Savas An. Savides
Θεολόγου
(ΜΔΕ) – Φιλόλογου
* Το άρθρο αυτό βασίζεται στην εκπονηθείσα μεταπτυχιακή
εργασία του συγγραφέα “Ο Μητροπολίτης Ιωακείμ
Σγουρός ως εθνικός & εκκλησιαστικός άνδρας”, που υποστηρίχθηκε και αξιολογήθηκε με άριστα από τη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. το Νοέμβριο
του 2004.
Ο κατά κόσμον Παρασκευάς-Περικλής Σγουρός γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1864 στην
ενορία Αγίου Λουκά στο Κάτω Βαρβάσι, προάστιο της Χίου. Ένας τόπος που χαρακτηριζόταν
ως “το αμιγές και ανόθευτο λείψανο της πάσης Ελλάδος, το άσυλο της Ορθοδόξου
θρησκείας των εν τω πελάγει νήσων” από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και που έδωσε
πολλούς άξιους και τιμημένους αρχιερείς στην Εκκλησία. Ο Παρασκευάς-Περικλής ήταν
το πέμπτο παιδί του Αντώνιου μισέ Παρασκευά Σγουρού και της Ευανθίας μισέ Κωνσταντίνου
Κατλά. Επρόκειτο για μία από τις καλύτερες οικογένειες της Χίου.
Ο νεαρός Σγουρός μαθήτευσε στο Σχολαρχείο
του νησιού και, μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων σπουδών του το Σεπτέμβριο του
1880, ξεκίνησε τις σπουδές του στην περίφημη Θεολογική Σχολή της Χάλκης ως
υπότροφος του κληροδοτήματος του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Β΄ Κωκκώδη († 1878), αποτελώντας έναν
ακόμη κρίκο, μαζί με αναρίθμητους αρχιερείς, δύο σχολάρχες, δύο καθηγητές και
αρκετούς δωρητές και ευεργέτες, στην αλυσίδα που συνέδεε με στενούς δεσμούς τη
Μυροβόλο του Αιγαίου (Χίος) με την «ανθεμόεσσα» κόρη της Προποντίδας (Χάλκη)
και την τροφό Θεολογική της Σχολή.
Μετά από επταετή φοίτηση στη Σχολή της
Χάλκης (1880-1887), ολοκλήρωσε τις ανώτερες σπουδές του ως διδάσκαλος της
ορθόδοξης χριστιανικής θεολογίας με τον επίζηλο βαθμό του “Α΄ πρώτον Άριστα”. Δύο
μέρες πριν την αποφοίτησή του (24 Ιουνίου 1887), εκάρη μοναχός και ανήμερα της
αποφοίτησής του χειροτονήθηκε διάκονος μετονομαζόμενος σε Ιωακείμ, προς τιμήν του ονόματος της
συντριπτικής πλειονότητας των -όχι μόνο Χιωτών- Οικουμενικών Πατριαρχών του β΄
μισού του ΙΘ΄ αιώνα.
Στο Πατριαρχείο υπηρέτησε για μια τριετία
ως Δευτερεύων, Μ. Αρχιδιάκονος και Μ. Πρωτοσύγκελλος. Διακρινόμενος για τη
χρηστότητα των τρόπων και την ευγενική προς όλους συμπεριφορά του, κατάφερε να
γίνει αγαπητός στους πάντες. Σε ηλικία μόλις 26 ετών εκλέχθηκε μητροπολίτης Νικοπόλεως
& Πρεβέζης (11 Ιανουαρίου 1890). Το σημείο εκείνο αποτέλεσε την αφετηρία
μιας δόκιμης 22άχρονης αρχιερατικής παρουσίας του Ιωακείμ Σγουρού σε τρεις
καίριους μητροπολιτικούς θρόνους του χώρου ευθύνης του Οικουμενικού Πατριαρχείου,
στην Ήπειρο (Νικόπολη) τη Θράκη (Ξάνθη) και τη Μακεδονία (Θεσσαλονίκη).
Η σημασία του ερχομού του στον κατεξοχήν
ελλαδικό χώρο στα τέλη του ΙΘ΄ αιώνα και η ανάληψη της ηγεσίας μητροπόλεων που
βρίσκονταν σε αλύτρωτες περιοχές κομβικής σημασίας καταδεικνύεται μέσα από μια
σύντομη αλλά άκρως κατατοπιστική σκιαγράφηση της δυσμενούς συγκυρίας που βίωνε
ο Ελληνισμός, και ιδιαίτερα η Θράκη, κατά τη διάρκεια του β’ μισού του ΙΘ΄
αιώνα. Οι περιπέτειες του έθνους κορυφώνονταν, κανένα σημάδι αισιοδοξίας δεν
φαινόταν στον ορίζοντα.
Το νέο στοιχείο που ήρθε να προστεθεί στο
σκοταδισμό και την καταπίεση από πλευράς των Οθωμανών, ήταν η δυναμική
εμφάνιση-παρουσία των Ρώσων στα Βαλκάνια. Με πρόσχημα την απελευθέρωση των
Βούλγαρων από τον τουρκικό ζυγό και με εργαλείο τον Πανσλαβισμό, προωθούσαν την
ίδρυση ανεξάρτητης βουλγάρικής Εκκλησίας
(αρχή του Φυλετισμού). Αυτό
επιτεύχθηκε με την ανοχή ή και την ενεργή συμπαράσταση των Οθωμανών (Φιρμάνι,
26/27 Φεβρουαρίου 1870) και των Ευρωπαίων. Η πραξικοπηματική
ανακήρυξη ανεξάρτητης βουλγάρικης εξαρχικής (σχισματικής) Εκκλησίας αποθράσυνε
ακόμη περισσότερο Ρώσους και Βούλγαρους, οι οποίοι διεκδικούσαν κατόπιν και τη
δημιουργία βουλγάρικου κράτους το οποίο θα ενσωμάτωνε πολλές ελληνικές επαρχίες
της Μακεδονίας και της Θράκης.
