προωθεί την ειρήνη και την αλληλεγγύη των λαών και μάλιστα των
γειτονικών, που η ιστορία όρισε να ζουν μαζί. Ζητούμενο είναι το πνεύμα της
«ιστορίας για την ειρήνη και όχι για
την εχθρότητα». Τα ελληνοτουρκικά ζητήματα θα παραμένουν επίκαιρα για πολύ. Πολύ συχνά αναμοχλεύονται τα
ιστορικά πάθη από κύκλους έξω από την εκπαιδευτική πραγματικότητα, με εργαλείο τα βιβλία της ιστορίας ή άλλα σχολικά βιβλία και έτσι τα βιβλία μετατρέπονται πολλές φορές
σε ένα ιδεολογικό εργαλείο πολεμικής των γειτονικών και όχι μόνο λαών. Θα πρέπει να συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο: το μάθημα να είναι ένα μέσο
συμφιλίωσης και συνεργασίας των λαών,
που διδάσκονται από το παρελθόν και οικοδομούν ένα ειρηνικό μέλλον. Αυτό
άλλωστε μας διδάσκει σήμερα και η ευρωπαϊκή ιστορία, που μέσα στα πρώτα
πενήντα χρόνια του 20ού αιώνα έχει να
επιδείξει τους πλέον αιματηρούς πολέμους στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά
και στη συνέχεια την συμφιλίωση και τη
συνεργασία στα πλαίσια της ΕΕ. Η ιστορική γνώση δεν πρέπει να αποκρύπτεται ή να αλλοιώνεται
στα σχολικά βιβλία ιστορίας και όλα
τα μελανά σημεία της θα πρέπει να έρχονται στο φως με γνώμονα όμως το
ειρηνικό μέλλον των αποδεκτών-μαθητών.
Το μάθημα της ιστορίας από
σχολική γνώση δεν πρέπει επ΄ ουδενί
να μετατρέπεται σε εργαλείο φανατισμού και άσκησης πολιτικής.
Στα σχολικά βιβλία ιστορίας Ελλάδας και Τουρκίας θα πρέπει να γίνουν ουσιαστικές παρεμβάσεις σχετικά με την
ιστορία των πολιτιστικών, οικονομικών και εκπαιδευτικών συνεργασιών που
υπάρχουν εδώ και αρκετές δεκαετίες και οι
οποίες συμβάλλουν στην αλληλοκατανόηση
και την αμοιβαία εμπιστοσύνη. Ακόμη θα πρέπει να προστεθούν αναφορές στη χρυσή δεκαετία των ελληνοτουρκικών
σχέσεων 1930-40, φωτογραφικό υλικό από τις κοινές δράσεις και συνεργασίες από τότε μέχρι και σήμερα (αμοιβαίες
επισκέψεις πολιτικών, «η διπλωματία των σεισμών», οι σχολικές συμπράξεις, οι
αμοιβαίες επισκέψεις εκπαιδευτικών, οι οικονομικές εμπορικές σχέσεις-διμερείς εισαγωγές
προϊόντων, η συνεργασία σε ενεργειακά θέματα, κ.ά.). Είναι καιρός οι ιστορικοί να συζητήσουν πλέον και θέματα σύγχρονης
ιστοριογραφίας, όπως είναι η εικόνα θύματος-θύτη, η επιλεκτική ή μη μνήμη όλων
των θυμάτων, ο «διπλός» συμβολισμός και η διπλή προσέγγιση σημαντικών ιστορικών
γεγονότων και τελικά η εικόνα που μεταβιβάζεται στους μαθητές/τριες-αποδέκτες. Πρότυπο προς μίμηση ίσως θα μπορούσε
να αποτελέσει το κοινό βιβλίο Ιστορίας Γαλλίας – Γερμανίας, για τους μαθητές της
τελευταίας τάξης του Λυκείου, των δύο πρώην
εχθρικών χωρών στον πόλεμο, που έγιναν αργότερα στενοί εταίροι στην ΕΕ.
ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Γλεντής Στ., Μαραγκουδάκης Ε.,
Νικολόπουλος Ν., Νικολοπούλου, Ιστορία Δ’ Δημοτικού, Στα Βυζαντινά χρόνια, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2006.
ΔΕΠΠΣ και ΑΠΣ Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, τόμος Α+Β, Αθήνα
2002.
Δημητρούκας Ι., Ιωάννου Θ., Μεσαιωνική και νεότερη Ιστορία,
Β’ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2006.
Δημητρούκας Ι., Ιωάννου Θ.,Μπαρούτας
Κ., Ιστορία του
Μεσαιωνικού και του Νεότερου Κόσμου 565-1815.
Κατσουλάκος Θ., ΚαρυώτηΙ., Λένα
Μ.,Κατσάρου Χ., Ιστορία Δ΄ Δημοτικού, Στα Αρχαία χρόνια, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2006.
Κατσουλάκος Θ., Κοκκορού-Αλευρά Γ., Σκουλάτος
Β., Αρχαία
Ιστορία Α’ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, Αθήνα
2006.
Κρεμμύδας Β., Ιστορία Νεότερη-Σύγχρονη
Ελληνική-Ευρωπαϊκή και Παγκόσμια, Γ’ Γυμνάσιου ΟΕΔΒ, Αθήνα, χ.χ.
Μαϊστρέλλης Σ., Καλλύβη Μιχαήλ
Μ.,., ., Ιστορία Γ΄Δημοτικού Από τη Μυθολογία στην Ιστορία, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2006.
Μαστραπά Α., Ιστορία του αρχαίου
κόσμου, Α τάξη
Ενιαίου Λυκείου, Αθήνα 2001.
Μήλλας, Η., Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων.
Σχολικά βιβλία-Ιστοριογραφία-Λογοτεχνία και εθνικά στερότυπα, Αθήνα, 2005.
Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας, Γ’
Τάξη Ενιαίου Λυκείου, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2006.
Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Ιστορία Αρχαία και Μεσαιωνική Α΄
τάξη ΤΕΕ, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2006
Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Ιστορία Αρχαία και Μεσαιωνική, Α’
τάξη, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2006.
Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Ιστορία του αρχαίου Κόσμου, Α’
Τάξη ενιαίου Λυκείου, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2001.
Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Ιστορία του Μεσαιωνικού και του
Νεότερου Κόσμου 565-1815, ΟΕΔΒ, Αθήνα,2003.
Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Ιστορία του Νεότερου και
Σύγχρονου κόσμου από το 1453 μ.Χ. έως
σήμερα, Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια, Α΄ τάξη ΟΕΔΒ, 2003
Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Ιστορία του νεότερου και του
σύγχρονου κόσμου (από το 1815 έως σήμερα, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2007.
Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία Γ΄
Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2007
Ρεπούση Μ., Ανδρεάδου Χ.,
Πουταχίδης Α., Τσίβας Α., Στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια,
Στ΄Δημοτικού, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2006.
ΣκουλάτουΒ., Δημακοπούλο Ν.,Κόνδη
Σ., Ιστορία
νεότερη και σύγχρονη, τ.Β’, Β’ Λυκείου.
ΣκουλάτουΒ., Δημακοπούλο Ν., Κόνδη
Σ.,Ιστορία
νεότερη και σύγχρονη, Γ’ Ενιαίου, ΟΕΔΒ Αθήνα, 2006.
ΥΠΕΠΘ, Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο
Προγραμμάτων Σπουδών Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών, Αθήνα 2003
ΕΠΙΛΟΓΗ ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Akyıldız R.,Durmuş H., lköğretimSosyal bilgiler ders kitabı.7,Yeni
çizgi yayınları, Ankara,2006.
Aldal H., FalakoğluK., Çetin L., İlköğretim
Hayat Bilgisi 1,Okyay yayıncılık Ankara
2006.
Altaş N., Çokkültürlülük ve Din Eğitimi, Nobel
Yayıncılık, Ankara 2003.
Çetin A., Varoğlu U., Bulkan O., Levendoğlu S., lköğretimSosyal bilgiler ders kitabı.5,Başarı
yayıncılık, İstanbul 2006.
Kara K., Lise, Osmanlı tarihi, Önde,İstanbul 2006.
Kara K., Tarih Lise
1, Önde,İstanbul 2006.
Kara K., Tarih Lise 2 , Önde,İstanbul
2005.
Kolukısa E.,Tokcan H., Akbaba.,İlköğretim Sosyal bilgiler ders kitabı.6 A
yayınları2006.
Özdemir A., Yıldız M., İlköğretim
Hayat Bilgisi 2,Fezagazetecilik,
Istanbul 2006.
Toker M., Doğançay Çelik Y., İlköğretim
Hayat Bilgisi,Bilsa Evren yayıncılık
İzmir, Ankara 2006.
Turkiye Cumhuriyeti, Milli Eğitim Bakanliği, talim ve terbive kurulu
başkanliği, ilköğretim ve ortaöğretim din kültürü ve ahlâk bilgisi dersi
programi, Αnkara, 28/02/1992.
Turkiye Cumhuriyeti, Milli Eğitim Bakanliği, talim ve terbive kurulu
başkanliği, ilköğretim ve ortaöğretim din kültürü ve ahlâk bilgisi dersi
programı, Αnkara, 2005.
Yavuz N.,
İlköğretim Sosyal bilgiler ders kitabı 4, Meram yayıncılık, İstanbul 2006.
ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ
Αντώνιος Χατζόπουλος, Ιούνιος
2009, Αλεξανδρούπολη
[1]Στην παρούσα αξιολογήθηκαν και τα
νέα βιβλία ιστορίας Γ΄ Γυμνασίου
και Γ΄ Λυκείου που διανεμήθηκαν με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς
και θα διδαχτούν για πρώτη φορά στα
σχολεία μας, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο,
Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία Γ΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2007 και Ιστορία
του νεότερου και του σύγχρονου κόσμου (από το 1815 έως σήμερα), ΟΕΔΒ,
Αθήνα, 2007. Ευχαριστώ τον Yusufbahri Gündoğdu, διευθυντή του Τουρκικού
Δημοτικού Σχολείου στη συνοικία Μέγα Ρεύμα του Βοσπόρου (Arnavutköy) για την
ευγενική παραχώρηση όλων των τουρκικών διδακτικών βιβλίων.
[3] ΥΠΕΠΘ, Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών
Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών, Αθήνα 2003 ,σελ.6.
[4]Her eğitim sisteminin yetiştirmek istediği bir “insan tipι” vardır = Κάθε εκπαιδευτικό σύστημα θέλει
να διαμορφώσει ένα
τύπο ανθρώπου.
[5] Τα ελληνικά διδακτικά βιβλία εγκρίνονται από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, ενώ τα Τουρκικά
από το κρατικό Talim
ve terbiye kurulu (= Εθνικό Συμβούλιο
Εκπαίδευσης και Αγωγής) του τουρκικού
Υπουργείου Παιδείας.
[6] Σε παλαιότερο βιβλίο
ιστορίας της ίδιας τάξη υπήρχε
ανεξάρτητη εκτενής διδακτική
ενότητα με τίτλο « Ο ελληνικός
πολιτισμός», Hakkı Dursun Yıldız, Tarih, 1991, İstanbul, σελ. 97-99.
[7] Ίδρυσε μαζί με άλλους δικηγόρους οργάνωση προστασίας
ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.
[8] Ποτέ δεν εφαρμόστηκε η
διάταξη αυτή, όπως άλλωστε και πολλές άλλες.
[9]Εντελώς διαφορετικά και εξαιρετικά θετικά είναι τα σχολικά βιβλία
Θρησκευτικών της Τουρκίας, Α.Χατζόπουλος, Αναλυτικά προγράμματα και
σχολικά εγχειρίδια Θρησκευτικών Ελλάδας-Τουρκίας: μια επίκαιρη συγκριτική
θεώρηση, Πρακτικά Συνεδρίου
Παιδαγωγικής εταιρείας Δράμας, Δράμα, 2005.
Εθνική φυσιογνωμία και Ορθόδοξη Οικουμενικότητα στη σημερινή Ελλάδα, Αθήνα, Ιανουάριος 2011
Ο
τίτλος του θέματος που ανέλαβα να σας παρουσιάσω, έχει την πρωτοτυπία
να σημαίνει κάτι, μόνο στη γλώσσα μας, στα ελληνικά! Αν μεταφραστεί σε
άλλη γλώσα θα είναι τελείως ακατανόητος. Ας μην βιαστεί κάποιος να πει,
«τι μας ενδιαφέρει κάτι τέτοιο!». Είναι ανάγκη πλέον, να μεταφράζουμε
τις έννοιές μας και σε άλλες γλώσσες για να βλέπουμε δύο πράγματα:
1. πόσο μπορούν να μας κατανοήσουν οι άλλοι και
2. πόσο αντέχουν οι αλήθειες μας στο ευρύτερο σήμερα,
διαφορετικά
θα μας παραμείνουν για εσωτερική κατανάλωση. Όμως, οι έννοιες
«φυσιογνωμία» και «οικουμενικότητα», είναι εξωστρεφείς∙ τη «φυσιογνωμία»
μας, άλλοι τη διαπιστώνουν και η «οικουμενικότητα» είναι «άνοιγμα» σε άλλους.
Όταν
συζητάμε τις δύο έννοιες του τίτλου «εθνική ταυτότητα»-«Ορθόδοξη
Οικουμενικότητα» και τη σχέση που έχουν η που δεν έχουν, φανερώνουμε ότι
όλοι μας, ανεξαιρέτως, είμαστε ακατάστατα ριγμένοι μέσα σ ’ένα δίχτυ, από το οποίο, νομίζω πως πρέπει γρήγορα να βγούμε.
Τι εννοώ∙
για
την πρώτη έννοια∙ κολακευόμαστε από το λόγο του Αϊνστάιν ότι «το σύμπαν
είναι ελληνικό», πιστεύουμε ότι όλος ο κόσμος μας οφείλει το «αρχαίο
πνεύμα αθάνατο» και από την άλλη, «ελληνικό» θεωρούμε μόνο ο,τι φαίνεται
από την πλατεία Συντάγματος (Γ. Σεφέρης).
Την
Ορθοδοξία, πάλι, τη βλέπουμε με τα γυαλιά της βοσπορίδος ανατολής, αυτά
τα γυαλιά είναι πολύχρωμα∙ όμως, εκείνο που μας δυσκολεύει περισσότερο
είναι το γεγονός ότι την Ορθοδοξία ενώ τη βιώνουμε γονιδιακά, την
εξωτερικεύουμε προτεσταντικά.
Επιμένω,
λοιπόν, ότι χρειάζεται να ξέρουμε πως μας βλέπουν οι άλλοι, για να
βγούμε μέσα από το δίχτυ στο οποίο βρισκόμαστε, επειδή σε μια επίσκεψη
των ονομάτων του τίτλου μας, το πιο ανώδυνο θα ήταν να συζητήσουμε: τι
είναι «εθνικό», ποιά στοιχεία συγκροτούν την εθνική φυσιογνωμία μιας
χώρας, ποιά τακτική κατέστησε το Βυζάντιο «οικουμενικό» και τι είναι η
Ορθοδοξία!
Όμως,
αφού στον τίτλο του Συνεδρίου μας βάλατε την δύσκολη λέξη «σήμερα», η
ομιλία θα μας οδηγήσει σε κακοτοπιά, όπου το λιγότερο, θα είναι να
παρεξηγηθούμε, όμως το χειρότερο θα είναι να χαθούμε σε αντιθέσεις και
να πνιγούμε σε διαπιστώσεις, χωρίς να φτάσουμε πουθενά.
Λοιπόν, τι είναι «εθνικό», σήμερα;
Ποιά είναι, σήμερα, η εθνική φυσιογνωμία της Χώρας μας;
Αυτό που στο Βυζάντιο εννοούσαν «οικουμενικό» αποδίδεται, σήμερα, με τη λέξη «παγκόσμιο»;
Τι
σημαίνει «Ορθοδοξία», σήμερα; όχι στη Θεολογία, εκεί το καταλαβαίνουμε∙
αλλά στην καθημερινότητα της κατά Χριστόν ζωής, όπου αποδεικνύεται ή
δεν αποδεικνύεται το ορθόδοξο του δόγματος σε κάθε εποχή.
Τι
λέτε; θα το αντέξουμε το «σήμερα»; αν «ναι», τότε, σας ευχαριστώ για
την τιμή που μου κάνατε να μου αναθέσετε αυτήν την ομιλία και συνεχίζω.
Αγαπητοί μου∙
Α’
Υποπτεύομαι
ότι στις μέρες μας, η διχασμένη εθνική μας προσωπικότητα έφτασε σε
αδιέξοδο και χρειάζεται εξάπαντος να επανεξετασθεί. Άρχισε με την
ελληνική επανάσταση, οπόταν, προκειμένου να μη θιγούν οι βλέψεις του
τσάρου προς την Άσπρη θάλασσα και αξιοποιώντας το ρομαντικό φιλελληνισμό
της Ευρώπης (απότοκο της ληστείας των αρχαιοελληνικών μας χώρων), οι
επαναστάτες έκαναν μια προσυμφωνημένη και εξομολογημένη αμαρτία. Είπαν,
θα ονομασθούμε «έλληνες, για να ρίξουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου,
πραγματικά ρωμηοί» (Μακρυγιάννης). Από τότε άρχισε ο ελληνισμός να
βιώνει την διχασμένη εθνική του προσωπικότητα και συνεχίζεται με
διάφορες μορφές μέχρι και σήμερα.
Να θυμίσω παραδείγματα;
Όλες οι διαφημιστικές αφίσσες και τα σποτάκια του υπουργείου Τουρισμού, παρουσιάζουν αρχαιοελληνικά αγάλματα και κίονες∙
Στις
σελίδες των διαβατηρίων μας από τις 14 φωτογραφίες οι 12 έχουν
αρχαιοελληνικές παραστάσεις, υπάρχουν δύο μόνο καθολικά μοναστηριών κι
αυτά έτυχε να τα πάρουν από γραβούρες του 18ου αιώνα που συνέπεσε να μην
έχουν σταυρό∙
Στις
αναφορές του υπουργείου Πολιτισμού, στις μελέτες του, στους
εκπαιδευτικούς προγραμματισμούς του, δε βλέπω να υφίστανται τα πρόσφατα
2000 χρόνια∙
οπότε
και ο λαός μας έμαθε, ενώ επικαλείται τον Χριστό και την Παναγία,
συγχρόνως να λανσάρεται με την Αφροδίτη της Μήλου ή τον Ερμή του
Πραξιτέλη.
Θα
μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτό, που λέω διχασμό της εθνικής μας
προσωπικότητος, συντηρείται για λόγους προβολής μας στο Εξωτερικό. Παρ’
όλο, που, έξω κανείς πια δεν μας παίρνει στα σοβαρά ως απογόνους του Μ.
Αλεξάνδρου, να το δεχθώ∙ είναι όμως και η συνολική εικόνα της Χώρας μας
που δε δείχνει να ενδιαφέρεται για την διατήρηση μιας ζωντανής εθνικής
ταυτότητος. Επιμένω στο «ζωντανής εθνικής ταυτότητος». Και, αρέσει-δεν
αρέσει, η ζωντανή ταυτότητα του λαού μας είναι η
ορθόδοξη χριστιανική, οπότε ορθόδοξη χριστιανική είναι και η φυσιογνωμία
της Πατρίδος μας, ακόμα. Και δεν είναι που το λέω εγώ, τώρα πλέον το
λένε παντού, ότι πρώτιστο και δυναμικότερο στοιχείο της εθνικής
φυσιογνωμίας μιας χώρας, είναι η θρησκευτική πίστη του λαού της.
Σ’
εμάς, φανερά η Πολιτεία μας, δεν τολμά να αποστασιοποιηθεί από τις
ορθόδοξες χριστιανικές καταβολές μας, αλλά, δεν βιώνει όμως, με
αυτοσυνειδησία και τόλμη αυτό το βίωμα του λαού μας. Κρυφά, λοιπόν,
βλέπουμε να υφαίνονται μεθοδολογίες, να καταστρώνονται νομοσχέδια, να
τυπώνονται βιβλία, να εφαρμόζονται τακτικές, να διορίζονται Δραγώνες, να
μοντάρονται σποτάκια για τις τηλεοράσεις, που αμβλύνουν κάθε
παραδοσιακή φυσιογνωμία και ταυτότητα της Πατρίδος μας. Επίσημα η
Πολιτεία δε μας λέει∙ «θέλω να γίνω λαϊκό Κράτος», όμως, διαπιστώνουμε
ότι η νέα πολιτική σκέψη που διαχέεται σε όλα τα κόμματα, επιστρατεύει
ανθρώπους τελείως άγευστους της πνευματικής λαϊκής εμπειρίας, για να
ευτελίσουν, να γελοιοποιήσουν και τελικά να ροκανίσουν το φρόνημα και το
ήθος του λαού∙ (συμπτωματικά; κατευθυνόμενα; κανείς δεν μπορεί να το
βεβαιώσει).
Υπήρξε
Πρωθυπουργός μας που σημειώθηκε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας
του δεν παρευρέθηκε ποτέ σε Δοξολογία και σε Παρέλαση!
Τα
προηγούμενα χρόνια, αν μιλούσες για πατρίδα ήσουν εθνικιστής, αν
συγκρινόσουν με κάποιον άλλο λαό ήσουν σωβινιστής, αν μιλούσες για το
στρατό ήσουν μιλιταριστής, μέχρι πριν από 1 χρόνο αν έλεγες τη γνώμη σου
για την ιθαγένεια ήσουν ρατσιστής, φονταμενταλιστής! Πατριώτης ποτέ δεν
ήσουν. Η λέξη ήταν σχεδόν επικηρυγμένη, όπως και ο εκφραστής της.
Θυμάστε
και τα παρεπόμενα∙ ο όρκος στα δικαστήρια και στη Βουλή, οι εικόνες στα
σχολεία, οι παρελάσεις, η έπαρση και η υποστολή, ο σταυρός από το
κοντάρι και το πανί της σημαίας.
Αλλά
και στον υπόλοιπο κοινωνικό μας βίο, μια πλούσια σειρά νομοσχεδίων
επιδιώκουν να αποχρωματίσουν την εθνική φυσιογνωμία της Χώρας μας από
κάθε χριστιανικό χρώμα∙ πολιτικός γάμος, αυτόματο διαζύγιο, σύμφωνο
ελεύθερης συμβίωσης, το θρήσκευμα στις ταυτότητες, η πολιτική βάπτιση, η
πολιτική κηδεία, όχι η σύμφωνη, αλλά η απλή γνώμη του επισκόπου,
προκειμένου να ανεγερθεί τέμενος αλλοθρήσκων στην επαρχία του και άλλα.
