Ο
όρος «παγκοσμιοποίηση» ο οποίος εμπλούτισε το λεξιλόγιό μας τα τελευταία χρόνια
είναι σχετικά νέος. Δίνονται ποικίλες ερμηνείες του όρου. Ο καθένας από την
πλευρά του τον αναλύει κατά το δοκούν.
Συνήθως όμως είναι η αρνητική όψη αυτή που προβάλλεται και κυριαρχεί και η
οποία σχετίζεται με την οικονομική πλευρά της παγκοσμιοποίησης.Πέρα όμως από τις
σωστές, λαθεμένες ή
και πολλές φορές αυθαίρετες ερμηνείες που δίδονται ως περιεχόμενο του όρου
αυτού, είναι γνωστό ότι η παγκοσμιοποίηση
έχει και θετικές πλευρές. Δεν μπορούμε
να περιορίσουμε την παγκοσμιοποίηση στην οικονομική-εμπορική της
διάσταση. Η έννοια της παγκοσμιοποίησης
θα πρέπει να ερμηνευθεί συνολικά και
εκτός από την οικονομική της διάσταση
υπάρχει και η πολιτισμική. Ο όρος προέρχεται από το εμπόριο και από τις παγκόσμιες οικονομικές συναλλαγές.
Παγκοσμιοποίηση σημαίνει «ότι η κυκλοφορία
αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίου, τεχνολογιών και ανθρώπων πραγματοποιείται
πλέον σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς οι χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο ανοίγονται και
έρχονται σε ολοένα μεγαλύτερη επαφή μεταξύ τους»[1].Έτσι,
λέγοντας παγκοσμιοποίηση φέρνουμε
στο νου μας πρωτίστως το εμπόριο
και δευτερευόντως όλα τα άλλα, όπως
την κυκλοφορία των τεχνολογιών και των
ανθρώπων που αναφέρονται παραπάνω. Στην ιστορία της ανθρωπότητας ουδέποτε το εμπόριο ήταν ξεκομμένο από εν γένει πνευματική
ζωή των ανθρώπων, καθότι χάρη και σ’ αυτό υπήρχε και υπάρχει επικοινωνία
των ανθρώπων, λαών και πολιτισμών. Η ιστορία, αλλά και η εκκλησιαστική ιστορία έχουν άφθονα παραδείγματα για το γεγονός ότι
το εμπόριο φέρνει κοντά τους ανθρώπους και κατ’ επέκταση και τους πολιτισμούς.
Η κυκλοφορία των ανθρώπων φυσικά σημαίνει και κυκλοφορία των ιδεών, αλλά και των
θρησκευτικών πεποιθήσεων και παραδόσεων. Το εμπόριο ήταν η αρχή της διάχυσης των ιδεών και του
πολιτισμού σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Μερικά παραδείγματα: Έλληνες
έμποροι ταξίδευαν στη Φοινίκη και πήραν το αλφάβητο από άλλους λαούς. Έλληνες
έμποροι ίδρυσαν πόλεις στον Εύξεινο
πόντο, στη νότια Γαλλία, διέδωσαν το
Χριστιανισμό στη δυτική πλευρά των
Ινδιών. Με το εμπόριο άλλωστε επιτεύχθηκε και
η πρώτη επαφή των πρώην εχθρικών και εμπόλεμων κρατών της Ευρώπης και έτσι σήμερα έχουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση.Και οι πολιτισμοί
δέχονται αλληλοεπιδράσεις: χάρη
στην επικοινωνία των πολιτισμών οι Πατέρες της Εκκλησίας δανείστηκαν όρους αρχαίους και τους
ενσωμάτωσαν στην ορθόδοξη παράδοση μας, χρησιμοποιώντας τους στη
διατύπωση των χριστιανικών δογμάτων. Η
βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ τον 9ο
αιώνα παντρεύεται τον ΄Οττο της
Γερμανίας, φέρνει πρώτη τα μεταξωτά, τον καφέ και τα
μαχαιροπίρουνα στη Δύση, αλλά και την ανατολική χριστιανική παράδοσή της.
Σήμερα με τα άλματα της τεχνολογίας καθίσταται δυνατή η μαζική πλέον κυκλοφορία και επικοινωνία των ανθρώπων και των ιδεών τους σε’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Η ελεύθερη κυκλοφορία εντός της παγκοσμιοποιημένης και πολυπολιτισμικής ΕΕ στην οποία ζούμε φέρνει τους ανθρώπους και τις παραδόσεις τους πολύ κοντά και έτσι πραγματοποιείται η γνωριμία με την πίστη και τον πολιτισμό των άλλων λαών της ΕΕ. Με την αλληλοκατανόηση αίρονται οι προκαταλήψεις και καταπολεμάται μεταξύ άλλων και ο θρησκευτικός φανατισμός. Δίδεται παράλληλα στη χριστιανική πίστη η ευκαιρία να συνδιαλλαγεί με αγάπη, ελευθερία και σεβασμό με τις άλλες θρησκευτικές παραδόσεις εντός και εκτός της ΕΕ.
Μελετώντας τη διαβίωση των προγόνων
μας στην Τουρκοκρατία και ειδικά της ελληνικής μειονότητας στην
Κωνσταντινούπολη, διαπιστώνουμε ότι αυτή
ζώντας τότε σ΄ ένα κοσμοπολίτικο και πολυπολιτισμικό περιβάλλον, που ήταν από τα λίγα σχετικά θετικά στοιχεία των
Αυτοκρατοριών και όμοιο όμως εν πολλοίς
με αυτό της ΕΕ σήμερα, η κοινότητα αυτή της Πόλης κράτησε ζωντανή την πίστη και την πολιτισμική παράδοσή της μέχρι την επικράτηση του εθνικισμού κατά
τη δεκαετία του 1910. Στο ιστορικό
παράδειγμα της πορείας και των θρησκευτικών δικαιωμάτων των Ελλήνων της Πόλης
από τη μια βλέπουμε την ανοχή και την αποδοχή που «προσφέρει» η πολυπολιτισμική κοινωνία της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας που ήταν αντίγραφο της Βυζαντινής
και από την άλλη την
μηδενική ανοχή που δείχνει ο εθνικισμός στις θρησκευτικές και
πολιτισμικές παραδόσεις και ο οποίος καταστρέφει τις ιδιαιτερότητες των μειονοτήτων, όπως αυτό έγινε από το 1910 και εξής.
Ο
κοσμοπολιτισμός (η κοσμοπολιτεία) του παρελθόντος (Βυζάντιο, Οθωμανική Αυτοκρατορία), που δείχνει ανοχή στις πολιτισμικές και
θρησκευτικές ιδιαιτερότητες των λαών, σήμερα αναγκαστικά αφήνει τη θέση του
στην παγκοσμιοποίηση. Η θετική όψη της παγκοσμιοποίησης στον τομέα των
θρησκευτικών δικαιωμάτων είναι αναμφισβήτητη. Η παγκοσμιοποίηση είναι το «αντίδοτο στην εθνικοποίηση κάθε μορφής»[2], η
οποία εθνικοποίηση με τη σειρά της οδηγεί στην περιστολή των θρησκευτικών
δικαιωμάτων των λαών. Η παγκοσμιοποιημένη ΕΕ αναδεικνύεται ως κατεξοχήν χώρος
θρησκευτικής ελευθερίας και ένα παράδειγμα για τις άλλες περιοχές του
πλανήτη. Παλαιότερα είχαμε
τον κοσμοπολίτη, τον πολίτη του κόσμου. Σήμερα έχουμε τον πολίτη, τον άνθρωπο που ζει μέσα στην
παγκοσμιοποιημένη και πολυπολιτισμική
κοινωνία της Ευρώπης και του κόσμου. Ο κοσμοπολίτης είναι πολίτης του
κόσμου, είναι αυτός που αισθάνεται όλη την οικουμένη πατρίδα του, το ίδιο όπως
και ο «παγκοσμιοποιημένος» πολίτης. Και
τα δύο τα παραπάνω θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι και χριστιανικές
αρετές. Διαβάζουμε στην επιστολή προς Διόγνυτον: «Για τους
χριστιανούς κάθε ξένη χώρα είναι πατρίδα τους και κάθε πατρίδα την θεωρούν ξένη
χώρα».
Σήμερα
παγκοσμιοποιημένη κοινωνία σημαίνει μία κοινωνία ανοιχτή προς όλους
τους ανθρώπους προς όλες τις θρησκείες, φυλές και
γλώσσες. Είναι η κοινωνία που θα πρέπει να γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα και θρησκευτικά δικαιώματα των
ανθρώπων, χωρίς διακρίσεις. Για μας τους χριστιανούς άλλωστε αυτή η υποχρέωση πηγάζει μέσα από την
Καινή Διαθήκη, είναι η ίδια η υπόσταση της πίστης μας στο Θεό. Είναι η
χριστιανική πίστη που αγαπά, που συνδιαλέγεται και
Η
παγκοσμιοποίηση έχει δαιμονοπιοιθεί από ορισμένους λαϊκούς και κληρικούς
και από αρκετούς διανοούμενους
της εποχής μας. Δε διαφωνώ ότι πρέπει να θεσπιστούν κανόνες στο παγκόσμιο εμπόριο για
την άρση των ανισοτήτων και για την εξάλειψη της αθλιότητας από τον πλανήτη.