Οι Βούλγαροι είχαν εξαρχής “υποστηρίξει” τον
θρησκευτικό - εθνικό ξεσηκωμό τους με αθέμιτα μέσα. Η αρπαγή εκκλησιών και η
εκδίωξη των Ελλήνων (και όσων δεν είχαν βουλγαρική συνείδηση εν γένει) επισκόπων
και κληρικών από τις πατρογονικές τους εστίες, η ληστρική δράση αλλά και ο
μουσουλμανικός φανατισμός σε όλη την περιοχή, πάντα υπό την επιστασία και
επίβλεψη του διεθνούς παράγοντα, είχαν
δημιουργήσει μια εκρηκτική κατάσταση, το β΄ μισό του ΙΘ΄ αιώνα. Μετά την ίδρυση
της Εξαρχίας, η επεκτατική δράση τους επιτάθηκε. Οι σφαγές, οι εξισλαμισμοί και
οι βιαιοπραγίες αποτελούσαν πλέον καθημερινό φαινόμενο.
Η Ξάνθη,
όπως και κάθε άλλη χειμαζόμενη περιοχή, προσέβλεπε στα δύο κέντρα αποφάσεων του
Ελληνισμού, την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη. Η συγκυρία έδειχνε ευνοϊκή, αν
έκρινε κάποιος από τα πρόσωπα που είχαν τότε αναλάβει τα ηνία των δύο κέντρων.
Ειδικότερα, τα ηνία της ελληνικής
κυβέρνησης είχε αναλάβει ο Χαρίλαος Τρικούπης,
ο οραματιστής πρωθυπουργός της Ελλάδας το τελευταίου τέταρτου του ΙΘ΄ αιώνα
(1875-1895). Η αθηνοκεντρική «ελλαδική» πολιτική που επίμονα ακολούθησε
αναφορικά με την υποστήριξη του αλύτρωτου όσο και χειμαζόμενου Ελληνισμού και
η συνακόλουθη προσπάθειά του για καθυπόταξη του Οικουμενικού Πατριάρχη, οδηγούσε
με ασφάλεια στην ενίσχυση της αρνητικής άποψης του πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ για
τη συνολική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης στα ζητήματα της υποστήριξης του
αλύτρωτου Ελληνισμού Μακεδονίας και Θράκης και καθιστούσε εξαιρετικά
εύθραυστη κάθε απόπειρα προσέγγισής τους.
Ο Ιωακείμ
Γ΄ Δημητριάδης ή Δεβετζής είχε αναρριχηθεί σχεδόν ταυτόχρονα στον
πατριαρχικό θρόνο της Βασιλεύουσας για μια βραχύβια, όπως αποδείχθηκε, α’ πατριαρχική
θητεία (1878-1884). Όντας πνευματικός και εθνικός αρχηγός (Milletbasi: εθνάρχης) όλων των ορθόδοξων, μελών της
ελληνορθόδοξης κοινότητας (Millet-i Rum ή
Rum Milleti), της Αυτοκρατορίας, σύμφωνα με το σύστημα των Millet που είχε υιοθετήσει ο οθωμανικός
κρατικός μηχανισμός από το 1454, διαμόρφωσε μια εθναρχική και οικουμενική
αντίληψη για το θρόνο, η οποία οδήγησε τα βήματα της πρώτης του πατριαρχίας. Νομοτελειακά,
τα αποτελέσματα της παράλληλης θητείας των δύο ανδρών δεν πλησίασαν καν τις
προσδοκίες, εξαιτίας της ριζικά διαφορετικής φιλοσοφίας τους αναφορικά με την
οργάνωση και ενίσχυση των υπόδουλων Ελλήνων αλλά και της ισχυρής αντιπολίτευσης
που είχαν αμφότεροι να αντιμετωπίσουν στο εσωτερικό τους.
Την ώρα που όλα τα παραπάνω, εσωστρεφή
και δυσάρεστα, συνέβαιναν στα εσωτερικά μας, η διεθνής διπλωματία δεν έπαυε να
απεργάζεται σχέδια περαιτέρω συρρίκνωσης του Ελληνισμού. Η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (19 Φεβρουαρίου 1878) και η δημιουργία
της “Μείζονος Βουλγαρίας”, η οποία αποκτούσε έξοδο στο Αιγαίο Πέλαγος και
εκτεινόταν μέχρι την Αδριατική Θάλασσα, αποτελούσε μια απτή απόδειξη αυτής της
πραγματικότητας. Επρόκειτο, βεβαίως, για έναν «παραλογισμό», ένα «εξάμβλωμα» απαράδεκτο
στις ευρωπαϊκές συζητήσεις και προορισμένο από την πρώτη στιγμή να ανατραπεί.
Στο Βερολίνο,
λίγο αργότερα (Ιούνιος-Ιούλιος 1878), η Ρωσία αναγκάσθηκε να συμπράξει στην
εκμηδένιση του έργου της και στη διατήρηση της κυριαρχίας των Οθωμανών στην
περιοχή. Οι Μεγάλες Δυνάμεις διακήρυξαν ότι η ρύθμιση των βαλκανικών ζητημάτων
με τη συνθήκη του Βερολίνου ισοδυναμούσε με μια «αιώνια διευθέτηση» και μια
«έντιμη ειρήνη». Ο Άγγλος υπουργός των Εξωτερικών Salisbury εμφανίστηκε ως
«αυτόκλητος σωτήρας» της ελληνικής φυλής, η οποία κινδύνευε να απορροφηθεί από
τους Σλάβους. Η πραξικοπηματική προσάρτηση
της Ανατολικής Ρωμυλίας από τους
Βούλγαρους (6 Σεπτεμβρίου 1885), με τους Ρώσους να αντιδρούν την ίδια στιγμή
που οι Άγγλοι κάλυπταν το πραξικόπημα, αποτέλεσε ένα ακόμη οδυνηρό χτύπημα
στο ακμαιότερο κομμάτι του θρακικού Ελληνισμού. Η διαβεβαίωση των Μεγάλων Δυνάμεων στο Βερολίνο περί «αιώνιας
διευθέτησης», αποδεικνυόταν φαρσοκωμωδία μεγέθους και οι Θρακιώτες οδηγούνταν
στην απόγνωση, παραμένοντες υπό την κυριαρχία του σουλτάνου και βιώνοντας μια
απίστευτη αναρχία με τις λεηλασίες και τις βιαιοπραγίες των κομιτατζήδων
(Κιρκάσιοι, Βασιβουζούκοι) περισσότερο οργανωμένες και συστηματικές.