Και
το νυστέρι πήγε πιο βαθειά∙ στα σχολικά εγχειρίδια. Δεν ήταν μόνο «ο
συνωστισμός στην παραλία της Σμύρνης», είναι ακόμα ουσιαστικότερη η
επέμβαση. Στα σχολικά βιβλία κατορθώθηκε η απάλειψη της αλυσιδωτής
συνέχειας των ιστορικών γεγονότων (αν διδάξεις σε σχολική τάξη σήμερα
ότι στην άλωση της Πόλης ήταν κι ο Μέγας Ναπολέων, τα παιδιά θα το
αποδεχτούν, επειδή συνήθισαν σε ιστορικά άλματα και όχι στην ιστορική
συνέχεια) καθώς και η απομυθοποίηση κάθε ιστορικής αλήθειας. (η
παλιότερη φράση «μετριούνται οι τούρκοι 3 φορές και λείπουν 3.000,
μετριούνται τα ελληνόπουλα και λείπουν 3 λεβέντες» μπορεί να έδινε με
την υπερβολή της μια αίσθηση υπερηφάνειας, αλλά δεν έβλαφτε κανέναν, δεν
αναβίωνε εχθρότητες, δεν πυροδοτούσε μίση)
Παράλληλα
με τα ιστορικά γεγονότα, από τα αναγνωστικά του Δημοτικού απαλείφθηκε
τελείως κάθε παραπομπή και σε εκκλησιαστικά στιγμιότυπα.
Όλα
αυτά γίνονταν, έγιναν (είτε επειδή τα ζητούσε η Ε. Ε. είτε με εγχώριο
ζήλο) μέχρι πριν από 14 μήνες που κοινολογήθηκε η οικονομική κρίση.
Οπότε ακούσαμε τον Πρωθυπουργό μας να μας θυμίζει μια λησμονημένη λέξη∙
«η Πατρίδα μας» είπε∙ «χρειάζεται θυσίες». Ξαφνιαστήκαμε! Κοιταχτήκαμε
περίεργα, ποιά πατρίδα, τι είναι αυτό; Τρομάζαμε να θυμηθούμε την
έννοια! Μέχρι τότε ακούγαμε για Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση, για ΟΝΕ, για
Οικονομική Σύγκλιση και παρόμοια, οπότε δικαιολογημένα είχε επικρατήσει
σε όλους μας η νοοτροπία που είχαμε. Αυτή η τακτική είχε ρημάξει κάποτε
την πανίσχυρη Οθωμανική Αυτοκρατορία, όταν δεν δίστασε να γράψει έξω
από το ανάκτορο του Yildiz στην ΚΠολη, επάνω σε μαρμάρινη πινακίδα: «Το
ταμείο του Πατισάχ είναι θάλασσα κι όποιος δεν πίνει απ’ αυτό είναι
χοίρος».
Αλλά,
γιατί όχι; Χωρίς εθνική υπερηφάνεια (Ίμια), χωρίς εθνικές κόκκινες
γραμμές (η κ. Μπενάκη στον Πρόεδρο Παπούλια), χωρίς ιστορικό μπούσουλα,
χωρίς εθνική Παιδεία, σε τι άλλο θα μας εξυπηρετούσε μια Πατρίδα, αν όχι
για να την αρμέξουμε; Ανάχωμα σε ένα τέτοιο εθνικό σπορ, οπωσδήποτε θα
μπορούσε να σταθεί, μια «ηθική αγωγή του πολίτη», ή η αξιοποίηση της
ηθικής του Ευαγγελίου, που είναι μέσα στην Παράδοση του λαού μας. Αλλά
αυτή η ηθική είχε προ πολλού εξοστρακιστεί από την Χώρα, μαζί μ’ αυτούς
που την διδάσκουν. Θυμηθείτε, κάθε χρόνο πριν την Μεγ. Βδομάδα∙ τη μια
χρονιά, ο «Κώδικας ντα-Βίντσι», την άλλη, ένα «Απόκρυφο Ευαγγέλιο», την
τρίτη, η λειψανοθήκη με τα οστά κάποιου «Ιησού γιου του Ιωσήφ» και
έπειτα η πλημμυρίδα των σκανδάλων στην Αθήνα, στα Ιεροσόλυμα, στο
Βατοπαίδι∙ ε! πολύ θέλει να διαλυθεί ο ηθικός εθνικός ιστός ενός
κρατιδίου;
Κάναμε
και οι κληρικοί λάθη, να σας πω τι εννοώ. Όταν παρασυρθήκαμε σε άγνωστα
για μας τερέν και μιλήσαμε οι ίδιοι για «κάθαρση της Εκκλησίας».
Βλάσφημη φράση! Και οι ακάθαρτοι που θα πάνε, όταν η Εκκλησία γίνει
κολλέγιο αγίων; Χάσαμε τότε μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να μιλήσουμε στο
λαό μας ορθόδοξα∙ για την πορεία προς την μετάνοια και την ανακαίνιση
του όλου ανθρώπου, που είναι η κύρια «δουλειά της Εκκλησίας».
Ο
λαός μας, λοιπόν, κρύωσε, χαλάρωσε, έχασε τα πρότυπά του, έχασε την
ελπίδα του, ισοπέδωσε μέσα του τα πάντα, δεν είχε πλέον φραγμούς και μας
ταύτισε με το διεφθαρμένο Κράτος του οποίου μας βλέπει αναπόσπαστο
τμήμα. Είπα κάποτε σε πολιτικό, αν μάθετε στο λαό μας να πετάει πέτρες
στους ιερείς, σε σας θα πετάξει χειροβομβίδες. Στο τέλος, ο λαός μας,
παρασύρθηκε σ’ ένα παιχνίδι που απαιτούσε να πληρώσει η Εκκλησία φόρους
από την θρυλούμενη «αμύθητη περιουσία» της. Αλήθεια! διερωτήθηκε κανείς,
από που κόβουμε τα χρήματα που πληρώνουμε φορολογία;
Μέσα
στο 2010 ψηφίστηκαν και μια σειρά νόμοι και εγκαθιδρύθηκε σε βάρος μας
νοοτροπία, που μας έκαναν να αισθανόμαστε οι πιο ανέντιμοι και
αντιπαραγωγικοί φορείς του Δημοσίου.
Σήμερα,
αντιλαμβανόμαστε ότι συλλήβδην ο εκκλησιαστικός λόγος μόλις γίνεται
ανεκτός, εκτός αν είναι «κατά παραγγελίαν». Για πολλούς είναι ύποπτος,
οπισθοδρομικός και αντιδραστικός. Δικαιούται ύπαρξης, χάρη στη μεγαθυμία
του «δημοκρατικού πλουραλισμού». Αρκεί να μην ενοχλεί την κοινωνία με
πολλά λόγια και ο χρόνος και η «πρόοδος» θα εξαλείψουν και αυτό το
φαινόμενο, όπως και τόσα άλλα κατάλοιπα της λαϊκής δεισιδαιμονίας» (π.
Βασιλ. Καλλιακμάνης). Είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι σε μια επόμενη
αναθεωρητική Βουλή, τίποτε στις σχέσεις μας με το Κράτος δε θα
παραμείνει ως έχει σήμερα. Το κακό είναι ότι δεν προετοιμαζόμαστε για
κάτι τέτοιο, ούτε «επί χάρτου».
Όλα
αυτά και όσα παρόμοια, ενδεχομένως, έχετε εσείς στο νου σας, δείχνουν
με το δάκτυλο μια Χώρα, που δεν ξέρω τι φυσιογνωμία έχει, αλλά πάντως
Ορθόδοξη Χριστιανική φυσιογνωμία δε θέλει να έχει, ενώ ο λαός της
επιμένει να θρησκεύεται.
Αυτήν
τη διχασμένη εθνική προσωπικότητα της Χώρας μας, τη ζουν έντονα οι
πολιτικοί μας, οι οποίοι εκλέγονται μεν από ένα λαό που διαγκωνίζονται
να τον συναντήσουν σε κάθε γιορτή (Χριστούγεννα, Πάσχα, 15αυγουστο,
δοξολογίες, εθνικά μνημόσυνα), σε εσπερινούς και λιτανείες (προ
εκλογικών περιόδων κυρίως), αλλά δε λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους την
πίστη του λαού, όταν νομοθετούν γι’ αυτόν.
Θυμηθείτε
τις δηλώσεις των πολιτικών μας στο πλατύσκαλο του Μητροπολιτικού Ναού
των Αθηνών την Κυριακή της Ορθοδοξίας∙ κάποιος είπε πριν 2-3 χρόνια: «η
Εκκλησία πρέπει να εκσυγχρονισθεί, να καθαρθεί και να επανεξετάσει το
ρόλο της». Μιλούσε ασφαλώς για το Νομικό Πρόσωπο της Εκκλησίας, που
ξέρει. Άλλο πρόσωπο της Εκκλησίας, πνευματικό, δεν ξέρει ο άνθρωπος∙
ίσως να γνωρίζει και το κοινωνικό πρόσωπο της Εκκλησίας μας, ιδρύματα,
συσσίτια κ.λ.π.
Αυτόν
τον τομέα, του κοινωνικού έργου της Εκκλησίας μας, πάλι δεν τον
αξιοποιήσαμε σωστά, προκειμένου να διδάξουμε στο λαό μας, ότι η
φιλανθρωπία για μας αποτελεί τον τρίτο πυλώνα της δράσεως της Εκκλησίας
μετά την λατρεία και το κήρυγμα. Η φιλανθρωπία είναι για μας απόρροια
της ευαγγελικής εντολής της αγάπης, έτσι όπως οικοδομείται στα
επισκοπικά γραφεία που δέχονται ανθρώπους καθημερινά, έτσι όπως
καλλιεργείται από ιερείς που ξημεροβραδυάζονται στους Ναούς με το
πετραχείλι στο λαιμό. Αυτήν την προσφορά δεν την αποτιμά κανείς. Ο
συμβολισμός των κωδωνοκρουσιών, οι θείες Λειτουργίες, οι πολλές
Αγρυπνίες στις πόλεις και στα μοναστήρια, στο Άγιον Όρος, οι Κατηχητικές
συνάξεις, οι εποικοδομητικές ομιλίες, οι χριστιανικές Κατασκηνώσεις,
δεν είναι στοιχεία που σηματοδοτούν το φρόνημα του λαού μας, οπότε και
τη φυσιογνωμία της Χώρας;
Η
σημερινή, λοιπόν, εθνική φυσιογνωμία της Πατρίδος μας, καταγράφεται ως
ασύνδετη με την ιστορική μας συνέχεια. Προσπαθεί να αποποιηθεί κάθε
χριστιανικό της γονίδιο και κάθε ανάλογη συμπεριφορά, οπότε εμφανίζεται
χωρίς εθνικό προσανατολισμό. Δεν μετέχει στην καθημερινή μεταφυσική πάλη
του λαού μας, γι’ αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν αφήνει ίχνη της
διαβάσεώς της στο σύνολο πολιτισμό. Στο δε θρησκευτικό γεγονός, που
απαιτητικά επανέρχεται στην παγκόσμια πολιτισμική ιστορία σε Ευρώπη και
Αμερική, νομίζω ότι η δική μας εθνική ταυτότητα, πλέον, δεν έχει να
παίξει κανένα απολύτως ρόλο. Οπότε η Χώρα μας καθίσταται πλέον ξέφραγη
σε οποιοδήποτε θρησκευτικό υποκατάστατο μεταναστεύσει και δράσει στην
εδαφική επικράτειά μας.
Β’
Η
έννοια της οικουμενικότητος δεν μπορεί να έχει σήμερα καμμιά ιστορική
ομοιότητα με αυτήν που είχε στη βυζαντινή Οικουμένη. Εκείνο το σχήμα
παρήλθε και ανάλογες σημερινές προσπάθειες (Η.Π.Α., Ε.Ε., Ρωσία) έχουν
εγγενείς αδυναμίες για να το αντιγράψουν. Οι αυτοκρατορίες πέρασαν∙ η
πτώση των Αετών, όταν συντελέσθηκε, άφησε μακάβριο γδούπο που μας
τρομάζει μέχρι σήμερα∙ η πρόσφατη παλλινόρθωση μερικών δικεφάλων
δέφαίνεται να επιδιώκει τη συγκρότηση «Οικουμένης»∙ κι όσοι το
προσπαθούν, μάλλον θέλουν να μονοπωλήσουν με τα παραμυθένια σύμβολα του
παρελθόντος σύχρονες εθνικές διεκδικήσεις τους.
Άρα,
λοιπόν, ταυτόχρονη συμπόρευση «βασιλείας και ιερωσύνης» με σκοπό τη
δημιουργία «Οικουμένης» κατά το βυζαντινό μοτίβο, δεν υπάρχει τρόπος να
επιτευχθεί, τουλάχιστον στη γηραιά Ήπειρο.
Η
Εκκλησία πρέπει πρώτη να το καταλάβει αυτό, να αποτινάξει από πάνω της
τη σκουριά του αυτοκρατορικού παρελθόντος μας και να αναλάβουμε, χωρίς
ψευδαισθήσεις, έναν καίριο ρόλο δράσεως στη σύγχρονη κοινωνία, όπου γης.
Μπορεί
να γίνει αυτό; Μπορεί. Επειδή η έννοια της οικουμενικότητος του
κηρύγματος της Εκκλησίας δεν έχει χάσει την δραστικότητά της, ούτε θα τη
χάσει ποτέ. Αρχίζει με την προσευχή του Κυρίου στη Γεθσημανή για «μια
ποίμνη με έναν ποιμένα» και καταλήγει με την εντολή Του «πορευθέντες
μαθητεύσατε πάντα τα έθνη».
Αυτός
είναι ο λόγος που η Εκκλησία δεν είναι θρησκεία. Δεν έχει μέλη. Δεν
έχει οπαδούς. Έχει πιστούς και ο πιστός εγγράφεται στην Εκκλησία με το
βάπτισμά του∙ όμως, παραμένει σ’αυτήν με όρους πνευματικότητος, όχι με
ταυτότητα μέλους. Η Εκκλησία θεωρεί όλο τον κόσμο δικό της. Θεωρεί ότι
έχει ευθύνη ακόμα και για όσους δεν της ανήκουν. Θεωρεί ότι είναι
υπεύθυνη ακόμα και για τη λάσπη με την οποία γράφεται η ιστορία του
πλανήτη. Αυτή η ευθύνη της δεν είναι διεκδικητική, για να κατακτήσει τον
κόσμο. Είναι ευθύνη ανανεωτική, για να αναπλάσει τον κόσμο. Να τον
αναπλάσει όχι με βία, με επιβουλή, αλλά με αγιότητα.
Υπάρχουν
ακόμα σήμερα, άθεοι άνθρωποι και λαοί που ενώ εκτιμούν την υπεροχή του
Ευαγγελίου, δε γίνονται χριστιανοί, ξέρετε γιατί; επειδή εμείς οι
Χριστιανοί δε ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, ώστε να μας δουν, να
διαπιστώσουν τα καλά μας έργα και τότε να δοξάσουν τον Πατέρα μας «τον
εν τοις ουρανοίς».
Αυτή
η έλλειψη της αγιότητος είναι που μας κάνει να φοβούμεθα να ανοιχτούμε
στον κόσμο για να μην «αποκαλυφθεί» η ανεπάρκειά μας. Κλεινόμαστε,
λοιπόν, στον εαυτό μας, ζυμωθήκαμε με τις εθνικές διεκδικήσεις των λαών
μας, τρώμε τις σάρκες μας και δεν αφήνουμε το κοινό Ποτήριο να μας
ενώσει, ούτε τους Ορθοδόξους εννοώ. Έχουμε έλειμμα της οικουμενικής
αποστολής μας και προσπαθούμε να την αναπληρώσουμε με προσκόλληση στο
γράμμα. Έχουμε μειωμένη αυτοσυνειδησία και γι’ αυτό δεν αποφασίζουμε να
παρουσιάσουμε κρυστάλλινο το λόγο του Ευαγγελίου στο παγκόσμιο
χρηματιστήριο των αξιών. Δεν έχουμε ταπείνωση για να παραδεχτούμε την
αλήθεια, ότι δε ζούμε «κατά Χριστόν» και για να καθησυχάζουμε τη
συνείδησή μας, ανυψώσαμε τους τύπους σε δόγματα. Τελικά, φαίνεται ότι
έχουμε ελλειματική πίστη στο Χριστό, γι’ αυτό διστάζουμε να πατήσουμε
επάνω σε φίδια και σε σκορπιούς, με βεβαιότητα ότι τίποτε δε θα μας
βλάψει.
Αυτή
η έλειψη πίστεως και αυτοπεποιθήσεως δημιουργεί την ιεραποστολική
νωχελικότητα των ορθοδόξων, μειώνει τη δραστικότητα του Ευαγγελίου στην
εποχή μας, δεν ανανεώνει την Εκκλησία μας εσωτερικά και της κόβει και
την οικουμενική προοπτική.
Χρειάζεται,
λοιπόν, να ξαναγυρίσουμε στην αρχή μας, στη βάση μας. Χρειάζεται να
δοκιμάσουμε ξανά, πόσο στέρεος είναι ο λίθος επάνω στον οποίο στέκεται η
Εκκλησία σήμερα. Όταν λέω «στέκεται» εννοώ όχι σαν κατεστημένη εξουσία,
αλλά σαν πνευματικό γεγονός. (Πιστέψτε με, όταν στις καταθέσεις
στεφάνων περνώ με τους επισήμους μπροστά από την μπάντα που παιανίζει,
διερωτώμαι τι να σκέπτονται άραγε για μένα οι στρατιώτες που
παρουσιάζουν όπλα.)
Χρειάζεται,
από την αρχή, να εξετάσουμε πόσο χρήσιμοι είμαστε στην κοινωνία
πνευματικά, όχι στο Κράτος θεσμικά. Αλλιώς είχε αρχίσει αυτή η σχέση: το
αναμφισβήτητο πνευματικό ειδικό βάρος μας στην κοινωνία, το πήρε η
Πολιτεία και το τίμησε θεσμικά. Σήμερα, τι ισχύει; (δεν αντέχω την
απάντηση)
Επανέρχομαι
στο ότι χρειάζεται να προβληματιζόμαστε σε κάθε εποχή∙ και στη δική
μας, να επανεξετάσουμε τη δραστικότητα του Ευαγγελίου, όχι επειδή
αμφιβάλλουμε αλλά επειδή είναι ανάγκη να εμπιστευθούμε το Χριστό περισσότερο. Χρειάζεται να μας προστεθεί πίστη.
Η
Πίστη μας έχει οικουμενική δυναμική. «Οικουμενική» δεν εννοώ
γεωγραφικά, αλλά μεθοδολογικά και ιεραποστολικά. Όμως, ούτε οι ίδιοι θα
πεισθούμε γι’ αυτό, ούτε κανέναν θα μπορέσουμε να πείσουμε, ούτε το
παραμικρό οικουμενικό αποτέλεσμα θα φέρουμε, αν δεν είμαστε
θωρακισμένοι εσωτερικά. Αλλιώς, που να πάμε ξυπόλητοι στ’ αγκάθια;
Θα γίνουμε σαν κι εκείνους που τους είπε ο Χριστός, ότι περιάγουν «την θάλασσαν και την ξηράν ποιήσαι ένα προσήλυτον...»
Η
οικουμενική δράση μας χρειάζεται να αρχίσει από μέσα μας, από το
εσωτερικό της Πίστεώς μας και να επικεντρωθεί σε όσους συμπατριώτες μας
έχουν να βρεθούν σε Εκκλησία από την ημέρα που τους βάπτισαν.
Ποιός
δεν το αντιλαμβάνεται, ότι στην ελλαδική κοινωνία μας, ολοένα και
λιγοστεύουμε, όσοι ξέρουμε την αξία της λατρευτικής και της μυστηριακής
ζωής! Εξάπαντος χρειάζεται να αποκρυπτογραφήσουμε την «κατά Χριστόν ζωή»
και να προτείνουμε σε όσους δεν τη γεύθηκαν ποτέ, τόσο την ωφελιμότητά
της, όσο και την ομορφιά της (δίπλα μας υπάρχουν 40ρηδες, 50ρηδες,
τεχνοκράτες, οικογενειάρχες, καλής πάστας, με ευγένεια χαρακτήρος και με
καχυποψία, όμως, που τους κρατά μακρυά μας).
Να
τους προτείνουμε να τη ζήσουν αφού τη διαπιστώσουν οι ίδιοι («γεύσασθε
και ίδετε») κι όχι επειδή τους το λέμε εμείς η κάποιες Οικουμενικές
Σύνοδοι.
Τα
δόγματά μας, αν θέλουμε να είναι και σήμερα δείκτες ζωής, δεν μπορεί να
αντιμετωπίζονται ως μαθηματικά αξιώματα. Κι αν είναι δείκτες ζωής θα
είναι της δικής μας ζωής, όχι της ζωής άλλων, άλλοτε («ουκέτι δια την
σην λαλιάν πιστεύομεν∙ αυτοί γαρ ακηκόαμεν και οίδαμεν ότι ούτος εστιν
αληθώς ο σωτήρ του κόσμου ο Χριστός» (Ιω. 4, 42).
Σήμερα,
είναι αλήθεια, ότι στον τόπο μας, στην Πατρίδα μας, δεν εμπνεόμαστε από
την οικουμενική διάσταση του Ευαγγελίου, που την περιγράφω σαν έξοδο
από τον εαυτό μας για μια συνάντηση με τον έλληνα ακατήχητο, κατ’ αρχήν
κι έπειτα με όλους τους παρόμοιους. Καί ξέρετε
γιατί δεν υπάρχει αυτή η εκρηκτική προοπτική; κατά την γνώμη μου.
Επειδή, αισθανόμαστε εμείς και δίνουμε την εντύπωση και στους άλλους ότι
είμαστε ένα μουσείο ιερών λειψάνων του παρελθόντος, της γλώσσης, του
τυπικού, του τελετουργικού, της ενδυματολογίας, κ. α. Εμείς ξέρουμε τι
αξία έχουν όλα αυτά, ως εργαλεία όμως, όχι ως στόχοι. Το «άνοιγμα» όλων
αυτών, δεν γίνεται να δαιμονοποιείται ασυζητητί.
Ο Φλωρόφσκυ δεν είπε «πίσω στους Πατέρες» για να οπισθοδρομήσουμε εκεί, είπε να πάμε μπροστά «μαζί με τους Πατέρες».
Λέμε
ότι ο κόσμος σήμερα δεν έχει πυξίδα. Δεν έχει, επειδή η Εκκλησία δε
γεννάει δόγματα∙ τα δόγματα είναι δείκτες ζωής. Μα, για να γεννηθούν
δόγματα, χρειάζεται να προηγηθεί πνευματικός τοκετός, δυναμικός
προβληματισμός, παλαίστρα, κονταροκτυπήματα.