Αυτό όμως που γίνεται σήμερα με τη
μηδενιστική κριτική προς κάθε τι
καινοτόμο, αλλά και η καθολική
απόρριψη με βάση
δήθεν την Πίστη και την Ορθοδοξία,
είναι ακατανόητη.
Οι
άνθρωποι που βλέπουν παντού «συνομωσίες» και «σκοτεινά κέντρα» έδιναν και δίνουν πάντα
το παρόν:
1.Ο οικουμενισμός, ή καλύτερα η οικουμενική κίνηση
κατηγορήθηκε κάποτε ότι τάχα ξεπουλάει
την Ορθοδοξία στους δυτικούς και ότι τάχα είναι αίρεση. Έλεγε ότι σε λίγα χρόνια η Ορθοδοξία θα παραδοθεί
στους ξένους και ότι πρέπει να είναι κλειστή στον εαυτό της δίχως ανοίγματα
προς τις ετερόδοξες Εκκλησίες. Ο Οικουμενισμός δήθεν είναι έργο σκοτεινών
δυνάμεων που απεργάζονται την καταστροφή της Ορθοδοξίας και του έθνους. Ποιο ήταν όμως το αποτέλεσμα;
Θυσίασε κάτι η Ορθοδοξία; Τι έχασε από
την αλήθεια της; Τι ξεπούλησε; Τι από αυτά που αναφέρθηκαν έγινε πραγματικότητα; Απολύτως τίποτα είναι η
απάντησή μας. Θετικά: αμέτρητα: η Δύση, η χριστιανική κοινή γνώμη της Δύσης δεν γνώριζε την Ορθοδοξία, δεν ήξερε
τίποτα για αυτήν. Με την οικουμενική κίνηση που με κόπο καλλιεργήθηκε από το
Οικουμενικό Πατριαρχείο και από άλλες ορθόδοξες Εκκλησίες επί δεκαετίες, έχουμε
σήμερα το παρόν της Ορθόδοξης Εκκλησίας (φυσικά εδώ δεν εννοούμε μόνο την
Ελληνική), με χιλιάδες πιστούς που φροντίζουν και καλλιεργούν τις
παραδόσεις τους σε απόλυτη θρησκευτική ελευθερία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η
τρίτη χριστιανική δύναμη της Ευρώπης. Η διαχριστιανική και η διορθόδοξη επαφή που ήταν άγνωστα μέχρι
το ξεκίνημα της οικουμενικής κίνησης,
σήμερα έχουν κάνει τεράστια πρόοδο.
Δεν ήταν λοιπόν ο Οικουμενισμός
μία συνομωσία των σκοτεινών δυνάμεων.
2.Αυτές οι σκοτεινές και μυστικές δυνάμεις
«εμφανίσθηκαν» και πάλι στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 90. Εκεί
σε χειρότερη μορφή. Ο πόλεμος φόρεσε το
ένδυμα της Ορθοδοξίας. Παρουσιάσθηκε –και στα ελληνικά ΜΜΕ πάρα πολύ- ως
πόλεμος θρησκευτικός, ως άμυνα για την πίστη, ως πόλεμος κατά των σκοτεινών
δυνάμεων. Ονειρεύτηκαν ου πολλοί βαλκανικά απειλητικά τόξα. Γι’ αυτό στο όνομα
της Ορθοδοξίας όλα ήταν πλέον επιτρεπτά. Η σφαγή αθώων πολιορκημένων στο Σαράγιεβο στο όνομα πολλές φορές της ορθοδοξίας,
η θανάτωση 8000 χιλιάδων αλλόθρησκων στη
Σρεμπρένιτσα. Τότε όλα ήταν επιτρεπτά. Για το τελευταίο άδικα κατηγορούνταν οι
ομόθρησκοί μας, όλα μα όλα ήταν ψεύδη
και συκοφαντίες της Δύσης. Αποτέλεσμα: πριν
από ένα μήνα το βοσνιακό κοινοβούλιο των Σέρβων αναγνώρισε την
γενοκτονία και ζήτησε συγγνώμη από τους μουσουλμάνους συμπολίτες τους.
3.Ακολούθησε λίγο πριν τη λήξη του 20ού αιώνα η
πολεμική εναντίον της ΕΕ και αυτή πολλές
φορές εξ ονόματος της Ορθοδοξίας. Η ΕΕ τάχα συγχωνεύει έθνη φυλές και γλώσσες,
καταργεί σύνορα, παραδόσεις, ήθη, έθιμα, θρησκεία, εθνική ταυτότητα, γλώσσα. Ο
παπισμός, απειλεί τάχα την Ορθοδοξία.
Και ο μύθος αυτός κατέρρευσε. Πόσοι
έλληνες ορθόδοξοι ασπάσθηκαν τον καθολικισμό; Ή ξέχασαν ή έχασαν τις ορθόδοξες παραδόσεις τους;
Απολύτως κανένας. Πολλές χιλιάδες όμως καθολικών ασπάσθηκαν την Ορθοδοξία.
Χάθηκε η γλώσσα μας; όχι, ίσα ίσα : είναι μία
από τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ και όλα τα έντυπα κυκλοφορούν και στην Ελληνική. Στο Συμβούλιο της ΕΕ όλοι
οι υπουργοί μιλούν στη γλώσσα τους.
Χάθηκε η παράδοσή μας; όχι. Εκατοντάδες ορθόδοξες εκκλησίες και ζωντανές ενορίες υπάρχουν σήμερα στην ΕΕ.
Πολλά εκατομμύρια δόθηκαν από την ΕΕ στις
τοπικές εκκλησίες στη χώρα μας για ανακαίνιση Ιερών Μονών και
Ναών, αλλά και για άλλους σκοπούς.
Δεν μπορώ να δεχτώ τη δαιμονοποίηση της Δύσης και να
οραματίζομαι συνομωσίες. Και μόνο όταν αναλογίζομαι ότι οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι ξεκίνησαν από την Ευρώπη
και ότι η ΕΕ τώρα συμφιλίωσε τους πρώην εχθρούς, αυτό και
μόνο θα μου αρκούσε να αποδεχτώ απόλυτα την ένωση αυτή των λαών.
Αυτό που συνέβη με τις παραπάνω τρεις περιπτώσεις,
συμβαίνει λίγο πολύ και σήμερα με μόνο το άκουσμα του όρου Παγκοσμιοποίηση. Έχει δαιμονοποιηθεί από πολλούς, είτε για τις αδικίες στο εμπόριο, είτε για το ότι
απειλεί τη ιδιαιτερότητα του κάθε έθνους του κάθε λαού, είτε για το ότι επιφέρει την ομογενοποίηση και ανακάτεμα των θρησκειών. Πολλοί
φοβούνται, αδίκως κατά τη γνώμη μας, τους
οδοστρωτήρες της πολυπολιτισμικότητας που στο πέρασμά τους δε θα αφήσουν
τίποτα όρθιο. Θα περιορίσουν την θρησκευτική έκφραση και ελευθερία
εγκαθιδρύοντας μία παγκόσμια θρησκεία
ή ένα κράμα των θρησκειών.
Είναι δυστυχώς και πάλι η θεωρία που θέλει την Ορθόδοξη Εκκλησία
εγκλωβισμένη στην κλειστή λογική του
ενός έθνους, στην λογική του εναγκαλισμού με άλλους θεσμούς και στη λογική της
ύπαρξης των σκοτεινών κέντρων που προσπαθούν να την καταστρέψουν. Η Εκκλησία
όμως είναι ένας αυτάρκης και αυτόνομος
οργανισμός που μπορεί να επιβιώσει και χωρίς τη στήριξη κανενός άλλου θεσμού.
Τα πρόσφατα παραδείγματα από τις
Ορθόδοξες Εκκλησίες που στάθηκαν στα πόδια τους μέσα σε εχθρικό περιβάλλον και
που τώρα δραστηριοποιούνται χωρίς τη
στήριξη της κρατικής εξουσίας είναι
εύγλωττα. (Αλβανία, Ρωσία, Ρουμανία). Η
ορθοδοξία είναι ανοιχτή στον κόσμο, δεν πρέπει να αυτοεγκλωβίζεται. Καμία από
τις φοβίες που ανέφερα παραπάνω δε συμμερίζομαι και δεν μπορώ να τις
ασπασθώ. Πιστεύω ότι οδηγούν σε απομονωτισμό και εθνικισμό και στη συνέχεια σε θρησκευτικό φανατισμό. Η Εκκλησία πρέπει να
«χρησιμοποιήσει» την παγκοσμιοποίηση, τα θετικά της παγκοσμιοποίησης. Στην
ουσία αυτό είναι κάτι το πανάρχαιο και εν πολλοίς γνωστό. Είναι αυτό που ήδη ήταν αυτονόητο και
αυτό που ονομάζουμε οικουμενικότητα
της Εκκλησίας. Αυτή ο οικουμενικότητα
της Εκκλησίας που επέζησε στο πολυπολιτισμικό Βυζάντιο, αλλά και στην Οθωμανική
Αυτοκρατορία, υφίσταται και σήμερα, αρκεί να την αναδείξουμε.
Η μετανάστευση, οι προσφυγιά, το άνοιγμα των συνόρων,
αλλά και η παγκοσμιοποίηση μας οδήγησαν σ΄ ένα κόσμο διαθρησκειακό και
πολυπολιτισμικό. Σ’ αυτό τον κόσμο όμως
έζησε η Ορθοδοξία επί πολλούς αιώνες.