Με την
υποστήριξη του βουλγάρικου μακεδονοθρακικού Κομιτάτου, το οποίο είχε ιδρυθεί
εκείνη τη χρονιά και είχε επιφορτισθεί με τον προσηλυτισμό των κατοίκων της
Μακεδονίας και της Θράκης, οι Βούλγαροι επιστράτευσαν στην εξυπηρέτηση της εθνικής
σκοπιμότητας, κοντά σε όλα τα άλλα, και την εκπαιδευτική διαδικασία. Μετά το
1897 το βουλγάρικο Κομιτάτο έθεσε σε εφαρμογή τα πιο ακραία μέσα εθνικής διάβρωσης
που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Συνεπικουρούμενο από την Εξαρχία, ξεκίνησε
τους εκφοβισμούς και τις βιαιότητες μέχρι θανάτου, πρώτα από τους σλαβόφωνους
κατοίκους της Μακεδονίας και της Θράκης. Μάταια όμως, καθώς ακόμη και οι σλαβόφωνοι
Έλληνες δεν δέχονταν να υπογράψουν την προσχώρηση, απεμπολώντας την ελληνικότητά
τους.
Στις αρχές
του Κ΄ αιώνα η αναμέτρηση απέκτησε, παράλληλα με τη διατήρηση του ιδεολογικού
μηχανισμού της εκπαίδευσης και της εκκλησίας, και προσανατολισμό ένοπλης δράσης
και η εικόνα του φοβερού διωγμού εξαπλώθηκε παντού. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο
εγκατέλειψε την αμυντική θέση που διατήρησε κατά την εξέλιξη του Αγώνα μέσα
στον ΙΘ΄ αιώνα. Όφειλε μόνο του και εν μέσω ενός πολύπτυχου προβληματικών
καταστάσεων, μια και το δεύτερο εθνικό κέντρο δίσταζε να απαντήσει στις
εκκλήσεις για βοήθεια, να συνδράμει τους αλύτρωτους. Το Πατριαρχείο, βλέποντας
τους Βούλγαρους κομιτατζήδες να «οργιάζουν» ανενόχλητοι, μετέβαλε στις αρχές
του Κ΄ αιώνα την αμυντική του τακτική σε επιθετική και έθεσε όλες του τις
δυνάμεις στην υπηρεσία του αλύτρωτου Ελληνισμού της Μακεδονίας και της Θράκης.
Η μεταβολή κορυφώθηκε με την άνοδο, για δεύτερη φορά, στον οικουμενικό θρόνο
του Ιωακείμ Γ΄ (1901-1912). Έσπευσε να επανδρώσει τις επίκαιρες για τον αγώνα
μητροπόλεις (δυστυχώς μόνο της Μακεδονίας) με νέους αρχιερείς, οι οποίοι ξεκίνησαν αμέσως τις επικίνδυνες περιοδείες στα μέρη που είχαν
προσχωρήσει στην Εξαρχία. Άνοιγαν τις εκκλησίες και προσπαθούσαν να δώσουν
θάρρος και ελπίδα στους τρομοκρατημένους κατοίκους.
Αρχιερέα
όχι μόνο νέο και δυναμικό αλλά και δοκιμασμένο ταυτόχρονα βρήκε εκείνη η
συγκυρία στο θρόνο της μητρόπολης Ξάνθης. Ο λόγος για τον Ιωακείμ Σγουρό που είχε
ήδη συμπληρώσει μια δεκαετία ελληνοπρεπούς όσο και γόνιμης δράσης στο πηδάλιο
της μητρόπολης Ξάνθης <και Καβάλας>, μιας περιοχής που αποτελούσε μόνιμο
στόχο της βουλγάρικης προπαγάνδας. Η έναρξη του Θρακο- Μακεδονικού Αγώνα,
λοιπόν, βρήκε τον Ιωακείμ στις επάλξεις.
Η ολοκλήρωση της απεικόνισης με ανάγλυφο
τρόπο της οσημέραι δυσμενέστερης συγκυρίας που βίωνε ο Ελληνισμός, και
ιδιαίτερα η Θράκη, όσο έφθινε ο ΙΘ΄ και πλησίαζε ο Κ’ αιώνας, επιτρέπει στη
συνέχεια την αναλυτικότερη παρουσίαση της πολυσχιδούς δράσης που ανέπτυξε ο
Ιωακείμ Σγουρός, κατά κύριο λόγο στη μητρόπολη Ξάνθης.
Στη μητρόπολη
Νικόπολης & Πρέβεζας παρέμεινε μόλις για ένα χρόνο (1890-1891), καθώς η
ανάληψη των καθηκόντων του συνέπεσε με τη δημιουργία του προνομιακού Ζητήματος και το επακολουθήσαν κλείσιμο των ναών και
των σχολείων, σύμφωνα με διαταγή της Υψηλής Πύλης και κατά παράβαση των εθνικών
ελληνικών κανονισμών. Ο Ιωακείμ φέρεται να αντέδρασε έντονα στην παραβίαση των
δικαιωμάτων της ελληνικής κοινότητας και να ύψωσε το ανάστημά του μπροστά στον Οθωμανό
διοικητή, ρίχνοντας κατά πρόσωπο το τακρίριο, την έγγραφη διαταγή για το
άνοιγμα των εκκλησιών. Επρόκειτο για επίδειξη άκαιρου ζήλου σε περιστάσεις
δεινές για την Εκκλησία και το έθνος, η οποία όμως δικαιολογούνταν από την απειρία
και το νεαρό της ηλικίας του ιεράρχη.