Πέρασε
η εποχή που οι άνθρωποι δεν αμφισβητούσαν εύκολα τα λόγια μας κι ἂν τα
αμφισβητούσαν δεν το εξέφραζαν. Σήμερα χρειάζεται να πείσουμε για τα
πάντα. «Κανενός δε θα πείσεις την καρδιά, αν ο λόγος δεν βγαίνει απ’ τήν
καρδιά σου, κανενός δε θα πείσεις τη ζωή, αν η ζωή σου δεν είναι
ματωμένη».
Να
ανοίξουμε, λοιπόν, την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη και να
αφήσουμε τη φράση: «οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε ετούτο ή το άλλο»
χωρίς να παραπέμπουμε σε κανέναν Πατέρα. Να κατανοήσουμε ότι οι Πατέρες
μας δεν ήταν πιόνια στη σκακιέρα του Θεού, αλλά ελεύθερες υπάρξεις που
φαγώθηκαν με τα ρούχα τους προκειμένου να δουν τη δόξα του πραγματικού
(Χρυσ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος).
Να ξαναμιλήσουμε για το Χριστό, (αναφέρομαι
σχετικά στην έκδοση του Μp 3 με το κείμενο της Καινής Διαθήκης σε
μετάφραση) χωρίς μεγάλες κουβέντες, πομπώδεις φράσεις και θεολογικά
συμπλέγματα.
Βρίσκω ο ίδιος άρθρα σε περιοδικά, που τα διαβάζω και δεν τα καταλαβαίνω∙
μαθαίνω ότι και μερικά σχολικά εγχειρίδια θρησκευτικών, είναι ανυπόφορα.
Να πάψουμε τις μεγάλες κουβέντες για θέωση, για νήψη και για θαύματα.
Να
ομολογήσουμε την ανεπάρκειά μας, για να μην ξαφνιάζεται ο κόσμος όταν
«βγαίνουν στον αέρα» σκάνδαλα. Να καταθέσει ο καθ’ ένας μας, την όση
ταπεινή προσπάθεια κάνει για να λυτρωθεί από την αμαρτία.
-Γέροντα, είδες αγγέλους στο Άγιον Όρος; -Όχι, παιδί μου, εγώ μέχρι τώρα μόνο δαίμονες βλέπω, που τους πολεμώ!
Να
ξανακάνουμε σκοπό μας την αγιότητα, αφού πρώτα συμφωνήσουμε στον ορισμό
της αγιότητος. (άγιος είναι ο μετανοημένος αμαρτωλός κι όχι ο
θαυματοποιός ή ο καζαμίας)
Να
παραδεχτούμε ότι και οι άγιοι Πατέρες μας έκαναν λάθη και να
διαλαλήσουμε ότι αγιότητα δεν είναι η αναμαρτησία, αλλά η βαθειά
συναίσθηση της αμαρτωλότητος.
Να
πάψουμε να κακολογούμε τους Επισκόπους στην Πατρίδα μας, παγκόσμια
ορθόδοξη πρωτοτυπία γκρεμίζοντας έτσι ολόκληρο το εκκλησιολογικό μας
οικοδόμημα, γιατί θα πάθουμε το «ει αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε...(Γαλ. 5,15).
Να γίνουμε φιλάνθρωποι με τον αμαρτωλό, με τον αιρετικό και τον άθεο και τέλος, να υψώσουμε τη φωνή μας ενάντια σε κάθε αδικία.
Να
μάθουμε πρώτα εμείς και έπειτα να διδάξουμε στα νέα παιδιά, πως να μη
φοβούνται τη ζωή κι έπειτα πως να νικούν το θάνατο. (Θα έχετε δει το
σύνθημα στους δρόμους «υπάρχει ζωή πριν το θάνατο;»)
Κοντολογίς, να γίνουμε αλάτι, ειδ’ άλλως ας πεταχτούμε στο δρόμο.
Και
αφού τα κάνουμε αυτά, αφού δηλαδή, κάνουμε την Εκκλησία στην Πατρίδα
μας Ορθόδοξη κοινότητα με οικουμενική διάσταση, τότε∙ με αυτήν την
εμπειρία του Χριστού, ως εξάρτυση∙
να βγούμε να παλέψουμε στα μαρμαρένια αλώνια των ιδεών,
να βγάλουμε την πνευματική πραμάτεια μας στον πάγκο, όπως οι παραγωγοί στη λαϊκή αγορά,
να
πούμε, «ορίστε, κόσμε, εμείς οι ορθόδοξοι από την αγιότητα των
χαρισματικών φορέων μας, από την Παράδοσή μας, από την αμαρτωλή εμπειρία
μας, από την 2χιλιοχρονη πάλη μας με το Θεό, αυτήν την πρόταση ζωής
έχουμε να προτείνουμε στον πλανήτη.
Έτσι,
προσωπικά, εννοώ την οικουμενική αποστολή της Εκκλησίας, που δε
σταμάτησε ποτέ, δεν ολοκλήρωσε το έργο της, αφού ο Χριστός δεν κοιμήθηκε
εκείνο το βράδυ στον κήπο της Γεθσημανή.
Αλλιώτικα οι Ορθόδοξοι δεν μπορούμε να μιλάμε (και γι’ αυτό δε μιλάμε) για Οικουμενικότητα της Εκκλησίας μας.
Όμως,
όσο χρειάζεται το οικουμενικό μήνυμα του Ευαγγελίου ο δικός μας
Ορθόδοξος Ελληνικός κόσμος, άλλο τόσο το χρειάζεται και ο έξω από την
Ορθοδοξία κόσμος.
Χρειάζεται επανευαγγελισμό η δύσμοιρη Ευρώπη που ακόμα την εκδικούμαστε για τον Καρλομάγνο,
χρειάζεται την τρυφερότητά μας το Ισλάμ της πνευματικής Τουρκίας,
χρειάζεται την αποδοχή της λησμονιάς η Ορθοδοξία της Βουλγαρίας,
χρειάζεται κατανόηση η Εκκλησία των Σκοπίων,
χρειάζεται την αντισιωνιστική ειλικρίνειά μας ο εβραϊκός κόσμος,
χρειάζεται προσγείωση το τσαρικό ανεμόπτερο της Ρωσίας, για να μη συντριβεί.
Χρειάζεται να βγάλουμε την Αμερική από την πρόσφατη αλλοφροσύνη που την οδήγησε το δίπολο «εξέλιξη ή δημιουργία»;
Χρειάζεται
μια Ορθόδοξη συμπόρευση με το πείραμα του Cern για να λυτρωθεί από την
ψευδαίσθηση ότι θα ανακαλύψει το γονίδιο του Θεού.
Χρειάζεται,
όμως, και να πάρουμε στα σοβαρά τα νεώτερα πορίσματα πολλών επιστημών
προκειμένου να τα «παντρέψουμε» με την Αγία Γραφή και την εκκλησιαστική
μας εμπειρία, μήπως αναχθούμε έτσι σε μια ανώτερη αλήθεια, την οποία
ενδεχομένως θέλει να μας αποκαλύψει ο Θεός. («Πολλά απεσιώπησεν η γραφή∙
παρέλειπεν δε η ιστορία τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα, εξ ολίγων αφορμήν
παρεχομένη επιλογίζεσθε τα υπόλοιπα», έγραφε το 370 ο Μέγας Βασίλειος).
Να
το καταλάβουμε κάποτε∙ η Αγία Γραφή δεν είναι επιστημονικό βιβλίο, αν
ήταν, έπρεπε να κλείσουν όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου.
Χρειάζεται να εγκαταλείψουμε την ενορχηστρωμένη καχυποψία απέναντι στον Πολιτισμό, όσο καλό κι αν είναι το άλλοθι μας.
Χρειάζεται
ερμηνεία το φαινόμενο της οικονομικής κρίσεως που διερχόμεθα∙ ερμηνεία
όχι τραπεζική, ούτε φιλανθρωπική, ούτε «πνευματική». Αλλά ερμηνεία των
λόγων του Χριστού για το δίπολο Θεός-μαμωνάς.
Τότε να βγούμε να συναντήσουμε τον Ρωμαιοκαθολικό και να του εξηγήσουμε, πως τον λοξοδρομεί το δόγμα της εξουσίας του.
Τότε να βγούμε να εξηγήσουμε στον Προτεστάντη, πως τον χιλιοκομμάτιασε η απόρριψη της ενιαίας εκκλησιαστικής Παραδόσεως.
Τότε
να προκαλέσουμε σε δημόσιο διάλογο το Χιλιαστή, προκειμένου να
ανατρέψουμε τις χριστολογικές δοξασίες του. (όχι δεν πας φαντάρος, δε
δίνεις στο παιδί σου αίμα)
Έτσι
μας χρειάζεται ο κόσμος! διαφορετικά, ερμηνεύστε, αν μπορείτε, τη
δουλειά που έκανε ο Προηγούμενος της Μονής Φιλοθέου π. Εφραίμ στην
Αμερική και στον Καναδά. Σήμερα αντιγράφει, αύριο θα κλονιστεί, θα
πέσει, όμως μεθαύριο θα πατήσει στα πόδια της.
Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, η Ορθοδοξία «ανοίγεται» και νικά!
Κάθε φορά που θα ανοίγεται θα νικά, κάθε φορά που θα την «κλείνουμε», θα την καταδικάζουμε στο να γίνει ιδεολογία.
Αν η πίστη μας έχει αλήθεια, δεν έχει ανάγκη τα ψιμμύθια του παρελθόντος, ούτε τις φοβίες του μέλλοντος.
Η Εκκλησία μεταποίησε κι έπειτα στήριξε την αυτοκρατορία, γιατί να φοβηθεί την παγκοσμιοποίηση;
Το
Ευαγγέλιο με τα «σπαστά ελληνικά» του, πάλεψε και νίκησε την ελληνική
φιλοσοφική διανόηση. Γιατί να μη νικήσουμε τους αφελείς σχεδιασμούς της
Νέας Εποχής;
Η λαϊκή ρωσική ευσέβεια νίκησε την κομμουνιστική απάτη, γιατί να μη νικήσει την καπιταλιστική σχιζοφρένεια;
Πρώτα,
λοιπόν, η εσωτερική καλλιέργειά μας σε μια οικουμενική διάνοιξη της
υπάρξεώς μας και έπειτα η προς τα έξω οικουμενική ομολογία, με
αυτοπεποίθηση και πίστη στο Χριστό.
Εμείς, σήμερα, τι κάνουμε στην Ελλάδα;
Καταντήσαμε περπατούσες εγκυκλοπαίδειες δογματικής,
οσφραινόμαστε έναν αιρετικό από μίλια μακρυά, κι αν δε βρούμε, βαφτίζουμε εύκολα κάποιους∙
επιδεικνύουμε
μια εικόνα προτεσταντικής ερμηνευτικής, Πηδάλιο, παραγωγή γεροντικών
προτύπων, σωρηδόν αγιοποιήσεις μοναχών και ιερομονάχων,
υστερικού φανατισμού, Ορθοδοξία ή θάνατος, τον πάπα να καταράσθε,
φοβικής
συνωμοσιολογίας, Πρωτόκολλα των σοφών της Σιών, 666, κάρτα του πολίτη,
μεσσαιωνικής σημειολογίας, συντέλεια του κόσμου, οικουμενισμός,
προφητικής μελλοντολογίας, π. Παίσιος∙ Πόλη, Β’ Παρουσια,
«Ιεροποιούμε» ή «δαιμονοποιούμε» τα ιερά κείμενα και δεν κατεβαίνουμε από το άρμα της κατά γράμμα θεοπνευστίας.
Καταφεύγουμε στο παρελθόν και στο μέλλον, λες και δεν έχουμε να πούμε τίποτε για το παρόν.
Έτσι
που κάνουμε∙ πρώτοι οι πιστοί αισθάνονται άβολα, μέσα σε μια τέτοια
Εκκλησία που τους στιγματίζει και τους κάνει δακτυλοδεικτούμενους κι
έπειτα οι χλιαροί∙ δεν τολμούν μεν να αποποιηθούν το βάπτισμα, αλλά δε
θέλουν να έχουν καμμία σχέση με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, παρά
μόνο με την κοινωνική.
Φοβάμαι ότι χάνουμε το τραίνο
Όταν
η Ελλάδα μπήκε στην Ε.Ε. η Le Monte έγραψε πρωτοσέλιδο: «καλωσορίζουμε
τη Χώρα της Φιλοκαλίας». Στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα
όλη η Ευρώπη ψυχανεμίζονταν ότι η Ορθοδοξία θα αρθρώσει λόγο πρωτότυπο
και δυναμικό. Δεν τον ακούσαμε.
Ο Ράνσιμαν είχε πει ότι ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας της Ορθοδοξίας.
Δεν τον βλέπω, ακόμα!
Αν
αργήσουμε, η Ιστορία θα μας προσπεράσει. Ο ποιητής ρωτάει: «αγάπη πού
’ναι η εκκλησιά σου, βαρέθηκα πια τα μετόχια» (Γ. Σεφέρης).
Τα
συμπτώματα του σημερινού κόσμου οφείλονται στα υποκατάστατα της
χριστιανικής ζωής και στις αυθαίρετες ερμηνείες του Ευαγγελίου. Αυτά
είναι τα μετόχια!
Αλλά αν αργήσουμε, θα συμβεί και κάτι χειρότερο: θα απογοητεύσουμε.
Τότε
δε θα μας μείνει παρά να κλείσουμε το στόμα μας για πάντα, να βάλουμε
το Ευαγγέλιο σ’ ένα σκονισμένο ράφι βιβλιοθήκης και να βολέψουμε, όπως
όπως, τη συμβιβασμένη και υποκριτική ζωή μας καθώς θα τρώγεται με τις
ζωές και τις υπολήψεις των άλλων.
«Καιρός του ποιήσαι», λοιπόν. «Καθαρθήναι είτα καθάραι», αυτό θα πει Ορθόδοξη Οικουμενικότητα.
Να ανοίξουμε την Εκκλησία στον κόσμο και να μετασχηματίσουμε τον κόσμο σε Εκκλησία.
Να
φωτίσουμε τα πάντα μὲ το Χριστό, τίποτε άμοιρο, τίποτε ξένο, τίποτε
εχθρικό να μην υπάρχει γύρω μας. «Τα πάντα δείται σταυρού» και «υπέρ
πάντων Χριστός απέθανε».
Να μην κλειστούμε άλλο στον εαυτό μας,
Να ξεγίνουμε από θρησκεία και να γίνουμε Εκκλησία του «σύμπαντος κόσμου».
Κάποτε,
το να μην «ανοίγεσαι», φτιάχνει προφίλ, δεν προδίδει και την ένδειά
σου, όμως, τώρα, ήρθε η ώρα μας∙ το θέλουμε; το μπορούμε;
«Τα αδύνατα παρ’ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστιν».
Σαν συμπέρασμα∙
Στον τόπο μας μόνο η Εκκλησία μπορεί να αναλάβει οικουμενικό ρόλο,
η Πατρίδα μας πια, όχι! Και προσέξτε∙
Ο,τι είναι Ορθόδοξο χριστιανικό, είναι και οικουμενικό αλλιώς προτεσταντίζει.
Ο,τι είναι Ορθόδοξο χριστιανικό οικουμενικό, είναι και ελληνικό.
Ο,τι είναι ελληνικό, πάντα ήταν ανοιχτό. Γι’ αυτό οι έλληνες ανοίγονταν σε όλα και ελληνοποιούσαν τα πάντα.
Πήγαιναν
μετανάστες και έκαμναν τους εκεί γηγενείς έλληνες. Έρχονταν λαοί ως
μετανάστες, τους κοινωνούσαν την Παιδεία τους και έτσι τους έκαμναν
φίλους. Τώρα δεν έχουμε Παιδεία να τους δώσουμε γι’ αυτό τους κάναμε
ξένους, εχθρούς.
Ο
επανευαγγελισμός των πιστών μας, ημών των ιδίων, θα είναι πράξη
οικουμενικών διαστάσεων, αφού είτε το θέλουμε είτε όχι, το κατασάρκιο
της Ορθοδοξίας είναι ελληνικής κατασκευής και ολόκληρη η Εκκλησία κυλάει
πάνω σε ρόδες ελληνικών προδιαγραφών.
Η
ελληνική Ορθοδοξία, σήμερα, δεν έχει φωνή στο ευρύτερο πνευματικό
γίγνεσθαι. Έχει μόνο μια εμπειρία, που τη σέρνει σαν λείψανο από το
παρελθόν και που κάποτε, καταντάει ειδωλολατρία.
Διερωτώμαι∙ στέρεψε άραγε από μας η έμπνευση; Από την Εκκλησία μας, εννοώ.
Ο ελληνισμός ξεκομμένος από την Εκκλησία δεν έχει έμπνευση πια.
Ο,τι
ελληνικό άξιζε, μας το πήραν μαζί με τα Ελγίνεια και στις Χώρες
εκείνες, δημιουργήθηκαν Πανεπιστημιακές Έδρες ελληνικών γραμμάτων,
ελληνικής γλώσσας, ανθρωπιστικές επιστήμες κ.λ.π.
Όμως
εκείνη η παραγωγή χρειάζονταν να εμπλουτίζεται από την Ελλάδα. Δεν
έγινε κάτι τέτοιο. Όχι μόνο δεν τροφοδοτήθηκε από εμάς, αλλά
εγκαταλείφθηκε κιόλας. Απαξιώθηκε τραγικά.
Άρα, τελειώσαμε.
Λέμε∙ «βαρειά μας βιομηχανία είναι ο πολιτισμός μας».
Προ μηνών κάποιος μου είπε ότι πήγε στη Δήλο και παραμέριζε τα χόρτα για να διαβάσει τις επιγραφές κάτω από τα αγάλματα.
Οι
απεργίες στην Ακρόπολη και τα πανώ στα Προπύλαια δήλωσαν όχι κοινωνία
του αρχαίου πνεύματος, αλλά μόνο διαχείρηση και μάλιστα κακή διαχείρηση.
Η γλώσσα μας φτώχυνε τραγικά και όταν η Εκκλησία αδήρητα κάποια στιγμή
θα την βγάλει από την λατρεία, στην ουσία θα την κηδεύσει. Η κλασσική
παιδεία είναι ανύπαρκτη. Η Ιστορία μας γελοιοποιήθηκε από το Χόλλυγουντ
(Μ. Αλέξανδρος, Τροία, Θερμοπύλες).
Γι’
αυτό επιμένω ότι, μόνο η Εκκλησία μπορεί να δώσει χρώμα και ταυτότητα
στην εθνική φυσιογνωμία της Χώρας, αν φυσικά το θέλει η Χώρα μας και όσο
το θέλει. Χωρίς την εκκλησιαστική καθημερινή ζωή, η Πατρίδα μας δεν
έχει ιδιοπροσωπία, δεν μπορεί να διεκδικήσει πρότυπη φυσιογνωμία. Στη
σύγχρονη Παιδαγωγική διαπιστώνουμε προσπάθεια αναδείξεως των ελαχίστων
ιδιαιτεροτήτων ενός παιδιού, της όποιας διαφορετικότητος που
χαρακτηρίζει και αναδεικνύει το «κάτι άλλο». Φανταστείτε, λοιπόν, μια
Χώρα σαν τη δική μας, χωρίς την ανάδειξη της εκκλησιαστικής παραδόσεώς
της, έτσι όπως αυτή καλλιεργείται μέσα στους Ναούς και διαχέεται στην
καθημερινότητα των ελλήνων. Τί θα περισσεύσει
στην περιρρέουσα ελλαδική ατμόσφαιρα, αν αφαιρεθεί το εκκλησιαστικό
τελετουργικό, το λατρευτικό τυπικό, η εορτολογική αλυσίδα, η η βιβλική
ορολογία;
Θέλετε να σας πω παράδειγμα προς αποφυγήν;
Η
Ε.Ε. που οραματίστηκε τον εαυτό της να υπάρχει και να δραστηριοποιείται
όχι μόνο χωρίς τη χριστιανική προμετωπίδα στο Σύνταγμά της αλλά, το
κυριώτερο, χωρίς πνευματική θωράκιση, δεν υποψιάστηκε ότι έπρεπε να
προηγηθεί πνευματική σύγκληση, για να επιτευχθεί η οικονομική. Τα
οικονομικά μεγέθη δε φέρνουν κοντά τις καρδιές, δεν εξομαλύνουν τις
διαφορές. Τώρα που η οικονομική Ένωση παραπατάει και πολλοί προβλέπουν
ότι θα σωριστεί, παρασέρνει μαζί της κι έναν ολόκληρο κόσμο ιδεών και
πραγμάτων που συστάθηκαν σε πολιτισμό κάτω από τη σκια του Σταυρού. Τώρα
που έκοψε τον ομφάλιο λώρο της με τη ζωή, υπάρχει το ενδεχόμενο «την
επισκοπήν» αυτής να λάβει «έτερος» (Ψαλμ. 108,8).
Αγαπητοί μου∙
Ίσως
να έχει φτάσει ο καιρός για την «ήττα» της Ορθοδοξίας. Μια ήττα που θα
δώσει τη δυνατότητα για να βάλουμε αρχή, νέα αρχή, που δε θα στηρίζεται
στη δύναμη και την εξουσία που υπόσχονται νίκες και κυριαρχίες, αλλά
στην αξιοποίηση της αποτυχίας, στο κέρδος που ανθίζει από την αποδοχή
της αστοχίας. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, δεν μπορεί παρά να έχει
δίκαιο, όταν σημειώνει∙ «ύστερ’από τόσες μεγάλες νίκες στην ιστορία,
χρειάζονται τώρα και μερικές μεγάλες ήττες». (Χρυσ. Σταμούλη, Έρως και
θάνατος).
Ας
νικηθούν όλα όσα στην Πατρίδα μας πήραν τη θέση της Εκκλησίας∙ το σπίτι
της εσωστρέφειας, το μαγαζί της εξουσιαστικότητας, η συντεχνία της
θεσμικής επάρκειας, η ομάδα της αλαζονείας και της υποκρισίας, το
σωματείο της αυταρέσκειας. Ας επανέλθει το θρησκευτικό σχήμα σε Οίκο από
τον οποίο δε θα λείπει ὁ Χριστός, αὐτὸς ποὺ κάνει τὴν Ἐκκλησία
Ἐκκλησία, αὐτὸς ποὺ σαρκώνει τὴν ἐλπίδα τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ
σώματος καὶ ἀποδεικνύεται ἡ μόνη ὑπόστασή τους.
Πιστεύω ἀκράδαντα ὅτι τότε, ὁ νικημένος Ἰησοῦς, θὰ ξανανικήσει γιὰ χάρη μας τὸν κόσμο του.