Έζησε γιατί η συνύπαρξη είναι χριστιανική αρετή. Η Ορθοδοξία «επιβιώνει
γιατί συμβιώνει» τονίζει ο σοφός καθηγητής Μάριος Μπέγζος. Εκεί που υπάρχει
η αποδοχή του άλλου, του διαφορετικά σκεπτόμενου παύει να υπάρχει η
μισαλλοδοξία. Εκεί πανηγυρίζει η θρησκευτική ελευθερία. Σήμερα η
παγκοσμιοποίηση είναι η άλλη όψη του κοσμοπολιτισμού, μία άλλη όψη της
Οικουμενικότητας. Είναι σαφώς το αντίθετο της εσωστρέφειας και του εθνικισμού. Είναι η γνώση του άλλου και όχι η απόρριψή
του.
Ο σημερινός πιστός
δεν πρέπει να φοβάται την παγκοσμιοποίηση γιατί αυτή βρίσκεται στην υπόσταση
της πίστης μας σε άλλη μορφή, ως
οικουμενικότητα. Πιστεύω ότι μέσα σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι δραστηριοποιούνται απόλυτα
ελεύθερα και συνυπάρχουν με αμοιβαία αποδοχή και σεβασμό, σ’ αυτή την κοινωνία
θα υπάρχει απόλυτος σεβασμός και των θρησκευτικών δικαιωμάτων. Η εσωστρέφεια δεν είναι ίδιον του Χριστιανισμού.
Η
παγκοσμιοποίηση είναι αντίθετη προς την εθνικοποίηση η οποία μπορεί να
οδηγήσει στον φυλετισμό, στην ξενοφοβία
και στην απόρριψη της θρησκευτικής ελευθερίας και εν τέλει στην άρνηση της ελευθερίας του ατόμου. Η
αποδοχή της ετερότητας του άλλου, ο
σεβασμός της ελευθερίας του άλλου είναι βασικές χριστιανικές αρετές που παραμερίζονται πολλές φορές .
Η εκκλησία πρέπει
να κάμνει πάντα το πρώτο βήμα της
καταλλαγής και της συμφιλίωσης όλων των
ανθρώπων. Η πίστη δε χάνεται, δε θυσιάζεται, δεν αλλοιώνεται με τη συμβίωση
ανάμεσα σε ανθρώπους άλλων πολιτισμικών
παραδόσεων. Χάνεται, καταστρέφεται όταν στα μάτια του άλλου δε βλέπω τον ίδιο
το Θεό, το Χριστό που η θυσία του ήταν για όλο το γένος των ανθρώπων και όχι
για μία φυλή και γλώσσα. Θέτοντας ως
ορθόδοξος χριστιανός το δίλημμα στον εαυτό μου μεταξύ της παγκοσμιοποίησης και
του εθνικισμού σαφώς διαλέγω το πρώτο.
Μάρτιος 2005,Αντώνιος Χατζόπουλος
Σεβασμ. Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου,
Σεβασμ. Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου,
Εθνική φυσιογνωμία και Ορθόδοξη Οικουμενικότητα στη σημερινή Ελλάδα, Αθήνα, Ιανουάριος 2011
Ο
τίτλος του θέματος που ανέλαβα να σας παρουσιάσω, έχει την πρωτοτυπία
να σημαίνει κάτι, μόνο στη γλώσσα μας, στα ελληνικά! Αν μεταφραστεί σε
άλλη γλώσα θα είναι τελείως ακατανόητος. Ας μην βιαστεί κάποιος να πει,
«τι μας ενδιαφέρει κάτι τέτοιο!». Είναι ανάγκη πλέον, να μεταφράζουμε
τις έννοιές μας και σε άλλες γλώσσες για να βλέπουμε δύο πράγματα:
1. πόσο μπορούν να μας κατανοήσουν οι άλλοι και
2. πόσο αντέχουν οι αλήθειες μας στο ευρύτερο σήμερα,
διαφορετικά
θα μας παραμείνουν για εσωτερική κατανάλωση. Όμως, οι έννοιες
«φυσιογνωμία» και «οικουμενικότητα», είναι εξωστρεφείς∙ τη «φυσιογνωμία»
μας, άλλοι τη διαπιστώνουν και η «οικουμενικότητα» είναι «άνοιγμα» σε άλλους.
Όταν
συζητάμε τις δύο έννοιες του τίτλου «εθνική ταυτότητα»-«Ορθόδοξη
Οικουμενικότητα» και τη σχέση που έχουν η που δεν έχουν, φανερώνουμε ότι
όλοι μας, ανεξαιρέτως, είμαστε ακατάστατα ριγμένοι μέσα σ ’ένα δίχτυ, από το οποίο, νομίζω πως πρέπει γρήγορα να βγούμε.
Τι εννοώ∙
για
την πρώτη έννοια∙ κολακευόμαστε από το λόγο του Αϊνστάιν ότι «το σύμπαν
είναι ελληνικό», πιστεύουμε ότι όλος ο κόσμος μας οφείλει το «αρχαίο
πνεύμα αθάνατο» και από την άλλη, «ελληνικό» θεωρούμε μόνο ο,τι φαίνεται
από την πλατεία Συντάγματος (Γ. Σεφέρης).
Την
Ορθοδοξία, πάλι, τη βλέπουμε με τα γυαλιά της βοσπορίδος ανατολής, αυτά
τα γυαλιά είναι πολύχρωμα∙ όμως, εκείνο που μας δυσκολεύει περισσότερο
είναι το γεγονός ότι την Ορθοδοξία ενώ τη βιώνουμε γονιδιακά, την
εξωτερικεύουμε προτεσταντικά.
Επιμένω,
λοιπόν, ότι χρειάζεται να ξέρουμε πως μας βλέπουν οι άλλοι, για να
βγούμε μέσα από το δίχτυ στο οποίο βρισκόμαστε, επειδή σε μια επίσκεψη
των ονομάτων του τίτλου μας, το πιο ανώδυνο θα ήταν να συζητήσουμε: τι
είναι «εθνικό», ποιά στοιχεία συγκροτούν την εθνική φυσιογνωμία μιας
χώρας, ποιά τακτική κατέστησε το Βυζάντιο «οικουμενικό» και τι είναι η
Ορθοδοξία!
Όμως,
αφού στον τίτλο του Συνεδρίου μας βάλατε την δύσκολη λέξη «σήμερα», η
ομιλία θα μας οδηγήσει σε κακοτοπιά, όπου το λιγότερο, θα είναι να
παρεξηγηθούμε, όμως το χειρότερο θα είναι να χαθούμε σε αντιθέσεις και
να πνιγούμε σε διαπιστώσεις, χωρίς να φτάσουμε πουθενά.
Λοιπόν, τι είναι «εθνικό», σήμερα;
Ποιά είναι, σήμερα, η εθνική φυσιογνωμία της Χώρας μας;
Αυτό που στο Βυζάντιο εννοούσαν «οικουμενικό» αποδίδεται, σήμερα, με τη λέξη «παγκόσμιο»;
Τι
σημαίνει «Ορθοδοξία», σήμερα; όχι στη Θεολογία, εκεί το καταλαβαίνουμε∙
αλλά στην καθημερινότητα της κατά Χριστόν ζωής, όπου αποδεικνύεται ή
δεν αποδεικνύεται το ορθόδοξο του δόγματος σε κάθε εποχή.
Τι
λέτε; θα το αντέξουμε το «σήμερα»; αν «ναι», τότε, σας ευχαριστώ για
την τιμή που μου κάνατε να μου αναθέσετε αυτήν την ομιλία και συνεχίζω.
Αγαπητοί μου∙
Α’
Υποπτεύομαι
ότι στις μέρες μας, η διχασμένη εθνική μας προσωπικότητα έφτασε σε
αδιέξοδο και χρειάζεται εξάπαντος να επανεξετασθεί. Άρχισε με την
ελληνική επανάσταση, οπόταν, προκειμένου να μη θιγούν οι βλέψεις του
τσάρου προς την Άσπρη θάλασσα και αξιοποιώντας το ρομαντικό φιλελληνισμό
της Ευρώπης (απότοκο της ληστείας των αρχαιοελληνικών μας χώρων), οι
επαναστάτες έκαναν μια προσυμφωνημένη και εξομολογημένη αμαρτία. Είπαν,
θα ονομασθούμε «έλληνες, για να ρίξουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου,
πραγματικά ρωμηοί» (Μακρυγιάννης). Από τότε άρχισε ο ελληνισμός να
βιώνει την διχασμένη εθνική του προσωπικότητα και συνεχίζεται με
διάφορες μορφές μέχρι και σήμερα.
Να θυμίσω παραδείγματα;
Όλες οι διαφημιστικές αφίσσες και τα σποτάκια του υπουργείου Τουρισμού, παρουσιάζουν αρχαιοελληνικά αγάλματα και κίονες∙
Στις
σελίδες των διαβατηρίων μας από τις 14 φωτογραφίες οι 12 έχουν
αρχαιοελληνικές παραστάσεις, υπάρχουν δύο μόνο καθολικά μοναστηριών κι
αυτά έτυχε να τα πάρουν από γραβούρες του 18ου αιώνα που συνέπεσε να μην
έχουν σταυρό∙
Στις
αναφορές του υπουργείου Πολιτισμού, στις μελέτες του, στους
εκπαιδευτικούς προγραμματισμούς του, δε βλέπω να υφίστανται τα πρόσφατα
2000 χρόνια∙
οπότε
και ο λαός μας έμαθε, ενώ επικαλείται τον Χριστό και την Παναγία,
συγχρόνως να λανσάρεται με την Αφροδίτη της Μήλου ή τον Ερμή του
Πραξιτέλη.