Την 1η Αυγούστου 1891 ο
Ιωακείμ Σγουρός εκλέχθηκε μητροπολίτης
Ξάνθης <και Καβάλας>. Η ιδιαίτερη προσοχή που δίδεται στη θητεία του
Ιωακείμ στην εν λόγω μητρόπολη δικαιολογείται από δύο σημαντικές παραμέτρους:
α) ότι αφορά τα 19 από τα 22 χρόνια συνολικής διάρκειας της αρχιερατικής
καριέρας του και β) ότι περιλαμβάνει πλούσιο όσο και πολύπλευρο έργο εθνικού,
θρησκευτικού, κοινωνικού και εκπαιδευτικού χαρακτήρα. Αρχή γίνεται με το Εθνικό
και θρησκευτικό έργο του, και πιο
συγκεκριμένα με την Οργάνωση
της Δημογεροντίας και των Μονών. Έχοντας, κοντά στ’ άλλα, και την ικανότητα
να επιλέγει άριστους κληρικούς για την επάνδρωση της μητρόπολής του αλλά και λαϊκούς
για τη στελέχωση των κοινοτικών φορέων (δημογεροντία, εφορία των σχολών, μικτό
εκκλησιαστικό δικαστήριο κ.α.), των οποίων δικαιωματικά κατείχε την προεδρία,
συσπείρωσε κοντά του τις υγιείς δυνάμεις του τόπου.
Συνδυάζοντας τη δική του οργανωτικότητα
και τη φιλοπονία των συνεργατών του, αγωνίστηκε για την αναμόρφωση της
δημόσιας-κοινοτικής διοίκησης, αρχής γενομένης από τον πολυσήμαντο θεσμό της
δημογεροντίας. Ανέδειξε την αναγκαιότητα ανέγερσης μητροπολιτικού μεγάρου
καθώς: α) η αξιοπρεπής στέγαση των γραφείων της μητρόπολης αλλά και της οικίας
του μητροπολίτη ήταν απαραίτητη προκειμένου να αναστηλωθεί το κύρος του
χριστιανικού Ελληνισμού έναντι της εχθρικής οθωμανικής διοίκησης και των
ύπουλων σχεδίων της βουλγάρικης εξαρχικής Εκκλησίας και β) υπήρχε τότε η δυνατότητα
για την εκτέλεση ενός τέτοιου μεγαλόπνοου έργου, δεδομένου ότι η ποιμαντορία
του Ιωακείμ στην Ξάνθη συνέπεσε με την οικονομική ακμή της πόλης (με τα φημισμένα,
ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, καπνά της να αποτελούν την αιχμή του δόρατος).
Προκειμένου να επιτύχει την ανέγερση του περικαλλούς οικήματος που κοσμεί μέχρι
σήμερα την παλιά πόλη της Ξάνθης, όχι μόνο κινητοποίησε τη δημογεροντία προς
κάθε κατεύθυνση για την εξεύρεση χρημάτων αλλά και ξεπέρασε, με επιμονή και
διπλωματική ευστροφία, τα αδικαιολόγητα προσκόμματα που έθεταν οι οθωμανικές
αρχές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξε ο Ιωακείμ
για τη συντήρηση και εύρυθμη λειτουργία των ιστορικών ιερών μονών της πόλης.
Τη μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών
βρήκε κατεστραμμένη (πλην του καθολικού και των κελιών μπροστά από αυτό), πιθανότατα
εξαιτίας των μεγάλων σεισμών του 1829. Η προσπάθειά του να ανοικοδομήσει την
κατεστραμμένη ανατολική πτέρυγα της μονής (τους ξενώνες), παρόλο που προσέκρουσε
στην κωλυσιεργία των Οθωμανών, ολοκληρώθηκε κρυφά και μέσα σε μια νύχτα χάρη
στο δυναμισμό και την επιμονή του ιεράρχη αλλά και την προσωπική εργασία των Ξανθιωτών.
Τη
μονή Παναγίας Καλαμούς βρήκε να έχει
απολέσει την παλαιότερη αίγλη της, ούσα επίσης χτυπημένη από τους σεισμούς της
30ης Μαρτίου και 23ης Απριλίου 1829. Εκεί, μεταξύ των
άλλων, κατασκεύασε και ξενώνα για τις θερινές διακοπές των Ξανθιωτών και τη
συνακόλουθη εξεύρεση πόρων. Επί των ημερών του ανεγέρθηκαν οι ναοί Αγίου Δημητρίου Κιμμερίων (1904) και Δώδεκα Αποστόλων (1907) καθώς και αρκετά
παρεκκλήσια εντός και εκτός της πόλης.
Στη
συνέχεια γίνεται λόγος για τον αντιβουλγαρικό αγώνα του Ιωακείμ. Οι βουλγάρικες
κινήσεις στην Ξάνθη, όπως και στην υπόλοιπη Θράκη, στόχευαν -τουλάχιστον στην
αρχή- στην ίδρυση σχολείου και εκκλησίας, αλλά σχεδόν πάντα αντιμετώπιζαν την
άκαμπτη ελληνική αντίσταση. Ο Ιωακείμ βρήκε τις βουλγάρικες ενέργειες
διείσδυσης σε πλήρη εξέλιξη αλλά και το λαό της Ξάνθης αποφασισμένο για
αντίσταση. Ανέλαβε δράση την ώρα που η προπαγάνδα κορυφωνόταν και οι ορδές των
κομιτατζήδων τρομοκρατούσαν και κατέστρεφαν τα πάντα στο πέρασμά τους. Πέραν
της υποδομής που βρήκε, συνέβαλε αποφασιστικά και ο ίδιος στον περιορισμό της
βουλγάρικης προπαγανδιστικής διείσδυσης στην περιοχή. Κατά τη διάρκεια της
αρχιερατείας του Ιωακείμ στην Ξάνθη, οι Βούλγαροι επιχείρησαν τουλάχιστον επτά
φορές να ιδρύσουν κοινότητα στην πόλη, ισχυριζόμενοι ψευδώς ότι ικανός αριθμών
συμπατριωτών τους κατοικούσε μόνιμα εκεί. Η απάντηση από πλευράς του
μητροπολίτη και των κατοίκων ήταν κάθε φορά το ίδιο ηχηρή και αποτελεσματική.