Του Σεβ. Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου (Μάρτιος 2007) ,
«Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἱστορίας καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ αὔριο»
Δύσκολος καιρὸς νὰ μιλᾶς γιὰ ἐπισκόπους. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀνέβασε
σὲ ὕψος ἐκκλησιολογικὸ καὶ μᾶς στόλισε μὲ θεολογικοὺς συμβολισμούς.
Μόνοι ἐμεῖς δὲν εἴμαστε Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ χωρὶς ἐμᾶς δὲν ὑπάρχει
Ἐκκλησία. Ἡ Ἱστορία μᾶς φόρτωσε ψιμμύθια καὶ οἱ ἄνθρωποι μᾶς πλημμύρισαν
μὲ τίτλους σὲ ὑπερθετικὸ βαθμὸ πάντοτε. Κουβαλήσαμε πολλὲς φορὲς στὴν
πλάτη μας τὸ κυκλογύρισμα τῶν χρόνων καὶ προσφέραμε ὀράματα κι ἐλπίδες
σὲ λαούς, νόημα κι ὀμορφιὰ στὴ ζωὴ ἀνθρώπων. Ἔτσι ἀφεθήκαμε νὰ πιστέψουμε
στὰ χαρίσματά μας καὶ στὴν ἀναγκαιότητά μας στὸν πολιτισμὸ καὶ πήραμε
τὸ κονδύλι γιὰ νὰ γράψουμε οἱ ἴδιοι τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Ὅμως κάπου
ἔχουμε καὶ λίγο δίκαιο. Ἐπειδή, δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολὴ νὰ ποῦμε ὅτι,
ὁ κόσμος αὐτὸς φτιάχτηκε γιὰ νὰ δοθεῖ προῖκα στὴν Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ καταλάβει
ὁ ἴδιος ὁ κόσμος τὴν ἀξία του καὶ νὰ σωθεῖ ἀπ’ αὐτὸν ὅ,τι ἀξίζει. Ἡ ἐφηβικὴ
ἐπανάσταση τοῦ ἀπογαλακτισμοῦ του τὸν ὁδήγησε στὸ νὰ τρώει ξυλοκέρατα,
μὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Πατέρα τοῦ ἑτοιμάζει στὸ τέλος δεῖπνο βασιλικό. Καὶ εἴμαστε
ἐμεῖς ποὺ μοιράζουμε... τὶς προσκλήσεις.
Ξεκινήσαμε ἀπὸ τὶς παραλίες τῆς Τιβεριάδος κάποτε. Ἀπὸ
ψαράδες γίναμε κήρυκες καὶ ὁμολογητὲς ἑνὸς γεγονότος ποὺ εἴδαμε
μὲ τὰ μάτια μας, ἀκούσαμε μὲ τ’ ἀφτιά μας καὶ ψηλάφισαν τὰ χέρια μας. Σταθήκαμε
μὲ θάρρος μπροστά σὲ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνες καὶ νικήσαμε. Τὸ αἷμα μας
ἔρρευσε ἄφθονο στὰ Κολοσσαῖα, εἴδαμε τὰ παιδιά μας νὰ ρίχνονται στὰ
θηρία καὶ νὰ καίγονται στὶς γωνίες τῶν ἐπαύλεων τὰ ἀδέλφια μας ἐπειδὴ
πίστεψαν στὰ λόγια μας καὶ βεβαιώθηκαν ἀπὸ τὴ βιοτή μας. Μά, νικήσαμε!
Τόσο τὴν εἰλικρινὴ ἑλληνικὴ εἰδωλολατρία, ὅσο καὶ τὴν ἰσχυρὴ ρωμαϊκὴ
αὐτοκρατορία. Βυζαίνοντας τὸ γιό της μιὰ βασιλομάννα τοῦ ἔδωκε τὴν
ἐλπίδα ἑνὸς σταυρωμένου Θεοῦ ποὺ θὰ δημιουργοῦσε ἕνα κόσμο στὸν ὁποῖο
τὸ λιοντάρι θὰ κοιμόταν ἀγκαλιὰ μὲ τὸ πρόβατο. Ἔξυπνος πολιτικὸς ὁ
Κωνσταντῖνος, κατάλαβε γρήγορα πὼς ἡ ἀγάπη ποὺ ἔλειπε ἀπὸ τὴν ἄτεγκτη
ἐποχή του καὶ ἡ ἐλπίδα ποὺ ἀπουσίαζε ἀπὸ τὸ ἀχανὲς κράτος του ἦταν
ὅ,τι πιὸ συνεκτικὸ καὶ δυναμικὸ θὰ μποροῦσε νὰ χαρίσει ὁμοιογένεια
καὶ γαλήνη στοὺς λαοὺς-ψηφιδωτὸ τῆς Μεσογείου. Ἔτσι, μὲ πληγὲς ποὺ ἀκόμα
ἔσταζαν αἷμα ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς καὶ μὲ πόδια λασπωμένα ἀπὸ τὶς ἀρρένες,
ἀρχίσαμε νὰ περπατᾶμε πάνω στὰ στίλποντα μάρμαρα τῶν ἀνακτόρων τοῦ
Βοσπόρου. Γίναμε ἐξουσία. Πνευματικὴ βεβαίως, μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα
στὸν οὐρανὸ χωρὶς ὅμως νὰ ἀποφεύγουμε νὰ βάζουμε τὴν ἄκρη τοῦ παπουτσιοῦ
μας στὸ Ἱερὸ Παλάτιο καὶ τὰ μανίκια τοῦ μανδύα μας στὶς ἀποφάσεις του.
Πάντως ἔτσι εὕρισκε ὁ λαὸς τὸν τρόπο καὶ τὸ μέσο νὰ ἐλέγχει καὶ νὰ περιορίζει
κάπως τὴν αὐθαιρεσία καὶ τὴν ἀπολυταρχία τοῦ μονάρχη. Τὸν ὀνομάσαμε
κι αὐτὸν μὲ τὸν ἰσοπεδωτικὸ τίτλο «δοῦλο τοῦ Θεοῦ» καὶ στὴ μόνη δημοκρατικὴ
ἔκφραση σὲ αὐτοκρατορία ὁ λαὸς μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας του ἔστεφε ἤ
δὲν ἔστεφε τὸν κληρονομικὸ ἡγεμόνα του. Πέρασαν ἔτσι 1000 χρόνια,
ἡ Ἐκκλησία δὲν ξέρω ἄν ὠφελήθηκε, πάντως ὁ πολιτισμός μας διόλου δὲν
βλάφτηκε ἄν συγκρίνουμε παρόμοιους σὲ διάρκεια καὶ ἐπιτεύγματα. Προνομιακὰ ἡ Ἐκκλησία
φέρθηκε στὸν ἑλληνισμὸ. Μὲ τὴν πλούσια γλῶσσα του περιέγραψε τὰ δόγματά
της, μὲ τὴν ἔμφυτη θρησκευτικότητά του κατανόησε τὸ βίωμά της, μὲ
τὴν μυστηριακὴ τελετουργία του ἔπλεξε τὴ λαμπρὴ καὶ ἀνθεκτικὴ στόφα
τοῦ λατρευτικοῦ τυπικοῦ τῶν Μυστηρίων της. Αὐτὴ τὴν ὀφειλή της ἡ Ἐκκλησία
πάντα τὴν ἀναγνώριζε καὶ γι’ αὐτὸ σήκωσε στὴν πλάτη της τὸν ἑλληνισμό,
τὸν πλήρωσε καὶ τὸν πληρώνει μέχρι σήμερα. Ἦταν τέτοια ἡ σχέση της
μὲ τὸν ἑλληνισμὸ ποὺ τὸ ἅρμα τῆς Ἐκκλησίας μοιάζει νὰ κυλάει πάνω σὲ
ἑλληνικὲς ρόδες καὶ νὰ εἶναι ἑλληνικῶν προδιαγραφῶν.
Ἀκολούθησε τὸ σκοτάδι μιᾶς σκλαβιᾶς ἤ ἡ νύχτα μιᾶς μοναχικῆς
ἀγρυπνίας. Ἡ Ἐκκλησία ξαναβρῆκε τὴ δόξα της, τὸ μαρτύριο. Δοκίμασε
ξανὰ τὸ ἐφικτὸ τῶν ἐπαγγελιῶν της. Ἔνιωσε πάλι τὴν θαλερότητα τῶν
φύλλων της καθὼς ποτίζονταν οἱ ρίζες της ἀπὸ τὸ νέο αἷμα τῶν παιδιῶν
της. Μέσα στὴ νύχτα θυμότανε τὸ χρυσὸ παρελθόν της καὶ τὴν ἔνδοξη ἱστορία
της καὶ ἀπὸ τὴν ἀναπόληση … λάθεψε! Πίστεψε ἡ Ἐκκλησία ὅτι ἡ ἴδια
φτιάχτηκε γιὰ τὸ καλὸ τῆς Ἱστορίας καὶ ὄχι ὅτι ἡ Ἱστορία φτιάχτηκε
γιὰ χάρη της.
Οἱ λαοὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶδαν τὸ ξημέρωμα ἀπὸ ἄλλη γεωγραφική,
χρονολογικὴ καὶ πολιτιστικὴ ὁπτικὴ γωνία ὁ καθ’ ἕνας καὶ ξεχνῶντας
τὸ Κοινὸ Ποτήρι ἄρχισαν νὰ γράφουν ξεχωριστὰ τὴν ἱστορία τους. Οἱ λαοὶ
τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ὑπολοίπονταν τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, φρόντισαν
νὰ ἀποτινάξουν τὸν ἑλληνικὸ μανδύα τῆς Ἐκκλησίας χωρὶς ὅμως νὰ ἀποποιηθοῦν
τὸ βαθύτερο μεγαλεῖο του. Προσπάθησαν κι ἄλλαξαν πολλὰ στὶς Ἐκκλησίες
τους μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ λησμονήσουν τὴν ὀφειλή τους στὸν ἑλληνισμό, τὸν
ὁποῖο ὅμως γνωρίζουν καλὰ ὅτι κουβαλοῦν στὰ γονίδια τοῦ ὀρθοδόξου
δόγματός τους. Δὲν μπορῶ νὰ ξέρω κατὰ πόσο «τὸ σύμπαν εἶναι ἑλληνικό»,
ποὺ ἔλεγε ὁ Ἀϊνστάιν, πάντως εἶμαι σίγουρος ὅτι ὁ σύνολος χριστιανισμὸς
στὸν ἀρχέγονο πυρῆνα του καὶ ὁ ὀρθόδοξος στὴν ὁλότητά του εἶναι ἑλληνικός.
Ἔτσι γεννήθηκαν οἱ ἐθνικὲς Ἐκκλησίες τοῦ σήμερα. Ἔτσι δημιουργήθηκε
τὸ ἀλύτρωτο μέχρι τώρα πρόβλημα τῶν Βαλκανίων. Ἔτσι συρρικνώθηκαν τὰ
βαθείσπνοα πνευμόνια τῆς Πίστεως ποὺ ἀνέπνεαν τὰ μηνύματα τῆς οἰκουμένης
καὶ ὀξυγονώνονταν ἀπὸ τὸν ἀέρα ἑνὸς πολυποίκιλου, πολύπλευρου καὶ
ποικιλόμορφου πολιτισμοῦ.
Αὐτὴ εἶναι μὲ λίγα ρομαντικὰ λόγια καὶ σὲ ποιητικὴ ἀπόδοση
ἡ Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μέχρι σήμερα. Ἐλάχιστη γνώση τῆς ἱστορίας
αὐτῆς ἔχουν οἱ πιστοὶ τῆς ἐποχῆς μας καὶ ἀκόμα πιὸ λίγο ἐνδιαφέρονται
νὰ τὴν μάθουν. Τελικά, εἴμαστε ἀναγκαῖοι ἀλλὰ λιγότερο ἐνδιαφέροντες
ἀπ’ ὅσο νομίζουμε. Ποιὸ εἶναι λοιπὸν τὸ σήμερα τῆς Ἐκκλησίας μας
καὶ ποιὸ οἰωνίζεται νὰ εἶναι τὸ αὔριό της;
Οἱ ἄνθρωποι στὴν ἐποχή μας φαίνεται ὅτι ξέχασαν κάθε παρελθόν
τους ἤ πασχίζουν ἐναγωνίως νὰ τὸ λησμονήσουν. Τὰ δογματικὰ ζητήματα
ἀμβλύνθηκαν στοὺς χριστιανούς μας καὶ ἀποτελοῦν λεπτομέρειες, ἄν ὄχι
ἀνούσιες σίγουρα ἀναποτελεσματικὲς. Οἱ θεολογικὲς συζητήσεις
δὲν ἐγγίζουν τοὺς πιστοὺς ποὺ τὸ μόνο γιὰ τὸ ὁποῖο ἐνδιαφέρονται εἶναι
ἄν ὑπάρχει Θεὸς καὶ πῶς θὰ ἐπιστρέφουν σ’ αὐτὸν ὅταν παρεκτρέπονται.
Τὸν θάνατο, ποὺ πάντοτε ἀποτελοῦσε εἰσιτήριο τῆς θρησκείας, οἱ ἄνθρωποι
τοῦ σήμερα ἐπειδὴ τὸν φοβοῦνται ἀποφάσισαν... νὰ μὴν τὸν σκέπτονται.
Ἕνας κόσμος ὁλόκληρος ζεῖ, κινεῖται καὶ δραστηριοποιεῖται παράλληλα
καὶ ἄσχετα μὲ μᾶς. Στὴν ἀνεργία ποὺ μαστίζει τὴν ἐποχὴ μας, στὰ ναρκωτικὰ
καὶ στὰ τροχαῖα ποὺ θερίζουν τὸν ἀνθὸ τῆς νιότης, στὸ aids ποὺ μαστιγώνει τὴν σεξουαλικὴ ἀνασφάλεια, στὸν φόβο
μπροστὰ στὸ γάμο, στὴν σιωπηλὴ κραυγὴ τῆς αὐξανόμενης ἀτεκνίας καὶ
σὲ παρόμοια θέματα, ὁ λόγος μας μοιάζει παιδαριώδης καὶ ἀνεπαρκής.
Ἡ ἠθική, μὲ στενὴ ἔννοια, μᾶς ξεπέρασε καὶ μεῖς παριστάνουμε ὅτι δὲν
τὸ γνωρίζουμε ἤ ἐπιβάλλουμε ἀνεδαφικὰ ἐπιτίμια. Ἡ σύνολη ἐπιστημονικὴ
ἐρευνητικὴ κοινότητα γιὰ νὰ ἀποφύγει τὶς ἀτεκμηρίωτες κραυγὲς μας,
σιωπᾶ καὶ προχωρεῖ σὲ μιὰ συνομωτικὴ συνεργασία μὲ τὴν τρέχουσα
πραγματικότητα ποὺ στὸ τέλος ἀποδέχεται κάθε ἔρευνα καὶ ἐπίτευγμα.
Γιὰ τὴν ἑλληνικὴ πολιτεία μας ἡ θολὴ ἔννοια τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι μιὰ
«μεγάλη ὑπόθεση» ποὺ τὴ θυμοῦνται ἔτσι μόνο τὴν Α’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν
στὶς δηλώσεις τοῦ πλατύσκαλου τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ Ἀθηνῶν. Γιὰ τοὺς πολιτικοὺς
μας τὸ ἔργο μας ἀποτιμᾶται ὅταν ἔχει κοινωνικὸ χαρακτῆρα, συμπληρωματικὸ
τοῦ Ὑπουργείου Ὑγείας καὶ Πρόνοιας. Ὁ λόγος μας εἶναι καλὸς ὅταν δὲν
θίγει τὰ κακῶς κείμενα. Μοιάζει μὲ τὸν … προστάτη: ὅταν εἶναι ἥσυχος
κανεὶς δὲν ἀσχολεῖται μ’ αὐτὸν, ὅταν δημιουργεῖ προβλήματα, ἀπαιτεῖται
ἡ ἀφαίρεσή του!
Πειραματισμοὶ καὶ ἐπίδειξη τῆς ἐξουσίας μας, βηματισμοὶ μπρὸς-πίσω,
βαυκαλισμοὶ περὶ μιᾶς θετικῆς μελλοντικῆς κυβερνήσεως, ἔνοχες ὑποχωρήσεις
μπροστὰ σὲ ἰκανὲς χρηματοδοτήσεις, ὁδήγησαν τὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας
στὴν Χώρα μας μέχρι τὰ Χριστούγεννα τοῦ 2004.
Τὸ τέλος τοῦ φθινοπώρου τοῦ 2004 καὶ ὁ χειμῶνας τοῦ 2005 εἶναι μιὰ
χρονικὴ περίοδος ποὺ θὰ μείνει στὴν μνήμη τῆς Ἐκκλησίας μας σὰν ἕνα
ἠχηρὸ ράπισμα τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἀφυπνίσει τοὺς ποιμένες. Μὲ πρόφαση
κάποια σκάνδαλα, ποὺ ποτὲ δὲν ἔλειψαν, ἕνας ὁλόκληρος κόσμος, ὁ δικός
μας κόσμος, τῆς Ἐκκλησίας, ἔβγαλε ἀπὸ μέσα του θυμό, ἀγανάκτηση, πικρία,
παράπονο καὶ παρόμοια βιώματα ποὺ φαίνεται ὅτι διατηροῦσε σιωπηλὰ μέχρι
τότε. Τὴν ὑψηλὴ ἐντολὴ νὰ μειωθεῖ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ νὰ σιωπήσει
ἡ Ἐκκλησία, τὴν ἐνίσχυσαν ἀμέσως «φίλοι» ποὺ κρυφὰ τροφοδοτοῦσαν τὰ
ΜΜΕ μὲ πληροφορίες φακελλωμένες ἀπὸ χρόνια. Τὰ γραφεῖα τῶν δημοσιογράφων
πλημμύρισαν ἀπὸ «θέματα» ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ ἐνορίες, ἀπὸ μητροπόλεις,
ἀπὸ ἱδρύματα, ἀπὸ μονὲς ὅλης τῆς χώρας ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀνώνυμα
καὶ τεκμηριωμένα ἀλλὰ καὶ ἐπώνυμα πολλοὶ μίλησαν. Σὰν νὰ ἔσκασε ἕνα
ἀπόστημα ποὺ πυορροοῦσε ἐσωτερικά, σὰν νὰ ἀνατινάχτηκε ἕνας λέβητας
ποὺ κόχλαζε ἀπὸ μέσα, ἦρθε καὶ ἐμφάνισε στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία ὅτι
στὴν Ἐκκλησία «κάτι δὲν πάει καλά». Στὸν δημοσιογραφικὸ ἀνταγωνισμὸ
τῶν κρατικῶν καὶ ἰδιωτικῶν τηλεοπτικῶν καναλιῶν, ποὺ μερικὲς φορὲς παρουσίαζαν
ἐξώφθαλμα, τραγικοποιημένα τὰ γεγονότα, προστίθονταν σὲ κάθε γωνιὰ
τῆς πατρίδος μας κάποια προσωπικὰ παράπονα, κάποια καταπιεσμένα
τραυματικὰ βιώματα, κάποια «κοινὰ μυστικὰ» ποὺ ὅλοι τὰ ἤξεραν καὶ
κανεὶς δὲν τὰ ὁμολογοῦσε μέχρι τότε.
Οἱ κληρικοὶ μείναμε μὲ τὴν πλάτη στὸν τοῖχο. Στὶς ἐπαρχίες, κάτι
εἶχε ὑποπέσει στὴν ἀντίληψή μας, πολλὰ εἴχαμε ἀκούσει, ὅμως τέτοια
ἔκταση δὲν τὴν εἴχαμε φανταστεῖ. Ὁ λόγος μας ἔσβυνε στὸ φάρυγγα, κανέναν
δὲν ἔπειθε, ἐπειδὴ κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν εἴμασταν πεπεισμένοι γιὰ
τὴν ἀθωότητά μας. Συλλογικὴ βλέπαμε τὴν εὐθύνη τῆς ἐνοχῆς ἤ τῆς σιωπῆς.
Ὅλοι οἱ λαλίστατοι τηλεοπτικοὶ κληρικοὶ παντὸς βαθμοῦ ἐξαφανίστηκαν
ἀπὸ τὴ δημοσιότητα μὴ τυχὸν τοὺς πάρει ξέφρενη ἤ κατευθυνόμενη, ἔσωθεν
ἤ ἔξωθεν, ἡ χιονοστιβάδα. Θεολογικὸς λόγος ἀρκούντως παρηγορητικὸς
δὲν ἀρθρώθηκε, τόσο γιὰ τὸ σκανδαλισμένο καὶ ἀπορημένο ποίμνιό μας,
ὅσο καὶ γιὰ τοὺς ἐνδεχομένως ἀδίκως συκοφαντηθέντες. Καμμιὰ Θεολογικὴ
Σχολὴ ἤ Ἀκαδημαϊκὴ Κοινότητα δὲν μίλησε γρήγορα ἤ πειστικά. Κανένα
Πατριαρχεῖο δὲν θεώρησε εὐθύνη του νὰ γαληνεύσει τὶς συνειδήσεις
καὶ νὰ καλέσει σὲ συστράτευση γιὰ νὰ ἑρμηνευθεῖ καὶ νὰ ξεπεραστεῖ ἡ κρίση.
Καμμιὰ Σύνοδος δὲν ἀνέσυρε ἀνάλογα πατερικὰ παραδείγματα ὥστε νὰ
θέσει ξανὰ τοὺς εὐαγγελικοὺς ἄξονες ὡς στόχους τῆς Ἐκκλησίας καὶ
τῆς κοινωνίας.