Θα
μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτό, που λέω διχασμό της εθνικής μας
προσωπικότητος, συντηρείται για λόγους προβολής μας στο Εξωτερικό. Παρ’
όλο, που, έξω κανείς πια δεν μας παίρνει στα σοβαρά ως απογόνους του Μ.
Αλεξάνδρου, να το δεχθώ∙ είναι όμως και η συνολική εικόνα της Χώρας μας
που δε δείχνει να ενδιαφέρεται για την διατήρηση μιας ζωντανής εθνικής
ταυτότητος. Επιμένω στο «ζωντανής εθνικής ταυτότητος». Και, αρέσει-δεν
αρέσει, η ζωντανή ταυτότητα του λαού μας είναι η
ορθόδοξη χριστιανική, οπότε ορθόδοξη χριστιανική είναι και η φυσιογνωμία
της Πατρίδος μας, ακόμα. Και δεν είναι που το λέω εγώ, τώρα πλέον το
λένε παντού, ότι πρώτιστο και δυναμικότερο στοιχείο της εθνικής
φυσιογνωμίας μιας χώρας, είναι η θρησκευτική πίστη του λαού της.
Σ’
εμάς, φανερά η Πολιτεία μας, δεν τολμά να αποστασιοποιηθεί από τις
ορθόδοξες χριστιανικές καταβολές μας, αλλά, δεν βιώνει όμως, με
αυτοσυνειδησία και τόλμη αυτό το βίωμα του λαού μας. Κρυφά, λοιπόν,
βλέπουμε να υφαίνονται μεθοδολογίες, να καταστρώνονται νομοσχέδια, να
τυπώνονται βιβλία, να εφαρμόζονται τακτικές, να διορίζονται Δραγώνες, να
μοντάρονται σποτάκια για τις τηλεοράσεις, που αμβλύνουν κάθε
παραδοσιακή φυσιογνωμία και ταυτότητα της Πατρίδος μας. Επίσημα η
Πολιτεία δε μας λέει∙ «θέλω να γίνω λαϊκό Κράτος», όμως, διαπιστώνουμε
ότι η νέα πολιτική σκέψη που διαχέεται σε όλα τα κόμματα, επιστρατεύει
ανθρώπους τελείως άγευστους της πνευματικής λαϊκής εμπειρίας, για να
ευτελίσουν, να γελοιοποιήσουν και τελικά να ροκανίσουν το φρόνημα και το
ήθος του λαού∙ (συμπτωματικά; κατευθυνόμενα; κανείς δεν μπορεί να το
βεβαιώσει).
Υπήρξε
Πρωθυπουργός μας που σημειώθηκε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας
του δεν παρευρέθηκε ποτέ σε Δοξολογία και σε Παρέλαση!
Τα
προηγούμενα χρόνια, αν μιλούσες για πατρίδα ήσουν εθνικιστής, αν
συγκρινόσουν με κάποιον άλλο λαό ήσουν σωβινιστής, αν μιλούσες για το
στρατό ήσουν μιλιταριστής, μέχρι πριν από 1 χρόνο αν έλεγες τη γνώμη σου
για την ιθαγένεια ήσουν ρατσιστής, φονταμενταλιστής! Πατριώτης ποτέ δεν
ήσουν. Η λέξη ήταν σχεδόν επικηρυγμένη, όπως και ο εκφραστής της.
Θυμάστε
και τα παρεπόμενα∙ ο όρκος στα δικαστήρια και στη Βουλή, οι εικόνες στα
σχολεία, οι παρελάσεις, η έπαρση και η υποστολή, ο σταυρός από το
κοντάρι και το πανί της σημαίας.
Αλλά
και στον υπόλοιπο κοινωνικό μας βίο, μια πλούσια σειρά νομοσχεδίων
επιδιώκουν να αποχρωματίσουν την εθνική φυσιογνωμία της Χώρας μας από
κάθε χριστιανικό χρώμα∙ πολιτικός γάμος, αυτόματο διαζύγιο, σύμφωνο
ελεύθερης συμβίωσης, το θρήσκευμα στις ταυτότητες, η πολιτική βάπτιση, η
πολιτική κηδεία, όχι η σύμφωνη, αλλά η απλή γνώμη του επισκόπου,
προκειμένου να ανεγερθεί τέμενος αλλοθρήσκων στην επαρχία του και άλλα.
Και
το νυστέρι πήγε πιο βαθειά∙ στα σχολικά εγχειρίδια. Δεν ήταν μόνο «ο
συνωστισμός στην παραλία της Σμύρνης», είναι ακόμα ουσιαστικότερη η
επέμβαση. Στα σχολικά βιβλία κατορθώθηκε η απάλειψη της αλυσιδωτής
συνέχειας των ιστορικών γεγονότων (αν διδάξεις σε σχολική τάξη σήμερα
ότι στην άλωση της Πόλης ήταν κι ο Μέγας Ναπολέων, τα παιδιά θα το
αποδεχτούν, επειδή συνήθισαν σε ιστορικά άλματα και όχι στην ιστορική
συνέχεια) καθώς και η απομυθοποίηση κάθε ιστορικής αλήθειας. (η
παλιότερη φράση «μετριούνται οι τούρκοι 3 φορές και λείπουν 3.000,
μετριούνται τα ελληνόπουλα και λείπουν 3 λεβέντες» μπορεί να έδινε με
την υπερβολή της μια αίσθηση υπερηφάνειας, αλλά δεν έβλαφτε κανέναν, δεν
αναβίωνε εχθρότητες, δεν πυροδοτούσε μίση)
Παράλληλα
με τα ιστορικά γεγονότα, από τα αναγνωστικά του Δημοτικού απαλείφθηκε
τελείως κάθε παραπομπή και σε εκκλησιαστικά στιγμιότυπα.
Όλα
αυτά γίνονταν, έγιναν (είτε επειδή τα ζητούσε η Ε. Ε. είτε με εγχώριο
ζήλο) μέχρι πριν από 14 μήνες που κοινολογήθηκε η οικονομική κρίση.
Οπότε ακούσαμε τον Πρωθυπουργό μας να μας θυμίζει μια λησμονημένη λέξη∙
«η Πατρίδα μας» είπε∙ «χρειάζεται θυσίες». Ξαφνιαστήκαμε! Κοιταχτήκαμε
περίεργα, ποιά πατρίδα, τι είναι αυτό; Τρομάζαμε να θυμηθούμε την
έννοια! Μέχρι τότε ακούγαμε για Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση, για ΟΝΕ, για
Οικονομική Σύγκλιση και παρόμοια, οπότε δικαιολογημένα είχε επικρατήσει
σε όλους μας η νοοτροπία που είχαμε. Αυτή η τακτική είχε ρημάξει κάποτε
την πανίσχυρη Οθωμανική Αυτοκρατορία, όταν δεν δίστασε να γράψει έξω
από το ανάκτορο του Yildiz στην ΚΠολη, επάνω σε μαρμάρινη πινακίδα: «Το
ταμείο του Πατισάχ είναι θάλασσα κι όποιος δεν πίνει απ’ αυτό είναι
χοίρος».
Αλλά,
γιατί όχι; Χωρίς εθνική υπερηφάνεια (Ίμια), χωρίς εθνικές κόκκινες
γραμμές (η κ. Μπενάκη στον Πρόεδρο Παπούλια), χωρίς ιστορικό μπούσουλα,
χωρίς εθνική Παιδεία, σε τι άλλο θα μας εξυπηρετούσε μια Πατρίδα, αν όχι
για να την αρμέξουμε; Ανάχωμα σε ένα τέτοιο εθνικό σπορ, οπωσδήποτε θα
μπορούσε να σταθεί, μια «ηθική αγωγή του πολίτη», ή η αξιοποίηση της
ηθικής του Ευαγγελίου, που είναι μέσα στην Παράδοση του λαού μας. Αλλά
αυτή η ηθική είχε προ πολλού εξοστρακιστεί από την Χώρα, μαζί μ’ αυτούς
που την διδάσκουν. Θυμηθείτε, κάθε χρόνο πριν την Μεγ. Βδομάδα∙ τη μια
χρονιά, ο «Κώδικας ντα-Βίντσι», την άλλη, ένα «Απόκρυφο Ευαγγέλιο», την
τρίτη, η λειψανοθήκη με τα οστά κάποιου «Ιησού γιου του Ιωσήφ» και
έπειτα η πλημμυρίδα των σκανδάλων στην Αθήνα, στα Ιεροσόλυμα, στο
Βατοπαίδι∙ ε! πολύ θέλει να διαλυθεί ο ηθικός εθνικός ιστός ενός
κρατιδίου;
Κάναμε
και οι κληρικοί λάθη, να σας πω τι εννοώ. Όταν παρασυρθήκαμε σε άγνωστα
για μας τερέν και μιλήσαμε οι ίδιοι για «κάθαρση της Εκκλησίας».
Βλάσφημη φράση! Και οι ακάθαρτοι που θα πάνε, όταν η Εκκλησία γίνει
κολλέγιο αγίων; Χάσαμε τότε μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να μιλήσουμε στο
λαό μας ορθόδοξα∙ για την πορεία προς την μετάνοια και την ανακαίνιση
του όλου ανθρώπου, που είναι η κύρια «δουλειά της Εκκλησίας».