Η εξέγερση του Ίλιντεν (1903) δεν πήρε στη
Θράκη διαστάσεις αντίστοιχες με εκείνες που έλαβε στο μακεδονικό χώρο,
αναζωπύρωσε όμως τη βουλγάρικη κίνηση στην περιοχή. Τα πράγματα
επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο το 1904 με την υλοποίηση της οθωμανοβουλγαρικής
προσέγγισης (8 Απριλίου 1904) που ανέστειλε κάθε πιεστικό μέτρο της Πύλης σε
βάρος του βουλγάρικου στοιχείου και επέτρεψε τη δημιουργία χαώδους κατάστασης
στο θρακικό χώρο. Στο Βιλαέτι Αδριανούπολης εγκαταστάθηκε πλήθος Βούλγαρων και
ομάδες κομιτατζήδων δρούσαν, απειλώντας και εκβιάζοντας τις ελληνικές
κοινότητες να προσχωρήσουν στην Εξαρχία.
Οι
Ξανθιώτες οργάνωσαν άμεσα κίνημα αντίστασης στο οποίο πρωτοστατούσε ο
μητροπολίτης Ιωακείμ. Στα τέλη του 1906 και τις αρχές του 1907, ο αγώνας μεταξύ
Ελλήνων και Βούλγαρων έγινε ακόμη πιο σκληρός και αμείλικτος. Οι Ξανθιώτες δεν
επαναπαύονταν, περιμένοντας τον ερχομό του υποπρόξενου (τη σύσταση Υποπροξενείου
στην Ξάνθη ως πρώτη προτεραιότητα, είχε αναδείξει ο Ιωακείμ και είχε λάβει από
την ελληνική κυβέρνηση σχετική υπόσχεση το 1904. Η υπόσχεση πραγματοποιήθηκε
ένα χρόνο μετά {Νοέμβριος 1905}, η εγκατάσταση όμως του υποπρόξενου στην έδρα
του και η ανάληψη δράσης έμελλε να βραδύνει, άγνωστο για ποιο λόγο, για ένα
ακόμη έτος). Προχώρησαν με το ήδη υπάρχον κίνημα αντίστασης, με στυλοβάτες τη
δημογεροντία της πόλης, το κέντρο εθνικής
δράσης, το μουσικογυμναστικό σύλλογο Ορφέα
και αρκετούς έγκριτους Ξανθιώτες.
Ο Ιωακείμ, ως επικεφαλής όλων των
παραπάνω φορέων, πάλευε -ταυτόχρονα και με την ίδια επιτυχία- τόσο εναντίον του εξωτερικού εχθρού (τις ενέργειες της Εξαρχίας
και του Κομιτάτου που ενισχύονταν από τους πρόξενους της Αγγλίας και της Ρωσίας
στην Αδριανούπολη) όσο και του εσωτερικού (τους περισσότερους από τους μητροπολίτες
της Θράκης, οι οποίοι ζούσαν και δρούσαν με τρόπο εξαιρετικά επιβλαβή για τον εθνικό
αγώνα, αναδεικνύοντας ως σοβαρή την παράλειψη επέκτασης και στη Θράκη της
γενικής αντικατάστασης των μητροπολιτών που είχε εφαρμόσει με επιτυχία ο Ιωακείμ
Γ΄ στη Μακεδονία, στις αρχές του Κ΄ αιώνα). Ο ζήλος και η ακαταπόνητη
προσπάθεια του Ιωακείμ αποκτούσαν ακόμη μεγαλύτερη αξία λαμβανόμενου υπόψη του
γεγονότος ότι η υγεία του ανδρός είχε προ πολλού σοβαρά διαταραχθεί.
Με τη συνεργασία, επιβεβλημένη έστω και
αργοπορημένη, την ηθική και υλική συμπαράσταση του ελληνικού κράτους, του
μακεδονικού Κομιτάτου της Αθήνας και των προξενικών αρχών των γειτονικών
περιοχών, ο αγώνας τέθηκε σε νέα βάση. Σε ακόμη πιο γερά θεμέλια μπήκε ο Αγώνας
με την αποστολή Ελλήνων αξιωματικών και ικανών υπαλλήλων του Υπουργείου
Εξωτερικών στα ελληνικά προξενεία της Θράκης.
Το κίνημα
των Νεότουρκων (1908) τερμάτισε τον ένοπλο Μακεδονικό-Θρακικό Αγώνα με την
αμνήστευση των Χριστιανών ανταρτών και τις «προοδευτικές» εξαγγελίες για ισονομία
και ισοπολιτεία όλων των εθνικών μειονοτήτων της Αυτοκρατορίας. Το κλίμα
ευφορίας, που πήγε να δημιουργηθεί, διαψεύσθηκε γρήγορα με την εκ νέου έλευση
σχισματικού ιερέα στην Ξάνθη καθώς και με τη γενικότερη επαναδραστηριοποίηση
της αντάρτικης δράσης του βουλγάρικου Κομιτάτου στη Θράκη.