Ὁ σάλος κώπασε, ὁ τυφῶνας πέρασε κι ἐμεῖς συνεχίζουμε τὸ ἔργο
μας. Ὅμως κυττάζοντας τὸ αὔριο δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτιμήσουμε τὸ
χθές; Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κάνουμε ἕναν ἀπολογισμὸ τῶν ὅσων συνέβησαν;
Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ φτάσουμε σ’ ἕνα δίδαγμα καὶ νὰ ψελίσουμε ἕνα ρητὸ ποὺ
θὰ μᾶς φέρει στὴν ἑπόμενη μέρα πιὸ σοφοὺς κατὰ Χριστὸν καὶ κατὰ κόσμον;
Ὅλα ὅσα συνέβησαν, μήπως πρέπει νὰ μᾶς κάμουν νὰ διερωτηθοῦμε,
κατὰ πόσο πιὰ τὸ ποίμνιό μας εἶναι ποίμνιο; Μήπως τὰ λάθη τῶν ἀδελφῶν μας
κληρικῶν δὲν εἶναι μόνο δικά τους ἀλλ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας; Μήπως ἡ μέχρι
τότε ἔνοχη σιωπή μας χάρηκε ποὺ βρῆκε στόμα ἀλλονῶν καὶ μίλησε; Μήπως
ἡ σιωπὴ τῶν λαϊκῶν ἔγινε δίδαγμα γιὰ τοὺς κληρικούς; Μήπως ἡ σιωπὴ
τῶν ἱερέων ἔγινε δίδαγμα τῶν Ἐπισκόπων; Μήπως ἡ σιωπὴ τῶν Ἐπισκόπων
ἔγινε δίδαγμα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τῆς
Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος; Μήπως τελικά, ἡ πολεμικὴ κατὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου
ἔγινε δίδαγμα γιὰ τὸν λαό μας ποὺ πρέπει νὰ καταλάβει ὅτι δὲν τὸν συμφέρει
ἡ σιωπὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Πρωθιεράρχου της;
Πάντως ἡ λέξη καὶ ἡ ἔννοια «κάθαρση» ἀλλὰ καὶ ἡ διαδικασία
ἐκτελέσεώς της ἦταν ὅλως δι’ ὅλου λάθος! Παντάξενη στὸ δικό μας χῶρο
γι’ αὐτὸ καὶ τραγικὰ καταδικασμένη σὲ ἀνυποληψία καὶ ἀναποτελεσματικότητα.
Τελοῦμε ἐν ἀναμονῇ νέας ὁμοβροντίας ποὺ ἀκούγεται πίσω ἀπὸ τὰ σύννεφα.
Περιμένουμε τὸ κατέβασμα τῆς σπάθης ποὺ τὸν λεπτὸ συριγμό της ἤδη
μπορεῖ νὰ ἀφουγκρασθεῖ κανείς. Κι ἄν δὲν ἔρθει ἡ ὁμοβροντία κι ἄν δὲν
πέσει ἡ σπάθη, θὰ ζοῦμε πιὰ ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ
τοῦ φόβου, τοῦ πανικοῦ ἑνὸς παρόμοιου ἐφιάλτη.
Ὅμως, ἀντὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ ξεχάσουμε, μήπως θὰ ἔπρεπε νὰ μαζέψουμε
τὶς πέτρες ποὺ δικαίως ἤ ἀδίκως μᾶς ἔρριξαν ὥστε νὰ χτίσουμε μ’ αὐτὲς
ξανὰ τὰ γκρεμισμένα τείχη τῆς ἱερατικῆς μας ὑπολήψεως; Καὶ σὲ μιὰ ἀνάπαυλα
ἐπανοικοδομήσεώς μας νὰ προβληματισθοῦμε στὰ σοβαρὰ γιὰ τὸ τί ἔφταιξε;
Μήπως ὁ προσανατολισμός μας τῶν κληρικῶν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἡ ἁγιότητα;
Μήπως ὁ ἐξοβελισμὸς τῆς ἐγκρατείας ἀπὸ τὴν ζωή μας καὶ τῆς ἀσκήσεως,
μᾶς ἐκδικεῖται καθὼς ἀνεβαίνουμε τὸ δρόμο τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς
ξεγνοιασιᾶς καὶ τῆς τρυφηλῆς ἀδιαφορίας γιὰ ὅλα;
Μήπως τὰ «κυριαρχικὰ δικαιώματα» τῶν ἐπισκόπων ποὺ δὲν ἐπιτρέπουν
τὴν σύνολη Ἐκκλησία νὰ παρεμβαίνει εὔκολα, εἶναι ποὺ αὐξάνουν τὶς ἀδυναμίες
καὶ ὑποτροπιάζουν τὰ λάθη;
Μήπως ἡ δυνατότητα καταφυγῆς σὲ κοσμικὰ διοικητικὰ δικαστήρια
καλύπτει τὴν ἀντικανονικότητα κάποιων πράξεών μας;
Μήπως ἡ αὐξητικὴ πορεία τῶν σταθερῶν εἰσοδημάτων μας ἀδιαφορεῖ
γιὰ τὴν ἀντιστρόφως ἀνάλογη πορεία τῆς ὑπολήψεώς μας στὴν ἑλληνικὴ
κοινωνία;
Μήπως ἡ πληθώρα ἱερέων καὶ ἱερομονάχων (κι αὐτὴ στὶς μεγάλες
πόλεις) στὴν ἐναγώνια ποσοτική της αὔξηση δὲν ἔδωσε τὴν πρέπουσα
προσοχὴ στὴν ποιοτικὴ εἰδικὴ βαρύτητα ποὺ ἀπαιτεῖ τὸ ἱερατικὸ ἀξίωμα
καὶ ἰδιαιτέρως στὴν δική μας ἐποχή;
Μήπως ἡ στρατολόγηση κληρικῶν, ἀδιακρίτως ἡλικίας καὶ σταθερότητος
τῆς προσωπικότητος, δημιούργησε ἕνα στρατὸ πήλινο καὶ κενό;
Μήπως ἡ ἀδιαλλαξία τῆς καθημερινῆς μας ἐμφανίσεως καὶ ἡ ἀδιαφορία γιὰ
τοὺς «ἀδύναμους» ἀδελφούς μας, ποὺ δικαίως καθηρέθησαν, προδίδουν μιὰ «ἀφιλάδελφη»
ἐν Χριστῷ ἀδελφότητα;
Μήπως ὁ ἐξορκισμὸς ἑνὸς «προβλήματος» ἀπὸ τὴν μητρόπολή μας
δείχνει προσωπικὴ δειλία ἀναλήψεως εὐθύνης γιὰ τὴν σύνολη Ἐκκλησία
καὶ τελικὰ ἀνευλάβεια στὸ ἅγιο Σῶμα της;
Μήπως ἡ φίμωση τῶν εἰλικρινῶς ἀντιθέτων φωνῶν καὶ τῶν ἐλευθέρων
συνειδήσεων μᾶς ἔβαλε σ’ ἕνα γυάλινο πύργο ἀπ’ ὅπου βλέπουμε τὴ ζωὴ
σὲ ἀπόσταση καὶ ἐξωραϊσμένη;
Μήπως ὁ φόβος τῶν γερόντων ἱεραρχῶν γιὰ ἕνα ὅριο ἡλικίας καὶ
ὁ τρόμος τῶν νεοτέρων γιὰ τηλεκατευθυνόμενο ἐναντίον τους πρόβλημα
εἶναι αὐτὰ ποὺ καθιστοῦν τὴν Ἱεραρχία ἀδύναμη νὰ πεῖ τὸν οὐσιαστικό
της λόγο ποὺ κρύβει στὰ γονίδια τοῦ συνοδικοῦ της συστήματος;
Μήπως ἡ πείνα τῆς δόξας, τὸ σημαιάκι στὸ αὐτοκίνητο, ἡ πρωτοκαθεδρία
στὶς ἐκδηλώσεις, ἡ πρωτοπροσφώνηση στὶς ὁμιλίες θὰ ἔπρεπε να δείξουμε
ὅτι δὲν μᾶς ἀπασχολοῦν πιά, σὲ μιὰ ἐποχὴ μάλιστα ποὺ ἀποψίλωσε κάθε
τυπικότητα καὶ παραβίασε κάθε πρωτόκολλο;
Μήπως θὰ χρειαζόταν δραστικότερα νὰ ἀπομακρύνουμε ἀπὸ πάνω καὶ γύρω
μας τὸν πειρασμὸ τῆς φιλοχρηματίας, στὸν ὁποῖο φαίνεται ὅτι εἴμαστε εὐεπίφοροι,
μὲ τὸ νὰ θέσουμε δικλείδες ποὺ θὰ ἀποτρέπουν τὴν αὐθαιρεσία καὶ τὴν ἀδιαφάνεια
στὴ διαχείριση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας;
Μήπως ὁ ἐθνικός μας λόγος μας ἔπαυσε να ‘ναι ἀπαραίτητος σὲ
μιὰ χώρα - περιφέρεια τῆς Εὐρώπης ποὺ πιὰ δὲν ἀποφασίζει γιὰ τὸ μέλλον
της καὶ ἴσως πρέπει νὰ ἀρχίσουμε νὰ περιγράφουμε μὲ νόημα τὴν ἔννοια
τοῦ ἔθνους τῶν χριστιανῶν;
Μήπως ἡ χρησιμότητά μας στὸ Κράτος μόνο ὡς δεκανίκι τοῦ Ὑπουργείου
Ὑγείας-Πρόνοιας, λόγῳ τῶν Ἱδρυμάτων μας, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς κάνει νὰ
ὑπερηφανευόμαστε, ἀφοῦ ποτὲ δὲν μᾶς ἀναγνώρισαν ἕνα πνευματικὸ
ρόλο καὶ πνευματικοὶ θεωροῦνται μόνο οἱ καλλιτέχνες στὴν Ἑλλάδα; Πότε
στοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους (καλλιτέχνες, δημοσιογράφους) συμπεριελήφθησαν
καὶ κληρικοὶ ἤ ἀκαδημαϊκοί;
Ὅταν οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι αὐτῆς τῆς Χώρας (καλλιτέχνες-δημοσιογράφοι-στρατευμένοι
λογοτέχνες-ποιητές) λείψουν, τότε «φτωχαίνει ἡ Ἑλλάδα», ὅταν ἕνας
ἐπίσκοπος, ἡγούμενος, ἐξομολόγος, ἐφημέριος νοσοκομείου ἤ φυλακῆς
κοιμηθεῖ κανεὶς δὲν τὸ ἀναφέρει. Ὅταν συσκέπτονται οἱ ροδακινοπαραγωγοὶ
γιὰ τὰ μέτρα-ἀντίποινα ποὺ θὰ λάβουν, ὅλοι περιμένουν τὰ πορίσματα τῆς
συσκέψεως, ὅταν συνεδριάζει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος οἱ δημοσιογράφοι καραδοκοῦν
τὸ «λαυράκι», τὸν καυγά, τὴν ἀντίθεση, ὁ λαὸς περιμένει ὅτι θὰ σκανδαλιστεῖ
καὶ ὁ Κλῆρος δὲν περιμένει τίποτε.
Μήπως ἡ παρουσία μας στὶς ὀρκομωσίες, στὶς παρελάσεις, στὰ ἐθνικὰ
μνημόσυνα καὶ στὶς δοξολογίες ἔπαυσε πλέον νὰ ἔχει μιὰ σημειολογία
ὁπότε καλύτερα θὰ ἦταν νὰ ἐλλείψει;
Μήπως οἱ μητροπόλεις μας θὰ ἔπρεπε, πρὶν νὰ μᾶς ἐπιβληθεῖ, νὰ
ἀρχίσουν σιγά-σιγὰ νὰ μετατρέπονται ἀπὸ ν.π.δ.δ. σὲ ἐπισκοπές; Ποιὸς
δὲν βλέπει ὅτι ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ νομοσχέδια τῆς μεταπολιτεύσεως
γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὁδηγοῦν σ’ ἕνα μεταξωτὸ διαζύγιο μὲ τὴν ἑλληνικὴ
πολιτεία μὲ ἀμφίβολη τὴν κατοχύρωση διατροφῆς; Στὰ μοτίβα τῆς
Ε.Ε. δὲν βρίσκονται πιὰ «κωδικοὶ» ἐνισχύσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἐνδεχόμενη
ὑποβάθμιση τῶν δύο Θεολογικῶν Σχολῶν θὰ ἐξοστρακίσει τελικὰ τὴν
Ὀρθόδοξη Θεολογία ἀπὸ τὴν σύνολη Πανεπιστημιακὴ κοινότητα.
Καὶ πρόσφατα ἄρχισε ξανὰ νὰ δημοσιοποιεῖται, ἐπιστημονικὰ σχεδιασμένος
σὲ χάρτη, ὁ μέχρι τώρα κούφιος, θολός, δημοσιογραφικὸς λόγος περὶ χωρισμοῦ
Κράτους-Ἐκκλησίας. Χωρισμὸς μὲ τὸ Κράτος, νὰ γίνει εἰ δυνατὸν καὶ αὔριο τὸ
πρωΐ! Σὰν Χριστιανὸ Ὀρθόδοξο μὲ συμφέρει. Σὰν Ἕλληνα πολίτη ὅμως, πρέπει νὰ μὲ
ρωτήσει ἡ Κυβέρνησή μου, ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία κάποτε ὀφείλει νὰ τολμήσει τὴν
ἄνοδο τοῦ πολιτικοῦ ἐπιπέδου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ της. Οἱ μέχρι τώρα κυβερνήσεις
ΠΑΣΟΚ καὶ ΝΔ δειλίασαν, ὅμως δὲν μποροῦν πλέον νὰ ἐπιτρέπουν νὰ τῆς προτείνουν
νομοσχέδια κάποια τρωκτικά, κηφῆνες καὶ πόντικες τῶν ὑπουργείων. Ἔχει κι ὁ
ἑλληνικὸς λαὸς γνώμη, ὅπως κι οἱ ὑπόλοιποι λαοὶ τῆς Ε.Ε.. Γιατὶ δὲν μᾶς
ἐπιτρέπουν νὰ τὴν ἐκφράσουμε; Ἄν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς πεῖ ναί σ’ ἕνα χωρισμὸ τῆς
Ἐκκλησίας μὲ τὸ Κράτος, τότε νὰ γίνει!
Βεβαίως ποτὲ δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε σίγουροι ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ
δημοψηφίσματος θὰ εἶναι θετικὸ γιὰ μᾶς. Πάντως θὰ μᾶς εἶναι χρήσιμο γιὰ νὰ
κατανοήσουμε ὅτι τὸ ποσοστό μας, ἐνδεχομένως, δὲν εἶναι 98% ὁπότε τότε θὰ
πρέπει γενναῖα νὰ βοηθήσουμε τὸ ὑπόλοιπο νὰ ζεῖ ἐλεύθερα, ἀβίαστα καὶ
ἀνεξάρτητα ἀπ΄ὅσα ὁρίζουν οἱ ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου.
Γιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἤδη συμβαίνουν ἀλλ’ ἐθελοτυφλοῦμε καὶ γιὰ ὅσα
ἔρχονται ἀργὰ ἀλλὰ σταθερά, θὰ μπορούσαμε νὰ στηριχτοῦμε στὸ λαό μας
καὶ νὰ ἀγωνιστοῦμε μαζί του γιὰ τὸ αὔριο τῆς Ἐκκλησίας του. Ὁ εὐσεβὴς
λαός μας εἶναι τὸ ἀρραγὲς δυναμικὸ τῆς Ἐκκλησίας μας, διερωτηθήκαμε
ὅμως πόσο ἀρραγὲς εἶναι αὐτὸ τὸ δυναμικὸ πιά; Στὴν κρίση τοῦ χειμῶνα
τοῦ 2004-2005 ὁ λαός μας ἤ μίλησε σκληρὰ γιὰ μᾶς ἤ μᾶς μίλησε μὲ τὴ σιωπή
του. Ἀλαφιασμένοι καὶ ἀπορημένοι κυτάξαμε τοὺς Χριστιανοὺς μας
στὰ μάτια ζητώντας ἐνίσχυση, μὰ δὲν τὴν παίρναμε πάντοτε. Μήπως κάπου
ἔχουμε προδώσει τὸ λαό μας, μήπως τὸν ξεχάσαμε, μήπως τὸν περιφρονοῦμε
στὴ μεγαλωσύνη μας καὶ τὸν ψάχνουμε, καταφεύγουμε σ’ αὐτὸν μόνο ὅταν
κλονιζόμαστε; Ἀκούστηκε ἀπὸ λαϊκοὺς μυριάκις ἡ φράση «καὶ μεῖς εἴμαστε
Ἐκκλησία» σὰν ἡ ἐπινίκια-revanche ἑνὸς ὀγκώδους
λαϊκοῦ σώματος ποὺ μέχρι τότε κανεὶς δὲν ὑπολόγιζε. Εἰπώθηκε ἀπὸ
κληρικοὺς μυριάκις ἡ φράση «καὶ σεῖς εἴσαστε Ἐκκλησία» σὰν ἐπιμερισμὸς
τῶν ἐνοχῶν καὶ τῶν τύψεών μας σὲ ἀνθρώπους δικούς μας ποὺ ὅμως μόνο τότε
θυμηθήκαμε.
Πότε νοιαστήκαμε στ’ ἀλήθεια γιὰ τὰ πνευματικὰ ζητήματα τῆς
κοινωνίας τοῦ σήμερα; Ἤ φοβόμαστε νὰ τὰ συζητήσουμε ἤ τὰ μιλᾶμε μὲ
μιὰ ξύλινη γλῶσσα, ἀκατανόητη καὶ ἀνεδαφική. Ἤ τέλος, ἐπαφιέμεθα
στὴν φιλοτιμία τῶν ἐξαιρέσεων τῶν πνευματικῶν, αὐτῶν ποὺ «πᾶνε γιὰ
ψυχὴ» ὅταν δίπλα τους ἄλλοι ἀδελφοὶ πᾶνε «γι’ ἄλλα». Ποιὰ εἶναι ἡ δυναμικὴ
παρέμβασή μας στὴν οἰκογένεια, στὴν ἀνεργία, στὴν ἀσθένεια, στὰ τροχαῖα,
στὰ ναρκωτικά, στὴν ἀνασφάλεια πρὸ τοῦ γάμου καὶ μετά, στὴν πληθώρα τῶν
αἱρέσεων;
Γιατὶ οἱ Χριστιανοί μας ἔρχονται στὶς μητροπόλεις γιὰ νὰ ζητήσουν
χρήματα, διορισμὸ ἤ μετάθεση καὶ ἔπειτα τρέχουν σὲ χαρισματικὰ
πρόσωπα γιὰ ἐξομολόγηση καὶ συμβουλές; Σπανιώτατες οἱ περιπτώσεις
ἀνθρώπων ποὺ μᾶς ρώτησαν στὶς μητροπόλεις «πῶς θὰ σωθῶ, πάτερ μου;» ἐνῶ
καθημερινὸ βάσανο εἶναι τὰ αἰτήματα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ κατατίθενται
στὰ βουλευτικὰ γραφεῖα. Οἱ δὲ συστάσεις καὶ οἱ παρεμβάσεις μας εἰσπράχθηκαν
δικαίως ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ κοινωνία σὰν μεροληπτικὴ τακτοποίηση «τῶν
δικῶν μας παιδιῶν».
Μέχρι πότε θὰ παριστάνουμε τοὺς μικρο-ἐξυπηρετικοὺς βουλευτὲς
ἀντὶ νὰ ὁμολογήσουμε μὲ παρρησία ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε γιὰ νὰ λύσει
τὰ βιοποριστικά μας προβλήματα οὔτε γιὰ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸν πόνο
ἀλλὰ γιὰ νὰ γεμίσει τὰ προβλήματά μας καὶ τοὺς πόνους μας μὲ τὴν παρουσία
Του;
Πότε θὰ πάρουμε στὰ σοβαρὰ τὴν διαρκὴ μουρμούρα τῶν πιστῶν μας
γιὰ τὴν ἀρχιερατική μας ἀμφίεση; Πότε θὰ διερωτηθοῦμε γιατὶ ἀργοποροῦν
τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς στὴ Λειτουργία ὥστε νὰ προβληματισθοῦμε γιὰ τὸ
ὡράριο καὶ τὸ μῆκος τῶν ἀκολουθιῶν μας; Πότε θὰ σεβαστοῦμε τὴν ἀδυναμία
τους νὰ κατανοήσουν τὴ γλῶσσα μας καὶ πότε θὰ πάψουμε νὰ βαυκαλιζόμαστε
ὡς λόγιοι καὶ φύλακες μουσείου γλώσσης καὶ παραδόσεως; Πότε θὰ τοὺς ἀπαντήσουμε
γιὰ τὴν ἐξωσωματικὴ γονιμοποίηση ἤ γιὰ τὴν κλωνοποίηση ὀργάνων; (Ἡ Ἱεραρχία
τοῦ Ὀκτωβρίου 2005, τόλμησε καὶ ἀπεδέχθη τὶς προτάσεις τῆς Εἰδικῆς
Ἐπιτροπῆς Βιοηθικῆς ἀπὸ ἐμπιστοσύνη περισσότερο πρὸς τὸν σεβ. Μεσογαίας-πρόεδρό
της. Γεγονὸς παρήγορο καὶ ἐλπιδοφόρο ποὺ φανερώνει τὴν ἀνάγκη στελεχώσεως
τῆς Ἱεραρχίας μὲ εἰδικοὺς ἐπιστήμονες.) Πότε θὰ μιλήσουμε στοὺς πιστοὺς
γιὰ τὴν αὐξανόμενη ἀτεκνία καὶ τὴν διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν τους;
Πότε θὰ παραδεχθοῦμε ὅτι τὰ Κατηχητικὰ Σχολεῖα πέθαναν πιά, γιὰ
νὰ ἀναζητήσουμε νέους τρόπους κατηχήσεως τοῦ λαοῦ μας ποὺ δέρνεται
ἀνηλεῶς ἀπὸ παγανισμό, μαγεία, ἀποκρυφισμό καὶ ζωδιολατρεία;
Ὁ λαὸς μας πιὰ ἀναμιγνύει μέσα του καὶ δὲν μπορεῖ εὔκολα νὰ ξεχωρίσει
τὴ διαφορὰ τῆς προσκυνήσεως τῶν ἱερῶν λειψάνων καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ, ἀπὸ
τὰ ξόρκια τοῦ χότζα ἤ τοῦ μέντιουμ, δὲν καταλαβαίνει τὴ διαφορὰ τῶν ἀσκήσεων
τῆς γιόγκα ἀπὸ τὴν προσευχή, δὲν ξεχωρίζει τὴν ἐξομολόγηση στὸν ἱερέα
ἀπὸ τὴν ἐξομολόγηση στὸν μεταμεσονύχτιο ἀστρολόγο, θεωρεῖ τὸ θαῦμα
«ἐνέργεια», τὸ Θεὸ μιὰ ἀνώτερη δύναμη, ἀκούει «ὁμοιότητες» ἀνάμεσα
στὸν Χριστὸ καὶ στὸν Προμηθέα καὶ ἄλλα τέτοια ποὺ παγώνουν τὴν πίστη τῶν
παλαιοτέρων καὶ ἀντικαθιστοῦν τὴν πίστη τῶν νέων.
Μπροστὰ σ’ αὐτὰ τὰ νέα δεδομένα ἀκόμα καὶ οἱ παλαιὲς αἱρέσεις
ἔχασαν πιὰ τὴν προσελκυστικότητά τους στοὺς παραπονουμένους Χρστιανούς
μας.