Ο
λαός μας, λοιπόν, κρύωσε, χαλάρωσε, έχασε τα πρότυπά του, έχασε την
ελπίδα του, ισοπέδωσε μέσα του τα πάντα, δεν είχε πλέον φραγμούς και μας
ταύτισε με το διεφθαρμένο Κράτος του οποίου μας βλέπει αναπόσπαστο
τμήμα. Είπα κάποτε σε πολιτικό, αν μάθετε στο λαό μας να πετάει πέτρες
στους ιερείς, σε σας θα πετάξει χειροβομβίδες. Στο τέλος, ο λαός μας,
παρασύρθηκε σ’ ένα παιχνίδι που απαιτούσε να πληρώσει η Εκκλησία φόρους
από την θρυλούμενη «αμύθητη περιουσία» της. Αλήθεια! διερωτήθηκε κανείς,
από που κόβουμε τα χρήματα που πληρώνουμε φορολογία;
Μέσα
στο 2010 ψηφίστηκαν και μια σειρά νόμοι και εγκαθιδρύθηκε σε βάρος μας
νοοτροπία, που μας έκαναν να αισθανόμαστε οι πιο ανέντιμοι και
αντιπαραγωγικοί φορείς του Δημοσίου.
Σήμερα,
αντιλαμβανόμαστε ότι συλλήβδην ο εκκλησιαστικός λόγος μόλις γίνεται
ανεκτός, εκτός αν είναι «κατά παραγγελίαν». Για πολλούς είναι ύποπτος,
οπισθοδρομικός και αντιδραστικός. Δικαιούται ύπαρξης, χάρη στη μεγαθυμία
του «δημοκρατικού πλουραλισμού». Αρκεί να μην ενοχλεί την κοινωνία με
πολλά λόγια και ο χρόνος και η «πρόοδος» θα εξαλείψουν και αυτό το
φαινόμενο, όπως και τόσα άλλα κατάλοιπα της λαϊκής δεισιδαιμονίας» (π.
Βασιλ. Καλλιακμάνης). Είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι σε μια επόμενη
αναθεωρητική Βουλή, τίποτε στις σχέσεις μας με το Κράτος δε θα
παραμείνει ως έχει σήμερα. Το κακό είναι ότι δεν προετοιμαζόμαστε για
κάτι τέτοιο, ούτε «επί χάρτου».
Όλα
αυτά και όσα παρόμοια, ενδεχομένως, έχετε εσείς στο νου σας, δείχνουν
με το δάκτυλο μια Χώρα, που δεν ξέρω τι φυσιογνωμία έχει, αλλά πάντως
Ορθόδοξη Χριστιανική φυσιογνωμία δε θέλει να έχει, ενώ ο λαός της
επιμένει να θρησκεύεται.
Αυτήν
τη διχασμένη εθνική προσωπικότητα της Χώρας μας, τη ζουν έντονα οι
πολιτικοί μας, οι οποίοι εκλέγονται μεν από ένα λαό που διαγκωνίζονται
να τον συναντήσουν σε κάθε γιορτή (Χριστούγεννα, Πάσχα, 15αυγουστο,
δοξολογίες, εθνικά μνημόσυνα), σε εσπερινούς και λιτανείες (προ
εκλογικών περιόδων κυρίως), αλλά δε λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους την
πίστη του λαού, όταν νομοθετούν γι’ αυτόν.
Θυμηθείτε
τις δηλώσεις των πολιτικών μας στο πλατύσκαλο του Μητροπολιτικού Ναού
των Αθηνών την Κυριακή της Ορθοδοξίας∙ κάποιος είπε πριν 2-3 χρόνια: «η
Εκκλησία πρέπει να εκσυγχρονισθεί, να καθαρθεί και να επανεξετάσει το
ρόλο της». Μιλούσε ασφαλώς για το Νομικό Πρόσωπο της Εκκλησίας, που
ξέρει. Άλλο πρόσωπο της Εκκλησίας, πνευματικό, δεν ξέρει ο άνθρωπος∙
ίσως να γνωρίζει και το κοινωνικό πρόσωπο της Εκκλησίας μας, ιδρύματα,
συσσίτια κ.λ.π.
Αυτόν
τον τομέα, του κοινωνικού έργου της Εκκλησίας μας, πάλι δεν τον
αξιοποιήσαμε σωστά, προκειμένου να διδάξουμε στο λαό μας, ότι η
φιλανθρωπία για μας αποτελεί τον τρίτο πυλώνα της δράσεως της Εκκλησίας
μετά την λατρεία και το κήρυγμα. Η φιλανθρωπία είναι για μας απόρροια
της ευαγγελικής εντολής της αγάπης, έτσι όπως οικοδομείται στα
επισκοπικά γραφεία που δέχονται ανθρώπους καθημερινά, έτσι όπως
καλλιεργείται από ιερείς που ξημεροβραδυάζονται στους Ναούς με το
πετραχείλι στο λαιμό. Αυτήν την προσφορά δεν την αποτιμά κανείς. Ο
συμβολισμός των κωδωνοκρουσιών, οι θείες Λειτουργίες, οι πολλές
Αγρυπνίες στις πόλεις και στα μοναστήρια, στο Άγιον Όρος, οι Κατηχητικές
συνάξεις, οι εποικοδομητικές ομιλίες, οι χριστιανικές Κατασκηνώσεις,
δεν είναι στοιχεία που σηματοδοτούν το φρόνημα του λαού μας, οπότε και
τη φυσιογνωμία της Χώρας;
Η
σημερινή, λοιπόν, εθνική φυσιογνωμία της Πατρίδος μας, καταγράφεται ως
ασύνδετη με την ιστορική μας συνέχεια. Προσπαθεί να αποποιηθεί κάθε
χριστιανικό της γονίδιο και κάθε ανάλογη συμπεριφορά, οπότε εμφανίζεται
χωρίς εθνικό προσανατολισμό. Δεν μετέχει στην καθημερινή μεταφυσική πάλη
του λαού μας, γι’ αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν αφήνει ίχνη της
διαβάσεώς της στο σύνολο πολιτισμό. Στο δε θρησκευτικό γεγονός, που
απαιτητικά επανέρχεται στην παγκόσμια πολιτισμική ιστορία σε Ευρώπη και
Αμερική, νομίζω ότι η δική μας εθνική ταυτότητα, πλέον, δεν έχει να
παίξει κανένα απολύτως ρόλο. Οπότε η Χώρα μας καθίσταται πλέον ξέφραγη
σε οποιοδήποτε θρησκευτικό υποκατάστατο μεταναστεύσει και δράσει στην
εδαφική επικράτειά μας.
Β’
Η
έννοια της οικουμενικότητος δεν μπορεί να έχει σήμερα καμμιά ιστορική
ομοιότητα με αυτήν που είχε στη βυζαντινή Οικουμένη. Εκείνο το σχήμα
παρήλθε και ανάλογες σημερινές προσπάθειες (Η.Π.Α., Ε.Ε., Ρωσία) έχουν
εγγενείς αδυναμίες για να το αντιγράψουν. Οι αυτοκρατορίες πέρασαν∙ η
πτώση των Αετών, όταν συντελέσθηκε, άφησε μακάβριο γδούπο που μας
τρομάζει μέχρι σήμερα∙ η πρόσφατη παλλινόρθωση μερικών δικεφάλων
δέφαίνεται να επιδιώκει τη συγκρότηση «Οικουμένης»∙ κι όσοι το
προσπαθούν, μάλλον θέλουν να μονοπωλήσουν με τα παραμυθένια σύμβολα του
παρελθόντος σύχρονες εθνικές διεκδικήσεις τους.
Άρα,
λοιπόν, ταυτόχρονη συμπόρευση «βασιλείας και ιερωσύνης» με σκοπό τη
δημιουργία «Οικουμένης» κατά το βυζαντινό μοτίβο, δεν υπάρχει τρόπος να
επιτευχθεί, τουλάχιστον στη γηραιά Ήπειρο.
Η
Εκκλησία πρέπει πρώτη να το καταλάβει αυτό, να αποτινάξει από πάνω της
τη σκουριά του αυτοκρατορικού παρελθόντος μας και να αναλάβουμε, χωρίς
ψευδαισθήσεις, έναν καίριο ρόλο δράσεως στη σύγχρονη κοινωνία, όπου γης.
Μπορεί
να γίνει αυτό; Μπορεί. Επειδή η έννοια της οικουμενικότητος του
κηρύγματος της Εκκλησίας δεν έχει χάσει την δραστικότητά της, ούτε θα τη
χάσει ποτέ. Αρχίζει με την προσευχή του Κυρίου στη Γεθσημανή για «μια
ποίμνη με έναν ποιμένα» και καταλήγει με την εντολή Του «πορευθέντες
μαθητεύσατε πάντα τα έθνη».
Αυτός
είναι ο λόγος που η Εκκλησία δεν είναι θρησκεία. Δεν έχει μέλη. Δεν
έχει οπαδούς. Έχει πιστούς και ο πιστός εγγράφεται στην Εκκλησία με το
βάπτισμά του∙ όμως, παραμένει σ’αυτήν με όρους πνευματικότητος, όχι με
ταυτότητα μέλους. Η Εκκλησία θεωρεί όλο τον κόσμο δικό της. Θεωρεί ότι
έχει ευθύνη ακόμα και για όσους δεν της ανήκουν. Θεωρεί ότι είναι
υπεύθυνη ακόμα και για τη λάσπη με την οποία γράφεται η ιστορία του
πλανήτη. Αυτή η ευθύνη της δεν είναι διεκδικητική, για να κατακτήσει τον
κόσμο. Είναι ευθύνη ανανεωτική, για να αναπλάσει τον κόσμο. Να τον
αναπλάσει όχι με βία, με επιβουλή, αλλά με αγιότητα.