Αξιομνημόνευτο είναι και το Κοινωνικό - Εκπαιδευτικό Έργο του
Ιωακείμ Σγουρού στην Ξάνθη. Σε μια εποχή που βαθύ σκοτάδι κάλυπτε τις πόλεις
της Θράκης, η Ξάνθη πρωτοπορούσε στα γράμματα, τις τέχνες και στον αθλητισμό. Τα
φημισμένα, ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, καπνά της (πιρσιστάν: bir secen: πρώτη διαλογή), που με τη μεγάλη τους ζήτηση
είχαν συντελέσει στο να συρρεύσει πλήθος Μακεδόνων και Ηπειρωτών στην πόλη,
αποτελούσαν την αιχμή του δόρατος της οικονομικής και πολιτιστικής της
ανάπτυξης.
Με τη βοήθεια των κληροδοτημάτων των
αναρίθμητων ευεργετών, την οργανωτική και διαχειριστική συνεισφορά της σχολικής
εφορίας και τη δική του προνοητικότητα και επιμονή, κατάφερε ο Ιωακείμ να προωθήσει
την εύρυθμη λειτουργία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όλων των βαθμίδων. Τα
αποτελέσματα μιας τόσο συντονισμένης και συστηματικής προσπάθειας δεν άργησαν
να φανούν: τα 4 σχολεία με τους 15 διδασκάλους και τους 639 μαθητές το 1886
είχαν γίνει 15 σχολεία με 28 διδασκάλους και 1307 μαθητές το 1896. Παράλληλα με
την εκπαίδευση, δεν παρέλειπε να θεραπεύει και τις άλλες ανάγκες της
κοινότητας, για ιατρική φροντίδα και περίθαλψη,
πολιτιστική καλλιέργεια και φιλανθρωπία.
Η παρουσίαση της
πολύπλευρης αρχειρατικής δράσης του Ιωακείμ στη μητρόπολη Ξάνθης δε
μπορεί παρά να συμπεριλάβει και την επαρχία Καβάλας, καθώς αυτή αποτελούσε
τμήμα της μητρόπολης Ξάνθης και υπαγόταν
στην πνευματική μέριμνα του Ιωακείμ, καθόλη τη διάρκεια της εκεί αρχιερατείας
του. Το γεγονός ότι ο Ιωακείμ απουσίαζε για μεγάλα διαστήματα από τη μητρόπολή
του, υπηρετώντας τρεις απόλυτα επιτυχημένες συνοδικές θητείες στην Κωνσταντινούπολη
(α΄
1897-1899, β΄ 1902-1904, γ΄ 1908-1910), συνιστούσε πρόβλημα περισσότερο
για τη Ξάνθη και λιγότερο για την Καβάλα, όπου
τον αντικαθιστούσε ο εκεί αρχιερατικός επίτροπός του.
Ο πιο ονομαστός από όσους διακόνησαν αυτή
τη θέση, κατά τη διάρκεια των δεκαεννέα χρόνων παραμονής του Ιωακείμ σε αυτή τη
μητρόπολη, ήταν ο Σπυρίδων Βλάχος. Ο
Σπυρίδων αποτελούσε προσωπική επιλογή του Ιωακείμ και η εξαετής συνεργασία τους (1900-1906) ήταν αρμονική και
προσοδοφόρα. Ο Ιωακείμ στήριξε στον επίτροπό του ακόμη και όταν εκείνος ήρθε σε
ρήξη με τον πρόξενο και τους Έλληνες κάτοικους της Καβάλας. Μια απροσδόκητη,
όμως, ενέργεια του Σπυρίδωνα ανέτρεψε άρδην το υφιστάμενο σκηνικό. Ο Σπυρίδων
αποφάσισε να μεταβεί στην Αθήνα (για τους ολυμπιακούς αγώνες) δίχως την άδεια
του μητροπολίτη του. Ο Ιωακείμ δεν επρόκειτο να του το συγχωρήσει ποτέ.
Αποφάσισε την παύση του και επέμεινε με σκληρότητα στην εφαρμογή της απόφασής του,
με ορατό κίνδυνο να ζημιώσει την περαιτέρω σταδιοδρομία του Σπυρίδωνα. Αναντίλεκτα
και οι δύο άνδρες συμπεριφέρθηκαν με τρόπο ασύμβατο με το λειτούργημα του ανώτερου
κληρικού και έθεσαν ένα μελανό σημείο στην καριέρα τους.
Αναφορικά με το έργο που απέδωσε η
αρχιερατεία του Ιωακείμ στην Καβάλα, αξιοσημείωτο ήταν το γεγονός πως εκεί
πραγματοποίησε ένα έργο που δεν κατάφερε αντίστοιχα να ολοκληρώσει ποτέ στην
Ξάνθη. Επρόκειτο για τη σύνταξη και λειτουργία Κανονισμού της ορθόδοξης
κοινότητας της πόλης, σύμφωνα με όσα προέβλεπαν οι Γενικοί Κανονισμοί
(1858-1860) του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στις 27/6/1899. Μάλιστα, αυτό δε
συνέβη άπαξ στην Καβάλα, κατά τη διάρκεια της παρουσίας του Ιωακείμ στο συγκεκριμένο
μητροπολιτικό θρόνο, αλλά δις.