Κι ἐνῶ ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν γύρω μας καὶ ποὺ εἶναι ἡ ἀπόδειξη
τῆς πνευματικῆς ἀποτυχίας καὶ ἀνεπαρκείας μας, ἐμεῖς, «ἡ Διοικοῦσα
Ἐκκλησία», ὁ κλῆρος, βιώνουμε τὴν χειρότερη στὴν ἱστορία τῆς Ἑλλάδος
ἀπαξίωση ἐξαιτίας ὄχι τῶν λαθῶν μας, ἀλλὰ τῆς σιωπῆς μας. Φοβόμαστε
νὰ μιλήσουμε καὶ νὰ συζητήσουμε μὲ τὴν ἐποχή μας καὶ τὸν κόσμο μας
γι’ αὐτὰ τὰ ζητήματα ποὺ τὸν ἀπασχολοῦν, τὸν συνθλίβουν καὶ τρῶνε τὴν
ψυχή του μὴ τυχὸν μᾶς παρεξηγήσουν κάποιοι ἀδελφοί μας ποὺ πιστεύουν
ὅτι εἶναι μαντρόσκυλοι τοῦ Θεοῦ καὶ ξαγρυπνοῦν πάνω στὴν παρακαταθήκη
τῆς πίστεως καὶ τοῦ δόγματος. Κάποιοι ἀδελφοί μας, ποὺ ἐνῶ ἀδιαφοροῦν
γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ κλαίει καὶ παραπατάει στοὺς δρόμους, τρυπώνουν στὴν
κρεββατοκάμαρα του γιὰ νὰ ἐλέγξουν καὶ νὰ καθοδηγήσουν. Κάποιοι ἀδελφοί
μας ποὺ αἰθεροβατοῦν προσπαθώντας νὰ κάμουν τὴν κοινωνία μοναστῆρι
καὶ σὰν φρυκτωροὶ νὰ ἀστυνομεύσουν τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῶν ἄλλων.
Φοβόμαστε, αὐτοὺς τοὺς ναυαγοὺς τῆς ζωῆς καὶ τοὺς κέρβερους τοῦ
παραδείσου, μὴ τυχὸν μᾶς χαρακτηρίσουν ὡς νεωτεριστές, μοντέρνους,
νεορθοδόξους, νεοεποχίτες, οἰκουμενιστές, μανιχαϊστές, βαρλααμιστές
καὶ μὲ ἄλλες παρόμοιες, ἀνούσιες, ἀνόητες, παλιομοδίτικες, μεσαιωνικὲς
ἐτικέτες ποὺ δὲν λένε τίποτε ἀπολύτως στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο ποὺ βιώνει
τὴν τραγωδία τοῦ σήμερα στὸ σπίτι του καὶ στὸν ἑαυτό του.
Τέλος πάντων, φτάνει τὸ παρελθόν! Δὲν μποροῦμε νὰ καλοῦμε τὸν
κόσμο μας νὰ ζήσει μ’ αὐτό. Ὅταν τὸ ἐπικαλούμεθα καὶ τὸ στηρίζουμε σὲ
σιγίλια καὶ χρυσόβουλα δὲν μποροῦμε νὰ τὸ προτείνουμε σ’ ἕνα μέλλον
διαδικτύου καὶ πληροφορίας. Ὅταν ἐπικαλούμεθα τὸ παρελθὸν καὶ
τὸ τεκμηριώνουμε σὲ τακρίρια καὶ ἀχνιναμέδες δὲν μποροῦμε νὰ τὸ προτείνουμε
σὰν μοτίβο ζωῆς τοῦ αὔριο ποὺ ἁλματωδῶς ἑνοποιεῖ-πολτοποιεῖ πολιτισμοὺς
καὶ θεωρεῖ τὶς θρησκείες διχαστικὲς παραμέτρους τῶν κοινωνιῶν.
Νὰ ἀντλοῦμε βεβαίως ἀπ’ αὐτό, νὰ παίρνουμε τὴν πικρή του πεῖρα,
νὰ γνωρίζουμε τὰ κραυγαλέα λάθη του, ὅσα ἡ ἀπόσταση δὲν πρόλαβε νὰ
ὡραιοποιήσει καὶ ὕστερα νὰ ἐπεκτεινόμαστε στὸ σήμερα. Μοιάζουμε
μὲ μουσειοφύλακες, ρομαντικοὺς νοσταλγούς, δειλοὺς κι ἀναποφάσιστους
γιὰ τὸ αὔριο. Ἀξίζει μὲ εἰλικρίνεια νὰ διερευνήσουμε οἱ ἴδιοι πόσο
στέρεος εἶναι ὁ Βράχος πάνω στὸν ὁποῖο στερεώθηκε ὁ Χριστιανισμός.
Κι ὅταν πειστοῦμε ἐμεῖς τότε θὰ πείσουμε τὸν κόσμο μας. Ὁ κόσμος σήμερα
διερωτᾶται ἄν τὸ Εὐαγγέλιο ἔχει νὰ τοῦ πεῖ κάτι. Διαισθάνονται οἱ ἄνθρωποι
τὸν πλοῦτο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, βρίσκουν στὰ γονίδιά τους τὴν ὀμορφιὰ τῆς
Πίστεως ἀλλὰ προσπαθοῦν νὰ γευθοῦν κατὰ πόσο ἐμεῖς εἴμαστε τὸ ἁλάτι
τῆς κοινωνίας. Ἕνα ἁλάτι ποὺ ὄχι μόνο τσούζει ἀλλὰ κυρίως νοστιμίζει.
Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴμαστε ἡ ἄρνηση σὲ ὅλα, μποροῦμε νὰ γίνουμε ἡ νοστιμιὰ
πολλῶν πραγμάτων τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. Πέρα ἀπὸ βελούδα καὶ χρυσά,
μακρυὰ ἀπὸ μεγαλοϊδεατισμοὺς καὶ ἐθνικισμοὺς καὶ χωρὶς λογιωτατισμοὺς
καὶ ὑπερθετικοὺς βαθμούς, ὁ ρόλος μας καὶ ἡ ἀξία μας εἶναι νὰ ἐμπνεύσουμε
τὸν κόσμο μας νὰ νικήσει τὸν κόσμο. Νὰ ἐμπνεύσουμε τὸν κλῆρο μας νὰ ξεπεράσει
τὴν ὑποκρισία τῆς ἱεροπρέπειας καὶ νὰ βγεῖ στὸ στίβο τῆς κοινωνίας γιὰ
νὰ συναντήσει τὸν ἐξαντλητικὰ ἐργαζόμενο, τὸν εὐτελισμένα ἄρρωστο,
τὸν κοινωνικὰ ἀδύνατο, τὸν τερατόμορφο ἁμαρτωλό, τὸν αὐθάδη νεαρό
ποὺ μᾶς κυττάει μὲ συνοφρυωμένα μάτια καὶ φρυγμένα χείλη. Κι ὅταν τοὺς
συναντήσουμε ν’ ἀντέξουμε τὴν κατ’ ἀρχὴν ἀγένεια καὶ σκληρότητά τους
ἀπέναντί μας κι ἔπειτα, παραμένοντας δίπλα τους νὰ παλέψουμε μαζί
τους προτείνοντας μιὰ ἄλλη ἄγνωστη γιὰ ἐκείνους ἀλήθεια. Νὰ παραδεχτοῦμε
λάθη μας καὶ νὰ ζητήσουμε συγνώμη, νὰ προσκαλέσουμε σὲ βοήθεια καὶ
νὰ δεχθοῦμε ἰδέες καὶ ἀπόψεις τους γιὰ μιὰ Ἐκκλησία ποὺ θὰ τὴν ἔνιωθαν
δική τους κι ὄχι δική μας.
Μιὰ πρωτόγνωρη στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τακτική, διαλόγου
τῆς Ἱεραρχίας μὲ τὴν κοινωνία, τόλμησε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος,
τὸ φθινόπωρο τοῦ 2005, ἐγκαινιάζοντας ἔτσι γιὰ πρώτη φορὰ μιὰ ἐπικοινωνία
στὴν ὁποία ἀφουγκράζεται ἡ μάννα Ἐκκλησία τὸ παιδί, οἱ πνευματικοὶ
ἡγέτες τὸν λαό, οἱ προεστῶτες τὸ πλήρωμα. Τὸ ἐμπνευσμένο αὐτὸ βῆμα
τῆς Ἱεραρχίας καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, φρονῶ ταπεινῶς, ὅτι ἀποτελεῖ
τὸν καλύτερο ἀπολογισμὸ τῶν γεγονότων τοῦ περασμένου χειμῶνα,
τὴν ἐξυπνότερη καὶ πνευματικότερη ἀποτίμηση τῆς στάσεως καὶ τῆς κραυγῆς
τῶν Ἑλλήνων τοῦ 2005. Χρειάζεται ὅμως οἱ ἐπισημάνσεις νὰ φέρουν γενναῖες
μεταρρυθμίσεις ποὺ θὰ μείνουν στὴν Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεμέλια
ἑνὸς αὔριο χαλυβδωμένου μὲ τὴν πικρὴ πείρα ἑνὸς δοκιμασμένου πιὰ χθές.
Χρειάζεται νὰ τολμήσουμε, ἔστω δοκιμαστικά, ἀλλαγὲς καὶ μεταρρυθμίσεις
μὲ στόχο τοὺς νέους ἀνθρώπους. Στὸ τέλος νὰ προσκομίζουμε καὶ τὴν πρόταση
τῆς προσφορᾶς, τῆς θυσίας, τῆς ἱεραποστολῆς, τῆς ἐγκρατείας, τῆς ἁγιότητος.
Παρόμοιες προτάσεις οὔτε κὰν στοὺς νεαροὺς κληρικούς μας μποροῦμε νὰ
προτείνουμε σήμερα, πολὺ περισσότερο νὰ ἐμπνεύσουμε κι ἐνῶ ἡ ἑλλαδικὴ
ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία σήμερα, ἀκόμα λανσάρει καὶ ἐξάγει γηραιοὺς
πιὰ τοὺς ἀναθρεμμένους ἀπὸ τὶς ἀδελφότητες, διερωτηθήκαμε αὔριο
σὲ ποιοὺς θὰ στηριχθεῖ; Στοὺς σημερινοὺς κομψευόμενους λιμοκοντόρους
ποὺ καλύπτουν μὲ πολύχρωμα λουλούδια στὰ ἄμφια, ἀναστολές, ἀδυναμίες,
φοβίες καὶ τεμπελιά; Ἤ στοὺς ὁλιγογράμματους πτυχιούχους θεολόγους
ποὺ μιλοῦν καὶ κηρύσσουν μὲ τὴν μαστίχα στὸ στόμα «οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας
μας…» χωρὶς νὰ παραπέμπουν ποτὲ σὲ κανέναν; Ἡ ἔλλειψη ἐξειδιασμένης
θεολογικῆς γνώσης φαίνεται στὴν προχειρότητα τῶν τηλεοπτικῶν κληρικῶν
ἐμφανίσεων ὅπως φαίνεται καὶ ἡ ἀνυπαρξία ἱερατικῆς καὶ εὑρύτερης
παιδείας. Γράφει ὁ ἅγιος Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης: «Ἔ, μοναχὲ ἀγροδίαιτε, χωριάτη, γιὰ
πές μου τί θὰ κάνεις λοιπόν, ἄν προκύψει κάποιο σοβαρότατο ἐκκλησιαστικό
ζήτημα, ἀμφιλεγόμενο καὶ χρειαστεῖ νὰ ἀγωνιστοῦν οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας,
ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἐσὺ καὶ οἱ ὅμοιοί
σου εἶστε ἕνα πολὺ σημαντικὸ μέρος; Τί θὰ κάνεις σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση;
Πῶς θὰ ἀνοίξεις τὸ στόμα σου νὰ μιλήσεις ὅταν δὲν θὰ ἔχεις τὴν δέουσα
θεολογικὴ μόρφωση… Σὲ τί θὰ φανοῦν τότε χρήσιμες οἱ ἱκανότητές σου
στὴν ἐπίλυση πρακτικῶν θεμάτων; Δὲν καταλαβαίνεις ὅτι γιὰ τὴν πνευματικὴ
ὁλοκλήρωση ἑνὸς ἀληθινοῦ μοναχοῦ δὲν ἀρκοῦν αὐτά, ἀλλὰ πάνω ἀπ’
ὅλα αὐτὸ ποὺ τοῦ χρειάζεται εἶναι κυρίως ἡ γνώση; Καὶ φυσικὰ δὲν ἐννοῶ
ἐδῶ μόνο τὴ θεολογικὴ παιδεία, ἀλλὰ καὶ ἐκείνη ποὺ προέρχεται ἀπὸ
ἄλλες περιοχὲς μάθησης, μιὰ παιδεία διαφορετικὴ καὶ πολύμορφη μὲ
τὴν ὁποία μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀποδειχθεῖ χρήσιμος σ’ ὅσους συναναστρέφεται».
(Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, «Τί φλυαρεῖ ὁ μέγας παπᾶς;», 146).
Ὁ καθηγητὴς Γεώργιος Γαλίτης σὲ ἄρθρο του μὲ τίτλο «Ὁ τρώσας
καὶ ἰάσεται» γράφει: «Ἡ Ἐκκλησία ἔχει
τὴ δύναμη καὶ τὰ μέσα νὰ διορθώσει καταστάσεις καὶ νὰ ἀντιμετωπίσει
περιστάσεις. Ἀρκεῖ οἱ ἄνθρωποί της νὰ τὸ θελήσουν καὶ νὰ τὸ ἀποφασίσουν.
Οἱ πολιτικοὶ ὁμιλοῦν γιὰ «ἐπανίδρυση» τοῦ κράτους. Ἡ Ἐκκλησία δὲν χρειάζεται
ἐπανίδρυση˙ τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται εἶναι νὰ ἀναχθεῖ
στὴν Ἵδρυση καὶ στὶς Ἀρχές της, στὴν Πεντηκοστή καὶ στὸν Ἱδρυτή της. Νὰ
ἀκούσει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τὸ Ὁποῖον «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας»
καὶ νὰ ἀφουγκρασθεῖ «τὶ τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς Ἐκκλησίαις». Καὶ νὰ προχωρήσει
χωρὶς δισταγμούς, φόβους καὶ ἀμφιταλαντεύσεις, μὲ ἀποφασιστικότητα
καὶ θάρρος, στὴν ἐκπλήρωση αὐτοῦ ποὺ ζητεῖ ὁ Θεός, ἀπ’ ὅλους μας,
στοὺς χαλεποὺς καιρούς μας. Ὅσοι τολμήσουν, θὰ μείνουν στὴν Ἱστορία. Ὅσοι
ὀρρωδήσουν, θὰ εἶναι ὑπαίτιοι ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του
γιὰ μιὰ ἀκόμη χαμένη εὐκαιρία.» («Ἀνάπλασις», τ. 416, 2005).
Αὐτὸ τὸ θάρρος καὶ ἡ ἀποφασιστικότητα ὑπάρχει στὴν Ἱεραρχία
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Καὶ εἶναι τόσο ριζωμένα στὶς δομές της
ποὺ διδάσκεται κιόλας. Τὴν πρώτη μου συμμετοχή στὶς ἐργασίες τῆς Ἱεραρχίας
σημάδευσε γιὰ πάντα ὁ λόγος ποὺ μοῦ εἶπε, παίρνοντάς με παράμερα, ὁ
σεβ. Πειραιῶς Καλλίνικος: «Ἄκουσέ με,
μοῦ εἶπε, στὴν ἐπαρχία σου θὰ πᾶς καλά, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν φτάνει. Πρέπει νὰ
πᾶς καλὰ κι ἐδῶ μέσα. Νὰ ἔχεις θάρρος νὰ μιλᾶς ἐλεύθερα. Νὰ διαφωνεῖς
καὶ μὲ ὅσους σὲ ψηφίσαμε. Δὲν ἔχεις πιὰ ὑποχρέωση σὲ πρόσωπα. Εἶσαι
ἐπίσκοπος ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Μὴ φιμώσεις τὴ συνείδησή σου. Νὰ ἀγωνιστεῖς
γι’ αὐτό».
Ὁ λόγος ἐκεῖνος μοῦ ἔδωσε φτερὰ καὶ τὸ φτερούγισμα γέννησε
τοῦτο τὸ ἄρθρο, ἄτεχνο, ἄκομψο, πρωτόλειο ἐπισκοπικό, πάντως εἰλικρινὲς
καὶ ἐπώδυνο. Σὰν συμμόρφωση στὸ λόγο τοῦ Πειραιῶς Καλλινίκου καὶ
σὰν ὀφειλὴ στὸ ἔργο τοῦ ὁμόρου μητροπολίτου Μαρωνείας καὶ Κομοτηνῆς
σεβ. Δαμασκηνοῦ, χάριν τοῦ ὁποίου ψηφιδογράφηκε αὐτὸς ὁ τόμος.
Στὸν πρὸ ἔτους Ἐνθρονιστήριο λόγο μου χαρακτήρισα τὸν τότε Τοποτηρητὴ
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως «βαθύσκιωτο πλάτανο τῆς
Θράκης». Ἔτσι τὸν ἔνιωθα μετὰ τὴν μεταφύτευση τοῦ γέροντός μου, μητροπολίτου
Ἀνθίμου, στὴ Θεσσαλονίκη. Κάτω ἀπὸ τὸ πλατὺ φύλλωμα καὶ τὴν παχειὰ σκιά
του ἔζησα γιὰ λίγους μῆνες, ἀτέλειωτους. Ὅμως τὸ ἄδολο χαμόγελό του,
ὁ γλυκός του λόγος, ἡ σταθερὴ καὶ στιβαρὴ περπατησιά του, ἡ ἄμεση ὑπογραφή
του, ἡ ἀμέριστη ἐμπιστοσύνη του, ὁδήγησαν τὴν ψυχή μου σὲ γαλήνη
πολὺ πρὶν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀρχιερατικῶν ἐκλογῶν γιὰ τὴν πλήρωση τῆς
Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως. Θὰ τοῦ ὀφείλω αὐτὸ τὸ τόσο
σημαντικό κομμάτι τῆς πνευματικῆς ζωῆς μου. Θὰ τοῦ ἀναγνωρίζω μὲ εὐγνωμοσύνη
τὴν ἀγάπη του ποὺ γνώρισα.
Κάποια ἡμέρα τοῦ Φλεβάρη τοῦ 2005, ἐνῶ μεσουρανοῦσαν τὰ περὶ
σκανδάλων στὴν Τηλεόραση, ἦρθε στὴν Ἀλεξανδρούπολη ὁ σεβ. Μαρωνείας
καὶ μὲ ἐπισκέφθηκε στὴ μητρόπολη. Ὅταν μείναμε μόνοι μὲ ρώτησε σιγανά:
«Μά, πές μου, τί γίνεται; Τί συμβαίνει; Πῶς θὰ ἐξελιχθεῖ αὐτὴ ἡ κατάσταση;
Τί σημαίνουν ὁλ’ αὐτά;»
Αὐτὸς εἶναι ὁ γέροντας μητροπολίτης Μαρωνείας καὶ Κομοτηνῆς
Δαμασκηνὸς Ρουμελιώτης. Τελείως ξένος σὲ παρόμοιες καταστάσεις.
Ἄμοιρος διαπλεκομένων καὶ ἀδιαφανῶν ζητημάτων. Ἀμέτοχος σὲ συμφέροντα
καὶ ἀτιμίες. Καθαρὸς στὴ ζωή του καὶ στὶς προθέσεις του. Εἰλικρινὴς στὰ
ἔργα του καὶ εὐγενὴς τόσο στὸ γέλιο του ὅσο καὶ στὸ θυμό του. Φτωχός, δυναμικός,
διακριτικός, ἄδολος, πατερικός. Τύπος καὶ ὑπογραμμός, ὑπόδειγμα
παλαιοῦ ἐπισκόπου ποὺ μακάρι, νὰ μὴ χαθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ αὔριο
καὶ νὰ ἀποτελεῖ παράδειγμα ποὺ θὰ μιμεῖται ἡ πολυπραγμωσύνη τῶν ἐπισκόπων
καὶ τῶν πρεσβυτέρων τοῦ σήμερα. Στὰ ἴχνη τέτοιων προοδοιπορούντων,
ὁ εὐσεβὴς λαός μας δὲν θὰ στερηθεῖ ποτὲ τὸ ψωμὶ κι ὄχι τὴν πέτρα ποὺ
ζητᾶ ἀπὸ τὸν πατέρα του (Λουκ. 11, 11).
Αντωνίου Χατζόπουλου, Επευφημίες και Δοξολογίες στην Πόλη (1856-1933)
(Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Ενδοχώρα)
Από
τον 6ο αιώνα μαρτυρούνται επευφημίες
και εγκωμιασμοί των Αυτοκρατόρων και των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως.
Οι εγκωμιαστικοί αυτοί στίχοι που
ψάλλονταν εμμελώς σε τελετές και είναι γνωστοί τις περισσότερες φορές ως
Πολυχρονισμοί, βρίσκονταν στο επίκεντρο των τελετουργιών της βασιλικής
βυζαντινής αυλής, εντός αλλά και εκτός του ιερού ναού[1]. Οι
Πολυχρονισμοί αυτοί συνεχίζουν να υπάρχουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της
Βυζαντινής Αυτοκρατορίας[2] καθώς
επίσης και κατά την περίοδο της
Τουρκοκρατίας[3].