Υπάρχουν
ακόμα σήμερα, άθεοι άνθρωποι και λαοί που ενώ εκτιμούν την υπεροχή του
Ευαγγελίου, δε γίνονται χριστιανοί, ξέρετε γιατί; επειδή εμείς οι
Χριστιανοί δε ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, ώστε να μας δουν, να
διαπιστώσουν τα καλά μας έργα και τότε να δοξάσουν τον Πατέρα μας «τον
εν τοις ουρανοίς».
Αυτή
η έλλειψη της αγιότητος είναι που μας κάνει να φοβούμεθα να ανοιχτούμε
στον κόσμο για να μην «αποκαλυφθεί» η ανεπάρκειά μας. Κλεινόμαστε,
λοιπόν, στον εαυτό μας, ζυμωθήκαμε με τις εθνικές διεκδικήσεις των λαών
μας, τρώμε τις σάρκες μας και δεν αφήνουμε το κοινό Ποτήριο να μας
ενώσει, ούτε τους Ορθοδόξους εννοώ. Έχουμε έλειμμα της οικουμενικής
αποστολής μας και προσπαθούμε να την αναπληρώσουμε με προσκόλληση στο
γράμμα. Έχουμε μειωμένη αυτοσυνειδησία και γι’ αυτό δεν αποφασίζουμε να
παρουσιάσουμε κρυστάλλινο το λόγο του Ευαγγελίου στο παγκόσμιο
χρηματιστήριο των αξιών. Δεν έχουμε ταπείνωση για να παραδεχτούμε την
αλήθεια, ότι δε ζούμε «κατά Χριστόν» και για να καθησυχάζουμε τη
συνείδησή μας, ανυψώσαμε τους τύπους σε δόγματα. Τελικά, φαίνεται ότι
έχουμε ελλειματική πίστη στο Χριστό, γι’ αυτό διστάζουμε να πατήσουμε
επάνω σε φίδια και σε σκορπιούς, με βεβαιότητα ότι τίποτε δε θα μας
βλάψει.
Αυτή
η έλειψη πίστεως και αυτοπεποιθήσεως δημιουργεί την ιεραποστολική
νωχελικότητα των ορθοδόξων, μειώνει τη δραστικότητα του Ευαγγελίου στην
εποχή μας, δεν ανανεώνει την Εκκλησία μας εσωτερικά και της κόβει και
την οικουμενική προοπτική.
Χρειάζεται,
λοιπόν, να ξαναγυρίσουμε στην αρχή μας, στη βάση μας. Χρειάζεται να
δοκιμάσουμε ξανά, πόσο στέρεος είναι ο λίθος επάνω στον οποίο στέκεται η
Εκκλησία σήμερα. Όταν λέω «στέκεται» εννοώ όχι σαν κατεστημένη εξουσία,
αλλά σαν πνευματικό γεγονός. (Πιστέψτε με, όταν στις καταθέσεις
στεφάνων περνώ με τους επισήμους μπροστά από την μπάντα που παιανίζει,
διερωτώμαι τι να σκέπτονται άραγε για μένα οι στρατιώτες που
παρουσιάζουν όπλα.)
Χρειάζεται,
από την αρχή, να εξετάσουμε πόσο χρήσιμοι είμαστε στην κοινωνία
πνευματικά, όχι στο Κράτος θεσμικά. Αλλιώς είχε αρχίσει αυτή η σχέση: το
αναμφισβήτητο πνευματικό ειδικό βάρος μας στην κοινωνία, το πήρε η
Πολιτεία και το τίμησε θεσμικά. Σήμερα, τι ισχύει; (δεν αντέχω την
απάντηση)
Επανέρχομαι
στο ότι χρειάζεται να προβληματιζόμαστε σε κάθε εποχή∙ και στη δική
μας, να επανεξετάσουμε τη δραστικότητα του Ευαγγελίου, όχι επειδή
αμφιβάλλουμε αλλά επειδή είναι ανάγκη να εμπιστευθούμε το Χριστό περισσότερο. Χρειάζεται να μας προστεθεί πίστη.
Η
Πίστη μας έχει οικουμενική δυναμική. «Οικουμενική» δεν εννοώ
γεωγραφικά, αλλά μεθοδολογικά και ιεραποστολικά. Όμως, ούτε οι ίδιοι θα
πεισθούμε γι’ αυτό, ούτε κανέναν θα μπορέσουμε να πείσουμε, ούτε το
παραμικρό οικουμενικό αποτέλεσμα θα φέρουμε, αν δεν είμαστε
θωρακισμένοι εσωτερικά. Αλλιώς, που να πάμε ξυπόλητοι στ’ αγκάθια;
Θα γίνουμε σαν κι εκείνους που τους είπε ο Χριστός, ότι περιάγουν «την θάλασσαν και την ξηράν ποιήσαι ένα προσήλυτον...»
Η
οικουμενική δράση μας χρειάζεται να αρχίσει από μέσα μας, από το
εσωτερικό της Πίστεώς μας και να επικεντρωθεί σε όσους συμπατριώτες μας
έχουν να βρεθούν σε Εκκλησία από την ημέρα που τους βάπτισαν.
Ποιός
δεν το αντιλαμβάνεται, ότι στην ελλαδική κοινωνία μας, ολοένα και
λιγοστεύουμε, όσοι ξέρουμε την αξία της λατρευτικής και της μυστηριακής
ζωής! Εξάπαντος χρειάζεται να αποκρυπτογραφήσουμε την «κατά Χριστόν ζωή»
και να προτείνουμε σε όσους δεν τη γεύθηκαν ποτέ, τόσο την ωφελιμότητά
της, όσο και την ομορφιά της (δίπλα μας υπάρχουν 40ρηδες, 50ρηδες,
τεχνοκράτες, οικογενειάρχες, καλής πάστας, με ευγένεια χαρακτήρος και με
καχυποψία, όμως, που τους κρατά μακρυά μας).
Να
τους προτείνουμε να τη ζήσουν αφού τη διαπιστώσουν οι ίδιοι («γεύσασθε
και ίδετε») κι όχι επειδή τους το λέμε εμείς η κάποιες Οικουμενικές
Σύνοδοι.
Τα
δόγματά μας, αν θέλουμε να είναι και σήμερα δείκτες ζωής, δεν μπορεί να
αντιμετωπίζονται ως μαθηματικά αξιώματα. Κι αν είναι δείκτες ζωής θα
είναι της δικής μας ζωής, όχι της ζωής άλλων, άλλοτε («ουκέτι δια την
σην λαλιάν πιστεύομεν∙ αυτοί γαρ ακηκόαμεν και οίδαμεν ότι ούτος εστιν
αληθώς ο σωτήρ του κόσμου ο Χριστός» (Ιω. 4, 42).
Σήμερα,
είναι αλήθεια, ότι στον τόπο μας, στην Πατρίδα μας, δεν εμπνεόμαστε από
την οικουμενική διάσταση του Ευαγγελίου, που την περιγράφω σαν έξοδο
από τον εαυτό μας για μια συνάντηση με τον έλληνα ακατήχητο, κατ’ αρχήν
κι έπειτα με όλους τους παρόμοιους. Καί ξέρετε
γιατί δεν υπάρχει αυτή η εκρηκτική προοπτική; κατά την γνώμη μου.
Επειδή, αισθανόμαστε εμείς και δίνουμε την εντύπωση και στους άλλους ότι
είμαστε ένα μουσείο ιερών λειψάνων του παρελθόντος, της γλώσσης, του
τυπικού, του τελετουργικού, της ενδυματολογίας, κ. α. Εμείς ξέρουμε τι
αξία έχουν όλα αυτά, ως εργαλεία όμως, όχι ως στόχοι. Το «άνοιγμα» όλων
αυτών, δεν γίνεται να δαιμονοποιείται ασυζητητί.
Ο Φλωρόφσκυ δεν είπε «πίσω στους Πατέρες» για να οπισθοδρομήσουμε εκεί, είπε να πάμε μπροστά «μαζί με τους Πατέρες».
Λέμε
ότι ο κόσμος σήμερα δεν έχει πυξίδα. Δεν έχει, επειδή η Εκκλησία δε
γεννάει δόγματα∙ τα δόγματα είναι δείκτες ζωής. Μα, για να γεννηθούν
δόγματα, χρειάζεται να προηγηθεί πνευματικός τοκετός, δυναμικός
προβληματισμός, παλαίστρα, κονταροκτυπήματα.
Πέρασε
η εποχή που οι άνθρωποι δεν αμφισβητούσαν εύκολα τα λόγια μας κι ἂν τα
αμφισβητούσαν δεν το εξέφραζαν. Σήμερα χρειάζεται να πείσουμε για τα
πάντα. «Κανενός δε θα πείσεις την καρδιά, αν ο λόγος δεν βγαίνει απ’ τήν
καρδιά σου, κανενός δε θα πείσεις τη ζωή, αν η ζωή σου δεν είναι
ματωμένη».
Να
ανοίξουμε, λοιπόν, την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη και να
αφήσουμε τη φράση: «οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε ετούτο ή το άλλο»
χωρίς να παραπέμπουμε σε κανέναν Πατέρα. Να κατανοήσουμε ότι οι Πατέρες
μας δεν ήταν πιόνια στη σκακιέρα του Θεού, αλλά ελεύθερες υπάρξεις που
φαγώθηκαν με τα ρούχα τους προκειμένου να δουν τη δόξα του πραγματικού
(Χρυσ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος).