Η επιτυχημένη διαποίμανση της μητρόπολης
Ξάνθης από τον Ιωακείμ για δεκαεννέα συναπτά έτη (1891-1910) προφανώς αποτέλεσε
και το κύριο λόγο για την μετάθεσή του στον περίβλεπτο θρόνο της Θεσσαλονίκης, στις 25 Νοεμβρίου 1910. Αν
και η αρχιερατεία του εκεί διήρκεσε μόνο δύο χρόνια, απέδωσε έργο μεγάλο και
σπουδαίο. Όπως και στην Ξάνθη, φρόντισε άμεσα να ανεγείρει μητροπολιτικό μέγαρο
και να συμβάλλει στην αποπεράτωση του ναού του Αγίου Δημητρίου, πολιούχου της
πόλης. Αύξησε τους μισθούς των δάσκαλων και των καθηγητών, ίδρυσε Διδασκαλείο
για την επιμόρφωση των δάσκαλων όλης της Μακεδονίας, καθώς και το διδασκαλικό
Σύνδεσμο της Μακεδονίας. Ως πρόεδρος της Επαρχιακής Συνόδου Θεσσαλονίκης,
συγκάλεσε σε συνεδρίαση το σπουδαίο αυτό θεσμό διοίκησης, προκειμένου να
συζητήσει μαζί με τους επισκόπους των γειτονικών επαρχιών μέτρα για την
αντιμετώπιση του κλίματος τρομοκρατίας που επικρατούσε τότε στην ευρύτερη
περιοχή. Φρόντισε για την οικονομική ενίσχυση των ιδρυμάτων που καλούνταν να
περιθάλψουν τα θύματα της τρομοκρατίας και αναμόρφωσε το νοσοκομείο της πόλης
καθιστώντας το εφάμιλλο των ευρωπαϊκών.
Ο Ιωακείμ αντιπροσώπευσε την ελληνική
κοινότητα απέναντι στις άλλες εθνικοτήτες και απέναντι στον κυρίαρχο με όλη τη
σοβαρότητα και αξιοπρέπεια του αξιώματός του. Φρόντισε για την αναθεώρηση του
κοινοτικού Κανονισμού και διεύρυνε τις σχέσεις μεταξύ του ελληνικού στοιχείου
και των κοινοτήτων των Ισραηλιτών και των Αρμένιων. Κατάφερε να έχει άριστες
σχέσεις με τους Τούρκους δίχως όμως, να υποχωρεί στις αξιώσεις τους, και
συνεργαζόμενος την ίδια στιγμή μυστικά με τις προξενικές αρχές.
Την Παρασκευή 11 Μαΐου 1912, και ενώ
παρέμενε κλινήρης αναρρώνοντας από μια ελαφρά ασθένεια, προσβλήθηκε από συγκοπή
της καρδιάς, εξαιτίας της στηθάγχης από την οποία υπέφερε, και κοιμήθηκε σε
ηλικία μόλις 48 ετών. Ο θάνατός του ήρθε, λίγους μήνες πριν την απελευθέρωση
της Θεσσαλονίκης, γεμίζοντας με θλίψη όχι μόνο τους Θεσσαλονικείς αλλά και το
ποίμνιο της μητρόπολης Ξάνθης. Η μεγαλοπρεπής κηδεία του έγινε την Κυριακή της
Πεντηκοστής, 13 Μαΐου 1912, ημέρα των γενεθλίων του. Την παρακολούθησε όλος ο
λαός της Θεσσαλονίκης και των περιχώρων, η ισραηλιτική και αρμένικη κοινότητα,
οι Τούρκοι επίσημοι καθώς και οι περισσότεροι πρόξενοι των ξένων χωρών.
Η σιωπή της βιβλιογραφίας αναφορικά με το
πρόσωπο και το έργο του Ιωακείμ εξηγείται αβίαστα από το γεγονός της χρονικής
σύμπτωσης της πολυσχιδούς και αξιομνημόνευτης αρχιερατικής του δράσης με δράση
αντίστοιχης ή και μεγαλύτερης επικαιρότητας από πλευράς πολλών ικανών αρχιερέων
που βρέθηκαν στο επίκεντρο του Μακεδονικού Αγώνα, στο τιμόνι παλαιών και
σπουδαίων μητροπόλεων της Ανατολής ή και σε αυτόν ακόμη τον οικουμενικό θρόνο.
Η εν λόγω σιωπή δεν αναιρεί το γεγονός
πως αγωνίστηκε τον καλό αγώνα και καταξιώθηκε στη συνείδηση οικείων και
εναντίων από όποιο μετερίζι κι αν υπηρέτησε την Εκκλησία και την πατρίδα. Στα
48 μόλις χρόνια ζωής που του χάρισε ο Θεός, ο Ιωακείμ Σγουρός κατάφερε τόσα
πολλά. Ακόμη και οι ολιγάριθμες περιπτώσεις ατυχών επιλογών ή διατάραξης των
σχέσεών του με συνεργάτες του, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μη συνάδουσες
με το σχήμα και το ήθος του συγκεκριμένου κληρικού, πήγαζαν περισσότερο από τη
ζέση και την αγωνία του Ιωακείμ να προωθήσει τα συμφέροντα της Εκκλησίας (το
αισθητήριο του ποιμνίου -που στην ορθοδοξία διαχρονικά υιοθετεί και δικαιώνει ή
απορρίπτει και ματαιώνει πρόσωπα- συμπεριφορές και πράγματα, έχει αποφανθεί και
σε αυτή την περίπτωση) και του γένους και λιγότερο από τυχόν αρνητικά στοιχεία
του χαρακτήρα του, τα οποία εξάλλου ήταν απόλυτα φυσιολογικό να υπάρχουν.
Επιλεγμένη Βιβλιογραφία
Πηγές
Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη ― Αρχείο Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαΐδη,
Αθήνα, Υπουργείο Εξωτερικών ― Ιστορικά Αρχεία.
Θεσσαλονίκη, Ιερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης ― Αρχείο.
Κωνσταντινούπολη, Αρχειοφυλάκειον
Οικουμενικού Πατριαρχείου ― Κώδικες
Πατριαρχικής Αλληλογραφίας.
Ξάνθη, Ιερά Μητρόπολις
Ξάνθης ― Αρχείο.
Βοηθήματα
Α. Α. Αγγελόπουλος, Ο κόσμος της
Ορθοδοξίας στα Βαλκάνια σήμερα, τόμος Β΄- Η ετεροδιδασκαλία του Φυλετισμού κατά
τα «Έγγραφα Πατριαρχικά και Συνοδικά περί του Βουλγαρικού Ζητήματος 1852-1873, Εν
Κωνσταντινουπόλει 1908», ΙΕΘΠ,
Θεσσαλονίκη 1995.