Το περιεχόμενο αυτών των εγκωμιαστικών στίχων είναι ποικίλο όπως διαφορετικές είναι και
οι τελετουργικές διατάξεις, εντός των οποίων αυτοί ψάλλονται[4]. Όπως
ήταν φυσικό, οι Πολυχρονισμοί που απευθύνονται στον Πατριάρχη παραμένουν σε
χρήση και κατά την περίοδο της
Τουρκοκρατίας, αυτοί όμως του Αυτοκράτορα,
αντικαθίστανται τώρα από τον Πολυχρονισμό προς τον εκάστοτε Σουλτάνο των
Οθωμανών[5].Σ’
αυτόν τώρα αναπέμπονται πλέον τα πολυχρόνια και οι δεήσεις, που πριν την Άλωση
της Πόλης προορίζονταν για το Βασιλιά. Το περιεχόμενο αυτών των πάσης
φύσεως Πολυχρονισμών που απευθύνονται
στο Σουλτάνο, είναι, όπως ήταν φυσικό, εντελώς διαφορετικό από αυτό των
Αυτοκρατόρων, η γλώσσα του στίχου είναι πολλές φορές και η
τουρκική, ή η ελληνική και η τουρκική μαζί, τα δε μουσικά μέλη είναι τονισμένα με βάση τους εκκλησιαστικούς ήχους,
όπως και τα παλαιότερα. Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μετά το
Τανζιμάτ[6](1856)
και μέχρι την οριστική δύση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην Κωνσταντινούπολη
οι Πολυχρονισμοί των Σουλτάνων και φυσικά των Πατριαρχών τυγχάνουν ευρείας χρήσης, όχι μόνο εντός των ιερών Ακολουθιών, αλλά
και σ’ άλλες εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής των Ομογενών που λαμβάνουν
χώρα εκτός ιερών χώρων. Έτσι εκτός από
την καθιερωμένη θέση του Πολυχρονισμού του Πατριάρχη και του Σουλτάνου-Άνακτα
που ψάλλονταν εντός της θείας
Λειτουργίας, πολλές κοινωνικές
εκδηλώσεις των Ελλήνων της Πόλης ήταν η
κατάλληλη αφορμή για να ψαλούν οι εγκωμιαστικοί αυτοί ύμνοι προς την εκκλησιαστική και πολιτική
εξουσία[7]: Σε
υποδοχή Πατριάρχου ή Σουλτάνου, σε υποδοχές υψηλών προσωπικοτήτων, σε εγκαίνια και εορτασμούς σχολικών εορτών,
σε Αγιασμούς, σε έναρξη και λήξη μαθημάτων των σχολείων, στις εξετάσεις των
Σχολείων, σε επίσημες τελετές, σε εκδηλώσεις φιλανθρωπικών καταστημάτων. Αυτοί
που εκτελούσαν δημόσια τους παραπάνω
ύμνους ήταν ψάλτες δόκιμοι των ναών της
Πόλης, καθώς επίσης μαθητές και μαθήτριες των Σχολείων
της Πόλης. Οι τελευταίοι άλλωστε,
διδάσκονταν συστηματικά και με βάση το αναλυτικό Πρόγραμμα των Σχολείων[8] την
ψαλτική τέχνη στα ίδια τα σχολεία τους[9]:
Χορός από 100 μαθητές, που ήταν «ομοιομόρφως ενδεδυμένοι», ψάλλει «μετά των ψαλτών» της Πόλης κατά την εν
πλω υποδοχή του Σουλτάνου Απντουλαζίζ,
με ειδικό σκάφος, όπου επέβαινε και ο Πατριάρχης, κατά την άφιξή του από ταξίδι του στο
εξωτερικό[10].
Μαθητές ψάλλουν τον Πολυχρονισμό του Πατριάρχου και του Σουλτάνου, κατά την
υποδοχή του Πατριάρχη στο Ορφανοτροφείο του Βαλουκλή[11]. Σε
τελετή, που έγινε το 1898 στο Ιωακείμειο,
χορός μαθητριών ψάλλει τον Πατριαρχικό Ύμνο, άσμα στη Θεοτόκο και τον
σουλτανικό ύμνο, τα οποία όλοι ακούν όρθιοι[12]. Κατά
την υποδοχή του εκλεγέντος Πατριάρχη Ανθίμου του Ζ΄, που είχε αφιχθεί από την
Κάλυμνο στο Φανάρι, ψάλλουν ο μαθητές της Πατριαρχικής Αστικής Σχολής «κατάλληλον ύμνον», ενώ οι
παρευρισκόμενοι κραυγάζουν υπέρ του Πατριάρχη[13]. Το
1887, κατά την υποδοχή του Πατριάρχη Διονυσίου του Ε΄, οι μαθητές των σχολείων
ψάλλουν τον πατριαρχικό ύμνο[14], Σε
γιορτή επίδοσης
πτυχίων του Ελληνογαλλικού Λυκείου της Πόλης ψάλλει χορός μαθητών «ύμνους προς τον Θεόν και προς τον Σουλτάνον»
υπό τη διεύθυνσή του Γ. Παχτίκου[15]. Σε
τελετή της Μουσικής Σχολής του ΕΜΣ το
1901 η όλη εκδήλωση τελείωσε με το άσμα
προς το Σουλτάνο που άκουσαν όλοι «επί
ποδός»[16].Στις 27 Απριλίου του 1909 οι μαθητές
των ελληνικών Σχολείων της Πόλης ψάλλουν τον Πολυχρονισμό του νέου Σουλτάνου
Μεχμέτ του Ε΄, όταν αυτός μετά την
τελετή της «περίζωσης της σπάθης» διέρχεται
μέσα από τα πλήθη του λαού και πριν
μπει στο παλάτι κατεβαίνει από την άμαξα και ασπάζεται τον Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ΄[17]. Το
1919 πάλι μαθήτριες Σχολείων ψάλλουν τον πατριαρχικό ύμνο σε σχολική γιορτή με συνοδεία πιάνου και τον ύμνο προς το Σουλτάνο[18].Σε
μία άλλη περίπτωση ο έμπειρος στη διδασκαλία παιδιών και κανοναρχών Ονούφριος ο Βυζάντιος είχε μελοποιήσει ειδικό άσμα, κατήρτισε χορό από 12
καλλίφωνους και εκλεκτούς Κανονάρχες, οι οποίοι το έψαλλαν στο Υπουργείο των Στρατιωτικών
ενώπιον του Σουλτάνου και δεχόμενοι τη βασιλική ευαρέσκεια έλαβαν «εκατοντάλιρο δώρο»[19]. Όσον αφορά τη συμμετοχή των ψαλτών και των
μουσικών σε εκδηλώσεις της Οθωμανικής
Αυλής, θα πρέπει να αναφερθεί ότι αυτό το γεγονός δεν ήταν ίδιο αυτής της εποχής:
Ήδη από τα χρόνια της Άλωσης υπήρχαν
καλές σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων
μουσικών[20].Το
ίδιο βέβαια συμβαίνει και στη βάση του πληθυσμού όπου υπήρχε αρμονική συμβίωση,
κάτι που μαρτυρείται και από το Γεδεών: «Τουλάχιστον οι
εν Κωνσταντινουπόλει Χριστιανοί και
Μωαμεθανοί εκτιμώμεν και ηγαπώμεν αλλήλους», έγραψε
όταν ο ίδιος ήταν πάνω από ογδόντα ετών[21],κάτι
που σαφώς απηχεί την πραγματικότητα της από δεκαετιών
βιωμένης προσωπικής του εμπειρίας[22].
Σημαντικά γεγονότα στην Πόλη, έδιναν αφορμή στους μουσικούς για την περαιτέρω συγγραφή και σύνθεση νέων
επαινετικών ύμνων. Έχουμε έτσι πολλές νέες μουσικές συνθέσεις Πολυχρονισμών
αλλά και εγκωμιαστικών ύμνων και ωδών
κατά το 19ο αιώνα, αλλά και κατά τον 20ό αιώνα[23].
Τώρα μαζί με τους Άρχοντες εξυμνούνται
σημαντικά πολιτικά γεγονότα αλλά και οι
Ευεργέτες του Γένους. Οι στίχοι και οι
μουσικές συνθέσεις προσλαμβάνουν διάφορες ονομασίες, όπως Ωδή, Παιάν, Διθύραμβος. Το 1901 ο «Όμιλος Φιλομούσων Νέων» του Βαφεοχωρίου
της Πόλης αναθέτει σύνθεση νέου
πολυχρονισμού στο μουσικό Γεώργιο Παχτίκο για το συντοπίτη τους Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ΄[24]. Το 1912,
είχε μελοποιηθεί σε πρώτο ήχο ο «Ύμνος του Οθωμανικού Συντάγματος»[25]. Ο
Γεώργιος Παχτίκος είχε μελοποιήσει μία Ωδή για τον Παύλο Στεφάνοβικ-Σκυλίτση
που είχε ανοικοδομήσει τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης[26]. Σε
γιορτή της Μουσικής Σχολής του ΕΜΣ Κωνσταντινουπόλεως, για παράδειγμα, ψάλλεται
για πρώτη φορά ο «Πατριαρχικός Παιάν» και ο «διθύραμβος εις τους δωρητάς και ευεργέτας» του
Συλλόγου από χορωδία τριακονταμελή των δύο
τελευταίων τάξεων, την οποία διευθύνει ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης[27].
Ο Γεώργιος Σαρανταεκκλησιώτης είχε μελοποιήσει ωδή που αποτελούνταν από τρεις
Οίκους στα ελληνικά και μία επωδό στα τουρκικά[28] για τον Σουλτάνο Απδουλχαμίτ[29].
Στις 14 Ιουνίου του 1903 ο ΕΜΣ προκηρύσσει διαγώνισμα «προς μελοποίησιν άσματος εις την Α.Α.Μ. τον σεπτόν Άνακτα Σουλτάν
Απτουλ Χαμίτ χάν
το Β΄» σε στίχους Ι.Δ.Τανταλίδου[30]. Το Παράρτημα Εκκλησιαστικής Αλήθειας της
Πόλης
διασώζει σημαντικούς παρόμοιους ύμνους τονισμένους με τους εκκλησιαστικούς ήχους[31].
Πολλές εκδόσεις της Πόλης, όπως η Εκκλησιαστική Αλήθεια, το περιοδικό Μουσική, αλλά και εκπαιδευτικά μουσικά εγχειρίδια
που εκδόθηκαν με προτροπή του Πατριαρχείου περιλαμβάνουν εγκωμιαστικούς
ύμνους προς τιμήν των Ομογενών, που
με δωρεές είχαν βοηθήσει τα ελληνικά
ιδρύματα της Πόλης. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις Ωδές, που εκδόθηκαν το 1907 «σεπτή πατριαρχική κελεύσει»,που είναι
αξιόλογο
μουσικό έργο για τις ανάγκες των μαθητών των σχολείων[32]
και το έργο του Μάρκου Βασιλείου, που τυπώνεται επίσης από το
Πατριαρχείο και πάλι «σεπτή πατριαρχική
κελεύσει»[33].
Σημαντική πηγή από την οποία
γνωρίζουμε το κείμενο και το μουσικό μέλος των Πολυχρονισμών των Πατριαρχών και
των Σουλτάνων, είναι, εκτός από τις παραπάνω εκδόσεις και τα έντυπα μουσικά βιβλία εκκλησιαστικής
μουσικής που είχαν ευρεία διάδοση στην
Πόλη[34].Σε
τιμοκατάλογο ενός βιβλιοπωλείου και
τυπογραφείου της Πόλης του έτους 1912 προσφέρονται για πώληση δώδεκα περίπου
τίτλοι μουσικών βιβλίων[35].
Ενδεικτικά αναφέρουμε ένα από αυτά που περιέχει μία θαυμάσια μουσική
σύνθεση Πολυχρονισμού Πατριάρχη σε ήχο
δ΄ με την ένδειξη «μέλος αρχαίον».Το
κείμενο του Πολυχρονισμού έχει ως εξής: «Πολυχρόνιον
ποιήσαι Κύριος ο Θεός, τον Παναγιώτατον και θειότατον ημών αυθέντην και Δεσπότην τον οικουμενικόν Πατριάρχην
κύριον κύριον… Κύριε φύλαττε αυτόν, εις πολλά έτη, εις πολλά έτη, εις πολλά
έτη»[36].Εκτός από το παραπάνω πολλά έτη εύχονται και οι δύο γνωστοί στίχοι
«Τον Δεσπότην και Αρχιερέα ημών Κύριε
Φύλαττε, εις πολλά έτη, τρις», και η φήμη «….του Παναγιωτάτου και Οικουμενικού Πατριάρχου πολλά τα έτη».
Ο
Πολυχρονισμός του Σουλτάνου έχει ως εξής: «Πολυχρόνιον
ποιήσαι Κύριος ο Θεός τον μεγαλειότατον και κραταιόν ημών άνακτα Σουλτάν
Απδουλχαμίτ Χαν αυθέντην ημών, Κύριε φύλαττε αυτόν εις πολλά έτη, εις
πολλά έτη, εις πολλά έτη, Αμήν»[37].
Μία
άλλη μορφή επευφημίας του Σουλτάνου, του Πατριάρχου αλλά και των ξένων υψηλών επισκεπτών της
Πόλης ήταν οι Δοξολογίες που τελούνταν στον Πατριαρχικό Ναό κατά τη χρονική περίοδο που προαναφέραμε. Οι
ευχαριστήριοι ύμνοι προς το Θεό από Εκκλησίας
που είναι γνωστοί ως Δοξολογίες είναι ένα είδος εκκλησιαστικής Ακολουθίας
που είναι νεώτερο και συμπεριλήφθηκε τις τελευταίες δεκαετίες στα τυπικά της
Εκκλησίας. Η Δοξολογία είναι μια
αυτοτελής Ακολουθία[38] που
περιλαμβάνει στα πλαίσια της τυπικής της διάταξης, εκτός από τους στίχους της Δοξολογίας από όπου παίρνει την
ονομασία, και διάφορα τροπάρια και
επίκαιρες δεήσεις που έχουν σχέση με το εορταζόμενο γεγονός και συν τοις άλλοις Πολυχρονισμούς Πατριάρχη άλλά και του Σουλτάνου. Είναι το
είδος της Ακολουθίας που χρησιμοποιούνταν
για τον εγκωμιασμό και εορταστική επιδοκιμασία όχι μόνο του Σουλτάνου,
αλλά και άλλων επισήμων που επισκέπτονταν την Πόλη. Δύο φορές το χρόνο γίνονταν επίσημες Δοξολογίες
στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι για τον εκάστοτε Σουλτάνο,
μια φορά την επέτειο της ανάρρησής του στο θρόνο και μία φορά την ημέρα των
γενεθλίων του[39].
Δοξολογία ακόμα είχε ψαλεί στον Πατριαρχικό Ναό με αφορμή την επίσκεψη στην
Κωνσταντινούπολη του Ηγεμόνα του Μαυροβουνίου[40] και του Μεγάλου Δουκός της Ρωσίας[41].
Κάθε Δοξολογία τελείωνε με τους προαναφερθέντες Πολυχρονισμούς. Θα πρέπει να τονιστεί τέλος ότι δεν υπήρχε
συγκεκριμένη τυπική διάταξη για το περιεχόμενο των Δοξολογιών. Αυτό
καθορίζονταν ανάλογα με το λόγο και σκοπό
τέλεσης της Δοξολογίας.
Στο
πρότυπο των Δοξολογιών της εποχής της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς τιμή του
Άνακτα θα πρέπει να αναζητηθεί και η Τελετή,
όπως αποκαλείται, για τα «10 χρόνια
της Τουρκικής Δημοκρατίας», που συντάχθηκε το 1933 ειδικά γι’ αυτό το σκοπό[42].
Περιέχει μία ειδική δέηση για την
περίπτωση και η Δοξολογία αυτή πρέπει με βεβαιότητα να θεωρηθεί
η τελευταία στα πρότυπα των παλαιοτέρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι πάσης
φύσεως επευφημίες των Σουλτάνων σταματούν όπως ήταν φυσικό με την ίδρυση της
Δημοκρατίας το 1923. Η Δοξολογία όμως αυτή τελέστηκε το 1933 και είναι η τελευταία προς τιμή των κρατούντων. Μετά από αυτή τη
χρονολογία δεν αναφέρονται παρόμοιες δεήσεις. Παρ’ όλο που το χειρόγραφο την ονομάζει Τελετή, η όλη δομή της είναι
σύμφωνη με την τάξη της Δοξολογίας.
Σήμερα
στον Πατριαρχικό Ναό ο Πολυχρονισμός του Πατριάρχη ψάλλεται όταν υπάρχει Πατριαρχική και
Συνοδική Λειτουργία ή χοροστασία, στο
τέλος της Λειτουργίας και μετά τη
διανομή του αντιδώρου. Επίσης ψάλλεται και κατά την ονομαστική γιορτή του
Πατριάρχη. Όσον αφορά τη Δοξολογία, αυτή
τελείται σε περίπτωση υποδοχής Αρχηγού Ορθόδοξης Εκκλησίας ή Αρχηγού Κράτους,
όπως και παλαιότερα. Σύμφωνα με τυπικό του Πατριαρχείου σχετικό με τις
Δοξολογίες ψάλλεται το Άξιόν Εστί το Απολυτίκιο του Ναού, το Κοντάκιο της ημέρας και έξι στίχοι από
την αργή Δοξολογία σε ήχο βαρύ εναρμόνιο, του Χουρμούζιου Χαρτοφύλακος[43]. Στο
τέλος ψάλλεται ο Πολυχρονισμός του φιλοξενουμένου ξένου Αρχηγού και σε
περίπτωση που είναι παρόν ψάλλεται και ο
Πολυχρονισμός του Οικουμενικού Πατριάρχη. Ο νυν Πρωτοψάλτης της Μεγάλης
Εκκλησίας έχει μελοποιήσει διάφορους Πολυχρονισμούς για τους αρχηγούς
των Ορθοδόξων Εκκλησιών, σε διάφορους ήχους της εκκλησιαστικής μουσικής[44].
Παραθέτουμε
ένα κείμενο σχετικά με τα προαναφερθέντα: την
ανέκδοτη «Τελετή για τα 10 χρόνια
της Τουρκικής Δημοκρατίας», που
συντάχθηκε από την Πατριαρχική Κεντρική Εκκλησιαστική Επιτροπή. Σημειωτέον ότι
έκτοτε ουδεμία παρόμοια επετειακή τελετή έλαβε χώρα στο Φσνάρι.
Πρακτικά Πατριαρχικής Κεντρικής Εκκλησιαστικής Επιτροπής, Οικ.
Πατριαρχείου, τόμος 1931-1936, Συνεδρίαση 23ης Οκτωβρίου 1933,
σελ. 251-252.
Υπό την Προεδρείαν του
Σεβασμιωτάτου Αγ. Πρωτοσυγγελεύοντος Μητροπολίτου
Λαοδικείας κ.κ. Δωροθέου, και συνεδριαζόντων του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου
Τρωάδος κ. Ευσταθίου, του Αρχιγραμματέως της Αγίας και Ιεράς Συνόδου κ.
Αδαμαντίου, του Αρχιμ. Γερασίμου Καλοκαιρινού, του Οικονόμου Γεωργίου
Παπαδοπούλου, του Μ. Αρχιδιακόνου κ. Γρηγορίου, παρόντος και του Γραμματεύοντος
μέλους Μ. Αρχιμανδρίτου κ. Καλλινίκου, αυνήλθεν εις συνεδρίαν η Π.Κ.Ε. Επιτροπή
καθ’ ήν εγένοντο τα ακόλουθα:
1.Αναγινώσκεται και
επικυρούται το πρακτικόν προηγουμένης Συνεδρίας.
2.Αναγινώσκεται το
πρόγραμμα της τελετής της γενησομένης εν τω Πανσέπτω Πατριαρχικώ Ναώ μετά την
θείαν Λειτουργίαν της Κυριακής(29. Οκτωβρίου έ.έ.), της Τουρκικής Δημοκρατίας,
επί τη συμπληρώσει δεκαετηρίδος αυτής, όπερ και εγκρίνεται:
Το πρόγραμμα έχει ως εξής:
Μετά την απόλυσιν
της θείας και ιεράς Λειτουργίας, περί ώραν 11ην π. μεσημβρίας
κρούωσιν οι κώδωνες και αμέσως άρχεται η δέησις.
Ο Μ. Αρχιδιάκονος:
Ευλόγησον Δέσποτα
Ο Πατριάρχης: Ευλογητός ο θεός ημών κ.τ.λ.
Ο Μ. Αρχιδιάκονος:
Το Τρισάγιον
Ο Πατριάρχης :
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία κ.τ.λ.
Ο Α΄χορός:
Το Αναστάσιμον Απολυτίκιον Ευφραινέσθω
τα ουράνια.
Ο Β΄χορός: Δόξα και νύν το θεοτοκίον Σε την
μεσιτεύσασαν.
Ακολούθως ψάλλονται υπό των χορών οι έξ πρώτοι στίχοι της Δοξολογίας.
Είτα ο Μ. Αρχιδιάκονος:
Ελέησον ημάς ο Θεός κατά το μέγα έλεός Σου
δεόμεθά Σου επάκουσον και ελέησον.
Ο Δευτερεύων: Έτι
δεόμεθα υπέρ των ευσεβών και Ορθοδόξων Χριστιανών.
Ο
Υπογραμματεύς: Έτι
δεόμεθα υπέρ του Αρχιεπισκόπου ημών Φωτίου.
Ο Δ. Διάκονος: Έτι δεόμεθα υπέρ των Αγίων Αρχιερέων των ενδημούντων και των εν
ταις επαρχίαις αυτών.
Ο Μ.
Αρχιδιάκονος: Έτι
δεόμεθα υπέρ κραταιώσεως και διαφυλάξεως του ενδόξου Δημοκρατικού ημών
Πολιτεύματος υγείας και μακροημερεύσεως του μεγάλου ιδρυτού αυτού.
Ο Πατριάρχης: Ότι ελεήμων και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις και
Σοι την Δόξαν αναπέμπομεν κ.τ.λ.
Ο Μ.
Αρχιδιάκονος: Του
Κυρίου δεηθώμεν και ο Πατριάρχης την ευχήν:
Θεέ Παντοδύναμε και Παντοκράτωρ Κύριε των Δυνάμεων και πάσης ορατής κτίσεως ο τη Σή προνοία τα σύμπαντα
διέπων και τω βραχίωνί Σου τω κραταιώ τον κόσμον διακυβερνών, επάκουσον της
φωνής ημών, δεομένων και επικαλουμένων την Σήν άμαχον αντίληψην επί την χώραν
ημών, και την ισχύν της παντοδυναμίας Σου και τας δωρεάς της Σής αγαθότητος επί
το πολίτευμα αυτής. Φρούρει υπό την σκέπην Σου
τους ενδόξους θεμελιωτάς αυτής, τον μεγαλουργόν πρόεδρον της Δημοκρατίας ημών Γαζή Mουσταφά Κεμάλ Πασάν, και τους περινουστάτους Υπουργούς και συνεργάτας αυτού. Κραταίωσον τα αγαθά
υπέρ της ειρήνης βουλεύματα αυτών, ευλόγησον τους υπέρ της πατρίδος μόχθους
αυτών και τα έργα των χειρών ημών κατεύθυνον, ίνα εν αυτοίς τα πιστά της
Πατρίδος τέκνα διαβιώσιν εν ειρήνη και χαρά και δοξάζωσιν επί πάσι και πάντοτε
το μεγαλοπρεπές όνομά Σου .Ότι Σοί
πρέπει, πάσα δόξα και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.
Απόλυσις υπό του Πατριάρχου, ψαλλομένου «Τον Δεσπότην και Αρχιερέα ημών
Κύριε φύλαττε» κ.τ.λ.