Να ξαναμιλήσουμε για το Χριστό, (αναφέρομαι
σχετικά στην έκδοση του Μp 3 με το κείμενο της Καινής Διαθήκης σε
μετάφραση) χωρίς μεγάλες κουβέντες, πομπώδεις φράσεις και θεολογικά
συμπλέγματα.
Βρίσκω ο ίδιος άρθρα σε περιοδικά, που τα διαβάζω και δεν τα καταλαβαίνω∙
μαθαίνω ότι και μερικά σχολικά εγχειρίδια θρησκευτικών, είναι ανυπόφορα.
Να πάψουμε τις μεγάλες κουβέντες για θέωση, για νήψη και για θαύματα.
Να
ομολογήσουμε την ανεπάρκειά μας, για να μην ξαφνιάζεται ο κόσμος όταν
«βγαίνουν στον αέρα» σκάνδαλα. Να καταθέσει ο καθ’ ένας μας, την όση
ταπεινή προσπάθεια κάνει για να λυτρωθεί από την αμαρτία.
-Γέροντα, είδες αγγέλους στο Άγιον Όρος; -Όχι, παιδί μου, εγώ μέχρι τώρα μόνο δαίμονες βλέπω, που τους πολεμώ!
Να
ξανακάνουμε σκοπό μας την αγιότητα, αφού πρώτα συμφωνήσουμε στον ορισμό
της αγιότητος. (άγιος είναι ο μετανοημένος αμαρτωλός κι όχι ο
θαυματοποιός ή ο καζαμίας)
Να
παραδεχτούμε ότι και οι άγιοι Πατέρες μας έκαναν λάθη και να
διαλαλήσουμε ότι αγιότητα δεν είναι η αναμαρτησία, αλλά η βαθειά
συναίσθηση της αμαρτωλότητος.
Να
πάψουμε να κακολογούμε τους Επισκόπους στην Πατρίδα μας, παγκόσμια
ορθόδοξη πρωτοτυπία γκρεμίζοντας έτσι ολόκληρο το εκκλησιολογικό μας
οικοδόμημα, γιατί θα πάθουμε το «ει αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε...(Γαλ. 5,15).
Να γίνουμε φιλάνθρωποι με τον αμαρτωλό, με τον αιρετικό και τον άθεο και τέλος, να υψώσουμε τη φωνή μας ενάντια σε κάθε αδικία.
Να
μάθουμε πρώτα εμείς και έπειτα να διδάξουμε στα νέα παιδιά, πως να μη
φοβούνται τη ζωή κι έπειτα πως να νικούν το θάνατο. (Θα έχετε δει το
σύνθημα στους δρόμους «υπάρχει ζωή πριν το θάνατο;»)
Κοντολογίς, να γίνουμε αλάτι, ειδ’ άλλως ας πεταχτούμε στο δρόμο.
Και
αφού τα κάνουμε αυτά, αφού δηλαδή, κάνουμε την Εκκλησία στην Πατρίδα
μας Ορθόδοξη κοινότητα με οικουμενική διάσταση, τότε∙ με αυτήν την
εμπειρία του Χριστού, ως εξάρτυση∙
να βγούμε να παλέψουμε στα μαρμαρένια αλώνια των ιδεών,
να βγάλουμε την πνευματική πραμάτεια μας στον πάγκο, όπως οι παραγωγοί στη λαϊκή αγορά,
να
πούμε, «ορίστε, κόσμε, εμείς οι ορθόδοξοι από την αγιότητα των
χαρισματικών φορέων μας, από την Παράδοσή μας, από την αμαρτωλή εμπειρία
μας, από την 2χιλιοχρονη πάλη μας με το Θεό, αυτήν την πρόταση ζωής
έχουμε να προτείνουμε στον πλανήτη.
Έτσι,
προσωπικά, εννοώ την οικουμενική αποστολή της Εκκλησίας, που δε
σταμάτησε ποτέ, δεν ολοκλήρωσε το έργο της, αφού ο Χριστός δεν κοιμήθηκε
εκείνο το βράδυ στον κήπο της Γεθσημανή.
Αλλιώτικα οι Ορθόδοξοι δεν μπορούμε να μιλάμε (και γι’ αυτό δε μιλάμε) για Οικουμενικότητα της Εκκλησίας μας.
Όμως,
όσο χρειάζεται το οικουμενικό μήνυμα του Ευαγγελίου ο δικός μας
Ορθόδοξος Ελληνικός κόσμος, άλλο τόσο το χρειάζεται και ο έξω από την
Ορθοδοξία κόσμος.
Χρειάζεται επανευαγγελισμό η δύσμοιρη Ευρώπη που ακόμα την εκδικούμαστε για τον Καρλομάγνο,
χρειάζεται την τρυφερότητά μας το Ισλάμ της πνευματικής Τουρκίας,
χρειάζεται την αποδοχή της λησμονιάς η Ορθοδοξία της Βουλγαρίας,
χρειάζεται κατανόηση η Εκκλησία των Σκοπίων,
χρειάζεται την αντισιωνιστική ειλικρίνειά μας ο εβραϊκός κόσμος,
χρειάζεται προσγείωση το τσαρικό ανεμόπτερο της Ρωσίας, για να μη συντριβεί.
Χρειάζεται να βγάλουμε την Αμερική από την πρόσφατη αλλοφροσύνη που την οδήγησε το δίπολο «εξέλιξη ή δημιουργία»;
Χρειάζεται
μια Ορθόδοξη συμπόρευση με το πείραμα του Cern για να λυτρωθεί από την
ψευδαίσθηση ότι θα ανακαλύψει το γονίδιο του Θεού.
Χρειάζεται,
όμως, και να πάρουμε στα σοβαρά τα νεώτερα πορίσματα πολλών επιστημών
προκειμένου να τα «παντρέψουμε» με την Αγία Γραφή και την εκκλησιαστική
μας εμπειρία, μήπως αναχθούμε έτσι σε μια ανώτερη αλήθεια, την οποία
ενδεχομένως θέλει να μας αποκαλύψει ο Θεός. («Πολλά απεσιώπησεν η γραφή∙
παρέλειπεν δε η ιστορία τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα, εξ ολίγων αφορμήν
παρεχομένη επιλογίζεσθε τα υπόλοιπα», έγραφε το 370 ο Μέγας Βασίλειος).
Να
το καταλάβουμε κάποτε∙ η Αγία Γραφή δεν είναι επιστημονικό βιβλίο, αν
ήταν, έπρεπε να κλείσουν όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου.
Χρειάζεται να εγκαταλείψουμε την ενορχηστρωμένη καχυποψία απέναντι στον Πολιτισμό, όσο καλό κι αν είναι το άλλοθι μας.
Χρειάζεται
ερμηνεία το φαινόμενο της οικονομικής κρίσεως που διερχόμεθα∙ ερμηνεία
όχι τραπεζική, ούτε φιλανθρωπική, ούτε «πνευματική». Αλλά ερμηνεία των
λόγων του Χριστού για το δίπολο Θεός-μαμωνάς.
Τότε να βγούμε να συναντήσουμε τον Ρωμαιοκαθολικό και να του εξηγήσουμε, πως τον λοξοδρομεί το δόγμα της εξουσίας του.
Τότε να βγούμε να εξηγήσουμε στον Προτεστάντη, πως τον χιλιοκομμάτιασε η απόρριψη της ενιαίας εκκλησιαστικής Παραδόσεως.
Τότε
να προκαλέσουμε σε δημόσιο διάλογο το Χιλιαστή, προκειμένου να
ανατρέψουμε τις χριστολογικές δοξασίες του. (όχι δεν πας φαντάρος, δε
δίνεις στο παιδί σου αίμα)
Έτσι
μας χρειάζεται ο κόσμος! διαφορετικά, ερμηνεύστε, αν μπορείτε, τη
δουλειά που έκανε ο Προηγούμενος της Μονής Φιλοθέου π. Εφραίμ στην
Αμερική και στον Καναδά. Σήμερα αντιγράφει, αύριο θα κλονιστεί, θα
πέσει, όμως μεθαύριο θα πατήσει στα πόδια της.
Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, η Ορθοδοξία «ανοίγεται» και νικά!
Κάθε φορά που θα ανοίγεται θα νικά, κάθε φορά που θα την «κλείνουμε», θα την καταδικάζουμε στο να γίνει ιδεολογία.
Αν η πίστη μας έχει αλήθεια, δεν έχει ανάγκη τα ψιμμύθια του παρελθόντος, ούτε τις φοβίες του μέλλοντος.
Η Εκκλησία μεταποίησε κι έπειτα στήριξε την αυτοκρατορία, γιατί να φοβηθεί την παγκοσμιοποίηση;
Το
Ευαγγέλιο με τα «σπαστά ελληνικά» του, πάλεψε και νίκησε την ελληνική
φιλοσοφική διανόηση. Γιατί να μη νικήσουμε τους αφελείς σχεδιασμούς της
Νέας Εποχής;
Η λαϊκή ρωσική ευσέβεια νίκησε την κομμουνιστική απάτη, γιατί να μη νικήσει την καπιταλιστική σχιζοφρένεια;
Πρώτα,
λοιπόν, η εσωτερική καλλιέργειά μας σε μια οικουμενική διάνοιξη της
υπάρξεώς μας και έπειτα η προς τα έξω οικουμενική ομολογία, με
αυτοπεποίθηση και πίστη στο Χριστό.