Κ. Ι. Αμαντος, Τα γράμματα εις
την Χίον κατά την Τουρκοκρατίαν, 1566-1822 (Σχολεία και Λόγιοι), Πειραιεύς
1946 (Ν. Καραβίας).
Ι. Μ. Ανδρεαδης (Αρχιμανδρίτης), Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου
Εκκλησίας, Μέρος Α΄, Αθήνησιν 1940 (Πυρσός).
Ι. Μ. Ανδρεαδης (Αρχιμανδρίτης), Ιστορία
τής εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας, Μέρος Γ΄, Αθήνα 1996 (Αφοί Γ. Βλάσση).
Κ. Α. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βορείου Ελληνισμού - Θράκη, Θεσσαλονίκη
1990 (Αφοί Κυριακίδη).
Δελικανησ, Καβάλα : Κ. Δελικανησ, Εξαρχία
Καβάλας, ΕΑ, 26/13 (1906), 168.
Γερομιχαλός, Σγουρός: Α. Γ. Γερομιχαλός, Ιωακείμ Σγουρός
– Μητροπολίτης Ξάνθης και αι αποφάσεις τής Δημογεροντίας, Θεσσαλονίκη 1968.
Γεωργαντζής, Ξάνθη : Π. Α. Γεωργαντζής, Συμβολή εις την
ιστορίαν της Ξάνθης, Ξάνθη 1976.
Γεωργαντζής, Αρχεία : Π. Α. Γεωργαντζής, Προξενικά Αρχεία
Θράκης, τ. Α΄-Β΄-Γ΄-Δ΄, Ξάνθη 1998,
1999, 2000, 2001(ΣΓΤΔΞ).
Κ. Ι.
Χιονης, Ιστορία της Καβάλας,
Καβάλα 1968.
Χρυσοστομοσ ΧηΣταυρου
(Αρχιεπίσκοπος Αθηνών), «Η βουλγαρική Εκκλησία κατά τούς νέους χρόνους», ΜΕΕ
7, 672-683.
Σ. Ε. Ιωαννιδης, Βαρταλαμίδι, τ. Α΄- Β΄,
- Με κείμενα για τον πολιτισμό της Ξάνθης, Ξάνθη 1994 (Εδξ).
Α. Ε. Καραθανασης, «Ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄, Η
Αθήνα και το Φανάρι - Περίοδος Εθνικών Περιπετειών», ΣΔΧΜ, σ. 161-173.
Α. Ε. Καραθανασης, Περί την Θράκην, Θεσσαλονίκη 1996 (Αφοί Κυριακίδη).
Χ. Δ. Καρδαράς, Το Οικουμενικό Πατριαρχείο
και ο αλύτρωτος Ελληνισμός της Μακεδονίας, Θράκης και Ηπείρου. Μετά το Συνέδριο
του Βερολίνου (1878), Αθήνα 1996 (Επικαιρότητα).
Χ. Δ. Καρδαράς, Ιωακείμ Γ΄- Χαρ. Τρικούπης, η αντιπαράθεση (από
την ανέκδοτη αλληλογραφία τού Οικουμενικού Πατριάρχη (1878-1884), Αθήνα
1998 (Τροχαλία).
Ι. Μ. Μπάκιρτζης, Σελίδες από την Ιστορία της Θράκης και της
Ξάνθης 19ος αιώνας, Ξάνθη 2000 (Σπξ).
Μπελιά, Αλυτρωτική Πολιτική
: Ε. Δ. Μπελιά, Εκπαίδευση
και αλυτρωτική πολιτική, η περίπτωση της Θράκης (1856-1912), Θεσσαλονίκη
1995 (Ιμχα {262}).
Νανάκης, Ιωακείμ Γ΄ : Ανδρεασ
Νανάκης, (Αρχιμανδρίτης,
νυν μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου), Ο Οικουμενικός
Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄, Εκκλησία, Γένος, Ελληνισμός, Κατερίνη 1993
(Τέρτιος).
Παπαστάθης, Κανονισμοί : Χ. Κ. Παπαστάθης,
Οι κανονισμοί των ορθόδοξων ελληνικών κοινοτήτων του οθωμανικού κράτους και
της διασποράς, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1984 (Αφοί
Κυριακίδη).
Σταυριδης, Χάλκη : Β. Θ. Σταυριδης, Η Θεολογική Σχολή
της Χάλκης, Θεσσαλονίκη 1988 (Αφοί
Κυριακίδη).
Βραχυγραφίες
ΕΑ …….……...... Εκκλησιαστική
Αλήθεια Κωσταντινουπόλεως,
1880-1923, Φωτοτυπική Επανέκδοσις, τ. A΄- ΜΖ΄, Θεσσαλονίκη
1985-1992 (Πατριαρχικό
Ιδρυμα Μελετών).
ΕΔΞ …………….. Εκδοση Δήμου Ξάνθης.
ΙΕΘΠ …………… Ιδρυμα
Εθνικου και Θρησκευτικου Προβληματισμου.
ΙΜΧΑ …………… Ιδρυμα
Μελετων Χερσονησου Αιμου.
ΜΕΕ ………….. .. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα 1926 κ. εξ. (Π.
Δρανδάκης)
ΣΔΧΜ .………… Συμπόσιο, Δημητρια ΚΖ΄, Χριστιανικη Μακεδονια, Ο από θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης
Ιωακείμ Γ΄ Ο Μεγαλοπρεπής (23-24 Οκτωβρίου 1994), Θεσσαλονίκη 1994 (Κεντρο
Ιστοριας Δημου Θεσσαλονίκης {16} ).
ΣΓΤΔΞ .………… Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Δήμου Ξάνθης.
ΣΠΞ .…………… Σύλλογος Ποντίων Ξάνθης.