[1]
Ήδη από τον 6ο αιώνα(536) οι δήμοι
στην Πόλη έψαλλαν δημοτικό
«άκτον», του οποίου επωδός
ήταν Πολυχρονισμός του Πατριάρχη και του
Βασιλιά, Κ. Ν. Σάθα, Ιστορικόν
Δοκίμιον περί του θεάτρου και της μουσικής των Βυζαντινών, ήτοι εισαγωγή εις το
Κρητικόν θέατρον, Εν Βενετία, 1878 (Αναστατική έκδοση Ν.
Καραβία, Αθήνα), σελ. ρξθ΄-ρο΄.
[2]
Κ. Ν. Σάθα, Ιστορικόν δοκίμιον, ό.π.,
σελ. ροα΄. Ο Τρεμπέλας παραθέτει διάταξη από χειρόγραφο του 15ου
αιώνα που επιγράφεται «Πολυχρόνιον αυτοκράτορος» και αφορά τον
Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Επίσης παραθέτει και ένα Πολυχρονισμό με διαφορετικό
κείμενο, που ψάλλονταν κατά τη Μ. Παρασκευή,
Π. Τρεμπέλα, Εκλογή Ελληνικής
Ορθοδόξου Υμνογραφίας, Αθήναι, 1949, σελ.424.
[3]
Οι μουσικοί κώδικες που ονομάζονται Μαθηματάριο, κατά το 17ο
και 18ο αιώνα περιέχουν φήμες και πολυχρονισμούς σε άρχοντας και
αρχιερείς, Γρ.Θ. Στάθη, Οι
Αναγραμματισμοί και τα Μαθήματα της Βυζαντινής Μελοποιΐας, Αθήναι, 1979,
σελ.118-119.
[4]Αποσπάσματα
από διάφορους πολυχρονισμούς βλ. Γρ.Θ.
Στάθη, Οι Αναγραμματισμοί, ό.π., σελ.143-144, υποσημ.2.
[5]
Σύμφωνα με το Δ. Κιτσίκη ο Πορθητής θεωρήθηκε συνεχιστής των Ελλήνων
Αυτοκρατόρων και η Οθωμανική
Αυτοκρατορία σταδιακά βυζαντινοποιήθηκε, Δ. Κιτσίκη, Ιστορία της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας 1820-1924, Αθήνα, 1996, σελ. 98,99,118.
[6]
Μ’ αυτό το διάταγμα αρχίζει η ουσιαστική άνοδος του Ελληνισμού της Πόλης, σ’ όλους τους τομείς, Β. Μούτσογλου, Οι Έλληνες της Κων/πολης 1821-1924, Αθήνα 1998, σελ. 91.
[7]
Προς κατανόηση της εποχής αναφέρουμε λίγα στοιχεία που αφορούν τις σχέσεις Σουλτάνων-Πατριαρχείου: Μετά
το Τανζιμάτ υπήρξαν αρκετές χειρονομίες καλής θελήσεως των κρατούντων προς τη
Ομογένεια χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και πιέσεις των Αρχών
προς αυτούς:
Στα 1869 ο Σουλτάνος Αμπτούλ Αζίζ είχε διαθέσει 250 χρυσές λίρες για εγκαίνια
ναού στην νήσο Αντιγόνη, Μ. Γεδεών, Αποσημειώματα
χρονογράφου, 1800-1913, Εν Αθήναις 1932, σελ. 34, Το 1872 η Υψ. Πύλη χορηγεί
σύνταξη στον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Στ΄, Σ.Ι.Βουτυρά,
Λεξικόν Ιστορίας και Γεωγραφίας, Κωνσταντινούπολη, 1888, τόμος πέμπτος,
σελ.200, Το 1894 μετά το μεγάλο σεισμό στην Πόλη, δίνονται από την Οθωμανική κυβέρνηση
στους Έλληνες 750 λίρες Τουρκίας για να διατεθούν υπέρ των «εκ του σεισμού παθόντων ορθοδόξων ιερών
ναών», Ανωνύμου, Εκκλησιαστικά χρονικά, Δωρεαί, Εκκλησιαστική Αλήθεια
Κωνσταντινουπόλεως(Ε.Α.) 17(1893-1894), σελ. 306, Ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ το 1895 αναλαμβάνει
τις δαπάνες σπουδών για επτά ομογενείς νέους, μετά από υπόδειξη του Πατριαρχείου, οι
οποίοι θα σπούδαζαν σε ισάριθμες αυτοκρατορικές σχολές, Ανωνύμου, Εκκλησιαστικά
χρονικά, Ε.Α.19(1895-1896),σελ. 254, ο ίδιος Σουλτάνος με ειδικό
διάταγμα το 1899 καθορίζει να
επιχορηγείται ο Πατριάρχης με 750 λίρες «επί
τω Πάσχα», Ανώνυμο σημείωμα, Ταχυδρόμος,
Κωνσταντινούπολη, 10.5.1899. Από τη άλλη πλευρά, την ίδια περίοδο έχουμε και
πιέσεις : το
1878 οι Ελληνικοί Σύλλογοι της Πόλης μέσο των προέδρων τους επιδίδουν στους έξι
πρεσβευτές των μεγάλων δυνάμεων και της Ελλάδος, «Υπόμνημα περί των δικαίων του Ελληνισμού»,Σαββατιαία Επιθώρησις,
Κωνσταντινούπολη, 27.6.1878.Το σχετικό καλό αυτό κλίμα έπαυσε οριστικά να
υπάρχει μετά το 1908, έτος κατά το οποίο άρχισαν οι διωγμοί κατά των Ελλήνων
της Πόλης: Ο
Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ αναφερόμενος στην, τότε δύσκολη
κατάσταση, δηλώνει: «Όσα γίνονται
εναντίον των Ιεραρχών του θρόνου δεν έγιναν τα τελευταία 100 χρόνια κι’ ας
είχαμε απολυταρχία», Ανώνυμο σημείωμα, Πολιτική Επιθεώρησις,
Κωνσταντινούπολη, 29.08.1910. Ακόμη πρωτοφανές και μοναδικό συλλαλητήριο
πραγματοποιούν οι Έλληνες της Πόλης από το Πέρα έως τη Γέφυρα του Γαλατά στις 9.11.1908, διαμαρτυρόμενοι για την
υφαρπαγή των εκλογικών δικαιωμάτων των και για άλλες αυθαιρεσίες της τουρκικής
διοίκησης, Ανωνύμου, Σκέψεις, Νέον
Πνεύμα, Κωνσταντινούπολη, 16.11.1908, σελ. 57, όπου και φωτογραφία από τη
διαδήλωση. Ήταν «πελώρια, επιβλητική και
μεγαλοπρεπής», σύμφωνα με τον
αρθρογράφο της εποχής, Ανωνύμου, Επί
τη ενάρξει του 1908, Ε.Α.32(1908), σελ.37, όπου και η Εκκλησία προβλέπει τις
αδικίες και τα δεινά που θα ακολουθήσουν.
[8] Αναλυτικόν
Πρόγραμμα των Αστικών Σχολών των αρρένων και των θηλέων της Αρχιεπισκοπής
Κωνσταντινουπόλεως, Εν Κωνσταντινουπόλει,
1897, εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου σελ. 64, Σ’ αυτό αναλυτικό πρόγραμμα προβλέπεται η διδασκαλία του «Ύμνου εις την Α. Α. Μ. τον Σουλτάνον
και την Α. Θ. Π. τον Οικουμενικόν Πατριάρχην» από τη Δ΄τάξη.
[9]
Για την εκκλησιαστική μουσική στα Σχολεία της Πόλης βλ. Αντ. Χατζόπουλου, Η εκκλησιαστική μουσική παιδεία στην
Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως κατά το
19ο και 20ό αιώνα, Αλεξανδρούπολη, 2001,διδ.διατριβή.(υπό έκδοση).
[10]
Ανωνύμου, Τα κατά την εξ Ευρώπης
επάνοδον της Α.Α. Μεγαλειότητος του
Σουλτάνου εις Κωνσταντινούπολιν, Β.
Δ, Καλλίφρονος, Εκκλησιαστικά ή
Εκκλησιαστικόν Δελτίον, Εν Κωνσταντινουπόλει, Τόμος Α΄, 1869, σελ.91 και
99-100.
[11]
Ανώνυμο σημείωμα, Ταχυδρόμος,
Κωνσταντινούπολη, 10.5.1899.
[12]
Ανώνυμο σημείωμα, Ε.Α. 21(1897-1898),
σελ. 130.
[13]
Ανωνύμου, Άφιξις της Α.Θ.Π. του Οικ.
Πατριάρχου Ανθίμου του Ζ΄, Ε.Α.18 (1894-1895), σελ. 386.
[14]
Ε.Α. 10(1886-1887), σελ. 310.
[15]
Ανωνύμου, Ελληνογαλλικόν Λύκειον,
Ταχυδρόμος, Κωνσταντινούπολη, 28.6.1900
[16]
Ανωνύμου, Μουσικής Σχολής του
Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου, Ε.Α.
25(1901),σελ. 270.
[17]
Ανωνύμου, Επί τη αναρρήσει της Α.Α.Μ.
του Σουλτάνου Μεχμέτ του Ε΄, Ε.Α.33(1909), σελ. 131.
[18]
Ανωνύμου, Εκκλησιαστικά Χρονικά,
Ε.Α.19( 1895-1896), σελ.121.
[19]
Μελισσηνού Χριστοδούλου(Παμφίλου,
μετέπειτα Μαρωνείας), Τα Ταταύλα, ήτοι ιστορία των Ταταούλων,
Κωνσταντινούπολις, 1914, σελ. σελ. 155. Το άσμα είχε μελοποιηθεί σε ήχο βαρύ.
[20]Η
συναναστροφή με τους Τούρκους και τη
μουσική τους έχει παλαιά παράδοση
στην Πόλη. Ο Θεοφάνης Καρύκης(15ος αι.) μελοποιούσε με εκκλησιαστικό
και περσικό
ύφος, είχε ψάλει ακόμη και στο
τέμενος, Γρ. Καμπούρογλου, Μνημεία
της Ιστορίας των Αθηναίων, Αθήναι 1891, σελ. 195. Το 1750 ο Σουλτάνος Μαχμούτ πρόσταζε τον Γεωργάκη Χανεντέ, να ψάλλει πάντα
τα ξημερώματα το άσμα “Σου καρσικί ντουνιγιά” σε ήχο πλ.α’, Χουσεϊνί, Π. Γριτσάνη, Το περί της μουσικής της Ελληνικής Εκκλησίας ζήτημα,
Εν Νεαπόλει, 1870, σελ. 14. Εδώ θα
πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Γάλλος Fonton
αναφέρεται σε κάποιο Γεώργιο,
«καύχημα» του παλατίου στο μουσικό
τομέα γύρω στα 1750 και ο
οποίος πρώτος εισήγαγε το βιολί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ήταν δεξιοτέχνης όχι μόνο του
βιολιού, αλλά και όλων των μουσικών
οργάνων της εποχής, Ch. Fonton, 18. Yüzyılda Türk müziği,Ιstanbul, 1987,σελ.89-90.Μάλλον
πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Επίσης είναι γνωστή η διήγηση για τον Πέτρο
Πελοποννήσιο που απολάμβανε την εύνοια του Σουλτάνου, Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εις την Ιστορίαν της παρ’ ημίν
Εκκλησιαστικής μουσικής, Εν Αθήναις, 1890(Αναστατική έκδοση, Κουλτούρα, Αθήνα,
1997), σελ. 320-321. Ο Πέτρος Εφέσιος,
είχε εισαγάγει στα μέλη του εξωτερική μουσική, Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί, ό.π., σελ. 328. Ο Δανιήλ Πρωτοψάλτης έβαζε στα μέλη του και τουρκικές θέσεις,
είχε διδαχτεί από τον Ζαχαρία Χανεντέ, ο
Γρηγόριος Πρωτοψάλτης από τον Ντεντέ Ισμαηλάκη, Γ. Παπαδημητρίου, Το μουσικόν ζήτημα εν τη εκκλησία της Ελλάδος, Εν
Αθήναις 1921, σελ. 7. Ο Γρηγόριος ήταν
και μαθητής Αρμενίων διδασκάλων προτού
φοιτήσει δίπλα στον Ιάκωβο πρωτοψάλτη και Γ. Κρήτα, Κων. Χιόνη, Διάλεξις περί Βυζαντινομουσικού Χειρογράφου της 18ης
Εκατονταετηρίδος, Πειραιεύς, 1919, σελ. 8. Ο Θεόδωρος Φωκαεύς έψαλλε στο Γαλατά της Πόλης με το Σταυράκη που ήταν ειδικός των
τουρκικών τραγουδιών, Θ.Π.Π. Φωκαέως, Ταμείον
Ανθολογίας, Κωνσταντινούπολις,1869,(πρόλογος).Ο Ευστράτιος Παπαδόπουλος
(1817-1909) είχε μαθητεύσει δίπλα στο διάσημο Τούρκο μουσικό Σεφκή Δεδέ, Κ. Ψάχου, Ευστράτιος Γ. Παπαδόπουλος,
Πρωτοψάλτης της εν Κωνσταντινουπόλει Παναγίας του Πέρα, Φόρμιγξ, Αθήνα,
15-31.5.1909.Ο Πρωτοψάλτης Βασίλειος Νικολαΐδης συνέγραψε ανέκδοτη πραγματεία
συγκριτική της εκκλησιαστικής και της Τουρκικής Μουσικής. Ακόμη πολλές εκδόσεις που περιέχουν τουρκικά τραγούδια
στην εκκλησιαστική παρασημαντική είδαν το φως της δημοσιότητας. Ενδεικτικά
αναφέρουμε τα πλέον χαρακτηριστικά: Χ.
Χαρτοφύλακος, Η Ευτέρπη, ήτοι Τραγούδια Ευρωπαϊκά, Τουρκικά, Ελληνικά
(ρωμαϊκά), Κωνσταντινούπολις,1830, Θ.Π.Π.Φωκαέως,Η
Πανδώρα, ήτοι συλλογή εξωτερικών μελών(μπεστέδες και σαρκία 76 και Γιουρούκ
Σεμαγιά ΙΙ) εξ ών τα 45 ερανίσθησαν εκ της Ευτέρπης εις την νέαν μέθοδον
τονισθέντα υπό Θ.Π.Π.Φωκαέως, τόμοι
Α΄+Β΄, Κωνσταντινούπολις, 1843-1846, Ι.Γ.
Ζωγράφου (Νικαέως), Απάνθισμα(άσματα Ελληνικά, Τουρκικά, επιδιορθοθέντα υπό Σπ.
Αναστασίου, Κωνσταντινούπολις, 1856 και Χατζηπαναγιώτου
Γεωργιάδου Προυσαέως, Καλλίφωνος Σειρήν, Άσματα Τουρκικά, Ευρωπαϊκά,
Ελληνικά, Κωνσταντινούπολις, 1859. Περισσότερα για το θέμα των αλληλοεπιδράσεων των ήχων και των
μακαμίων βλ. Αντ.Αλυγιζάκη,
Εκκλησιαστικοί ήχοι και Αραβοπερσικά Μακάμια, Θεσσαλονίκη, 1990. Επίσης βλ. I. Zannos, Ichos und Macham. Vergleichende
Untersuchungen zum Tonsystem der Griechisch-orthodoxen Kirchenmusik und türkischen
Kunstmusik, Bonn, 1995. Ακόμη δές σχετικά, Χρ. Τσιαμούλη-Π. Ερευνίδη, Ρωμηοί
Συνθέτες της Πόλης (17ος-20ός αι.), Αθήνα 1998 και Άννας Βλαβιανού, Ελληνοτουρκική μουσική
γέφυρα, Το Βήμα της Κυριακής, Αθήνα, 16.9.1996.
[21]Μ.Γεδεών, Καλφάδων Ανάστασις,
Εγκυκλοπαιδικόν Ημερολόγιον εικονογραφημένον Σταύρου Ζερβόπουλου,
Κωνσταντινούπολις,1934, σελ. 78.
[22]
Ο ίδιος και σε άλλα σημεία του έργου του σημειώνει τις καλές σχέσεις με τους
Τούρκους. βλ. Μ. Γεδεών, Αποσημειώματα
χρονογράφου, 1800-1913, ό.π., σελ. 269-275.
[23]
Το 1915 ο Στ. Σταματιάδης
δημοσιεύει τετράφωνο πατριαρχικό
πολυχρονισμό, Ανωνύμου, η Μουσική ανά τον Ελληνισμόν, Μουσική(1915),
Κωνσταντινούπολη, σελ.24.
[24]Γ. Παχτίκου, Ασματολογικά, Μουσική
(1912), Κωνσταντινούπολη, σελ.59.
[25]Η πρώτη του στροφή:«Ζήτω, ζήτω η πατρίς μας,ζήτω η ελευθεριά. Σαν αγαπημέν’ αδέλφια, της
Πατρίδος τα παιδιά», Ανωνύμου,
Ύμνος του Οθωμανικού Συντάγματος (σε εκκλησιαστική και ευρωπαϊκή παρασημαντική), Μουσική (1912), σελ.11 και
21.
[26]
Γ. Παχτίκου, Ωδή εις Παύλον Στεφάνοβικ Σκυλίτσην ανοικοδομούντα την εν
Χάλκη Θεολογικήν Σχολήν, Ε.Α.20(1896-1897), στο τέλος του τόμου.
[27]
Aνωνύμου, Σχολή της Εκκλησιαστικής
Μουσικής, Ε.Α.28(1904), σελ. 237.
[28]
Δημ., Κυφιώτου, Μουσικόν Απάνθισμα, προς
χρήσιν των απανταχού Ορθοδόξων ιερέων και ιεροψαλτών, εν
Κωνσταντινουπόλει 1894, εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, σελ. 247-250.
[29]
Το μέλος αυτό είχε ψαλεί σε τελετή που έγινε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή για
την πρώτη επέτειο ίδρυσης του ΕΜΣ κωνστανιτνουπόλεως, Ε.Α. 23(1899), σελ.487.
[31]Παράρτημα Εκκλησιαστικής Αλήθειας
Κωνσταντινουπόλεως(ΠΕΑ),5(1902), σελ.315-330
[32] Ωδαί, διάφοροι
ποιηθείσαι και τονισθείσαι σεπτή Πατριαρχική κελεύσει. Προς χρήσιν των Σχολών
της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, Εν Κωνσταντινουπόλει, Εκ του Πατριαρχικού
Τυπογραφείου, 1907.
[33]Μαρκ.Βασιλείου,
Άσματα Εκκλησιαστικά τε και Σχολικά
τα μεν τονισθέντα σεπτή Πατριαρχική κελεύσει
τα δε εγκριθέντα υπό του Προεδρείου του Συλλόγου προς χρήσιν του χορού
της Μουσικής αυτού Σχολής. Φυλλάδιον Α΄, Εν Κωνσταντινουπόλει, Εκ του
Πατριαρχικού Τυπογραφείου, 1908. Το έργο αυτό περιέχει, Ύμνον προς τον Θεόν,
ήχος πλ. δ΄, σελ. 3-4, Ύμνον προς την Α.Μ. Τον Σουλτάνον, ήχος γ΄, σελ. 6,7,
Παιάνα Πατριαρχικόν, ήχος δ΄ σελ. 8-11, Πολυχρονισμό της Α.Θ.Π. ήχος γ΄, σελ. 9
και Διθύραμβο προς ιδρυτάς
και ευεργέτας κοινών ιδρυμάτων, σελ. 12-13 και Λειτουργικά, 13-16.
[34]Το
πρώτο έντυπο μουσικό βιβλίο εκκλησιαστικής μουσικής το Νέον Αναστασιματάριον
τυπώθηκε το 1820 στο Βουκουρέστι με
βοήθεια των ομογενών, Δ. Οικονομίδου, Από
τας ελληνορουμανικάς εκκλησιαστικάς σχέσεις, ΕΕΒΣ, έτος ΚΓ΄, σελ. 463, 464 και 465. Βλ. επίσης Γ. Λαδά, Τα πρώτα τυπωμένα βιβλία της
Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα, 1978, σελ.9.Πολλά βιβλιοπωλεία στην Πόλη διέθεταν μουσικά βιβλία.
[35]Π. Αγγελίδου και Σίας Τιμοκατάλογος των
διδακτικών βιβλίων εκδόσεών μας, Εν Κωνσταντινουπόλει, 1912.
[36]
Π. Κητζανίδου, Ιερατικόν Εγκώλπιον,
Εν Κωνσταντινουπόλει, 1870, σελ. 312-325.
[37]
ΠΕΑ, 5(1902), σελ.323.
[38]
«Αδόκιμο» λειτουργικώς χαρακτηρίζει
ο Ι. Φουντούλης το όλο σχήμα της νεώτερης αυτής Ακολουθίας, Ι. Φουντούλη, Απαντήσεις εις
λειτουργικάς απορίας, Β΄, Θεσσαλονίκη, 1975, σελ.32.
[39]Ανώνυμο σημείωμα, Τα της εορτής των γενεθλίων του Σουλτάνου,
27.11.1900.Ύμνους προς Πατριάρχη και Σουλτάνο, βλ. Ύμνος Πατριαρχικός, ποίημα Χρ.Χατζηχρήστου, μέλος Γ.Δ. Παχτίκου,
Μουσική(1912), σελ. 139-140 και 149 και Ύμνος
προς τον Σουλτάνον, ποίημα-μέλος Solem Hap, Μουσική(1912), σελ.138-139
[40]Κατά
την υποδοχή του Ηγεμόνα του Μαυροβουνίου το 1899 ψάλλεται και Πολυχρονισμός του
Ηγεμόνα, Πρόγραμμα
Υποδοχής των Αυτού υψηλοτάτων του ηγεμόνος του Μαυροβουνίου Νικολαόυ Α΄ και
της Ηγεμονίδος Μιλένης, Ε.Α. 23(1899), σελ. 343-344.
[41]
Κατά την υποδοχή ψάλλεται και ο
Πολυχρονισμός του Μεγάλου Δουκός, Ανωνύμου,
ο Μέγας Δούξ Νικόλαος εν τοις Πατριαρχείοις, Ε.Α. 22(1897), σελ. 22.
[42]Πρακτικά
Πατριαρχικής Κεντρικής Εκκλησιαστικής Επιτροπής, Οικ. Πατριαρχείου,
τόμος 1931-1936, Συνεδρίαση 23ης Οκτωβρίου 1933, σελ. 251-252.
[43]
Ο Χουρμούζιος Γεωργίου ή Χαρτοφύλαξ(+1848), κατάγονταν από τη Χάλκη των
Πριγκιποννήσων, ήταν ένας από τους τρεις εφευρέτες της νέας μεθόδου της
εκκλησιαστικής μουσικής που εγκρίθηκε
από το Πατριαρχείο το 1815.
[44]
Οι πληροφορίες προέρχονται από τον Άρχοντα Πρωτοψάλτη των Πατριαρχείων κ.
Λεωνίδα Αστέρη.