Εμείς, σήμερα, τι κάνουμε στην Ελλάδα;
Καταντήσαμε περπατούσες εγκυκλοπαίδειες δογματικής,
οσφραινόμαστε έναν αιρετικό από μίλια μακρυά, κι αν δε βρούμε, βαφτίζουμε εύκολα κάποιους∙
επιδεικνύουμε
μια εικόνα προτεσταντικής ερμηνευτικής, Πηδάλιο, παραγωγή γεροντικών
προτύπων, σωρηδόν αγιοποιήσεις μοναχών και ιερομονάχων,
υστερικού φανατισμού, Ορθοδοξία ή θάνατος, τον πάπα να καταράσθε,
φοβικής
συνωμοσιολογίας, Πρωτόκολλα των σοφών της Σιών, 666, κάρτα του πολίτη,
μεσσαιωνικής σημειολογίας, συντέλεια του κόσμου, οικουμενισμός,
προφητικής μελλοντολογίας, π. Παίσιος∙ Πόλη, Β’ Παρουσια,
«Ιεροποιούμε» ή «δαιμονοποιούμε» τα ιερά κείμενα και δεν κατεβαίνουμε από το άρμα της κατά γράμμα θεοπνευστίας.
Καταφεύγουμε στο παρελθόν και στο μέλλον, λες και δεν έχουμε να πούμε τίποτε για το παρόν.
Έτσι
που κάνουμε∙ πρώτοι οι πιστοί αισθάνονται άβολα, μέσα σε μια τέτοια
Εκκλησία που τους στιγματίζει και τους κάνει δακτυλοδεικτούμενους κι
έπειτα οι χλιαροί∙ δεν τολμούν μεν να αποποιηθούν το βάπτισμα, αλλά δε
θέλουν να έχουν καμμία σχέση με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, παρά
μόνο με την κοινωνική.
Φοβάμαι ότι χάνουμε το τραίνο
Όταν
η Ελλάδα μπήκε στην Ε.Ε. η Le Monte έγραψε πρωτοσέλιδο: «καλωσορίζουμε
τη Χώρα της Φιλοκαλίας». Στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα
όλη η Ευρώπη ψυχανεμίζονταν ότι η Ορθοδοξία θα αρθρώσει λόγο πρωτότυπο
και δυναμικό. Δεν τον ακούσαμε.
Ο Ράνσιμαν είχε πει ότι ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας της Ορθοδοξίας.
Δεν τον βλέπω, ακόμα!
Αν
αργήσουμε, η Ιστορία θα μας προσπεράσει. Ο ποιητής ρωτάει: «αγάπη πού
’ναι η εκκλησιά σου, βαρέθηκα πια τα μετόχια» (Γ. Σεφέρης).
Τα
συμπτώματα του σημερινού κόσμου οφείλονται στα υποκατάστατα της
χριστιανικής ζωής και στις αυθαίρετες ερμηνείες του Ευαγγελίου. Αυτά
είναι τα μετόχια!
Αλλά αν αργήσουμε, θα συμβεί και κάτι χειρότερο: θα απογοητεύσουμε.
Τότε
δε θα μας μείνει παρά να κλείσουμε το στόμα μας για πάντα, να βάλουμε
το Ευαγγέλιο σ’ ένα σκονισμένο ράφι βιβλιοθήκης και να βολέψουμε, όπως
όπως, τη συμβιβασμένη και υποκριτική ζωή μας καθώς θα τρώγεται με τις
ζωές και τις υπολήψεις των άλλων.
«Καιρός του ποιήσαι», λοιπόν. «Καθαρθήναι είτα καθάραι», αυτό θα πει Ορθόδοξη Οικουμενικότητα.
Να ανοίξουμε την Εκκλησία στον κόσμο και να μετασχηματίσουμε τον κόσμο σε Εκκλησία.
Να
φωτίσουμε τα πάντα μὲ το Χριστό, τίποτε άμοιρο, τίποτε ξένο, τίποτε
εχθρικό να μην υπάρχει γύρω μας. «Τα πάντα δείται σταυρού» και «υπέρ
πάντων Χριστός απέθανε».
Να μην κλειστούμε άλλο στον εαυτό μας,
Να ξεγίνουμε από θρησκεία και να γίνουμε Εκκλησία του «σύμπαντος κόσμου».
Κάποτε,
το να μην «ανοίγεσαι», φτιάχνει προφίλ, δεν προδίδει και την ένδειά
σου, όμως, τώρα, ήρθε η ώρα μας∙ το θέλουμε; το μπορούμε;
«Τα αδύνατα παρ’ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστιν».
Σαν συμπέρασμα∙
Στον τόπο μας μόνο η Εκκλησία μπορεί να αναλάβει οικουμενικό ρόλο,
η Πατρίδα μας πια, όχι! Και προσέξτε∙
Ο,τι είναι Ορθόδοξο χριστιανικό, είναι και οικουμενικό αλλιώς προτεσταντίζει.
Ο,τι είναι Ορθόδοξο χριστιανικό οικουμενικό, είναι και ελληνικό.
Ο,τι είναι ελληνικό, πάντα ήταν ανοιχτό. Γι’ αυτό οι έλληνες ανοίγονταν σε όλα και ελληνοποιούσαν τα πάντα.
Πήγαιναν
μετανάστες και έκαμναν τους εκεί γηγενείς έλληνες. Έρχονταν λαοί ως
μετανάστες, τους κοινωνούσαν την Παιδεία τους και έτσι τους έκαμναν
φίλους. Τώρα δεν έχουμε Παιδεία να τους δώσουμε γι’ αυτό τους κάναμε
ξένους, εχθρούς.
Ο
επανευαγγελισμός των πιστών μας, ημών των ιδίων, θα είναι πράξη
οικουμενικών διαστάσεων, αφού είτε το θέλουμε είτε όχι, το κατασάρκιο
της Ορθοδοξίας είναι ελληνικής κατασκευής και ολόκληρη η Εκκλησία κυλάει
πάνω σε ρόδες ελληνικών προδιαγραφών.
Η
ελληνική Ορθοδοξία, σήμερα, δεν έχει φωνή στο ευρύτερο πνευματικό
γίγνεσθαι. Έχει μόνο μια εμπειρία, που τη σέρνει σαν λείψανο από το
παρελθόν και που κάποτε, καταντάει ειδωλολατρία.
Διερωτώμαι∙ στέρεψε άραγε από μας η έμπνευση; Από την Εκκλησία μας, εννοώ.
Ο ελληνισμός ξεκομμένος από την Εκκλησία δεν έχει έμπνευση πια.
Ο,τι
ελληνικό άξιζε, μας το πήραν μαζί με τα Ελγίνεια και στις Χώρες
εκείνες, δημιουργήθηκαν Πανεπιστημιακές Έδρες ελληνικών γραμμάτων,
ελληνικής γλώσσας, ανθρωπιστικές επιστήμες κ.λ.π.
Όμως
εκείνη η παραγωγή χρειάζονταν να εμπλουτίζεται από την Ελλάδα. Δεν
έγινε κάτι τέτοιο. Όχι μόνο δεν τροφοδοτήθηκε από εμάς, αλλά
εγκαταλείφθηκε κιόλας. Απαξιώθηκε τραγικά.
Άρα, τελειώσαμε.
Λέμε∙ «βαρειά μας βιομηχανία είναι ο πολιτισμός μας».
Προ μηνών κάποιος μου είπε ότι πήγε στη Δήλο και παραμέριζε τα χόρτα για να διαβάσει τις επιγραφές κάτω από τα αγάλματα.
Οι
απεργίες στην Ακρόπολη και τα πανώ στα Προπύλαια δήλωσαν όχι κοινωνία
του αρχαίου πνεύματος, αλλά μόνο διαχείρηση και μάλιστα κακή διαχείρηση.
Η γλώσσα μας φτώχυνε τραγικά και όταν η Εκκλησία αδήρητα κάποια στιγμή
θα την βγάλει από την λατρεία, στην ουσία θα την κηδεύσει. Η κλασσική
παιδεία είναι ανύπαρκτη. Η Ιστορία μας γελοιοποιήθηκε από το Χόλλυγουντ
(Μ. Αλέξανδρος, Τροία, Θερμοπύλες).
Γι’
αυτό επιμένω ότι, μόνο η Εκκλησία μπορεί να δώσει χρώμα και ταυτότητα
στην εθνική φυσιογνωμία της Χώρας, αν φυσικά το θέλει η Χώρα μας και όσο
το θέλει. Χωρίς την εκκλησιαστική καθημερινή ζωή, η Πατρίδα μας δεν
έχει ιδιοπροσωπία, δεν μπορεί να διεκδικήσει πρότυπη φυσιογνωμία. Στη
σύγχρονη Παιδαγωγική διαπιστώνουμε προσπάθεια αναδείξεως των ελαχίστων
ιδιαιτεροτήτων ενός παιδιού, της όποιας διαφορετικότητος που
χαρακτηρίζει και αναδεικνύει το «κάτι άλλο». Φανταστείτε, λοιπόν, μια
Χώρα σαν τη δική μας, χωρίς την ανάδειξη της εκκλησιαστικής παραδόσεώς
της, έτσι όπως αυτή καλλιεργείται μέσα στους Ναούς και διαχέεται στην
καθημερινότητα των ελλήνων. Τί θα περισσεύσει
στην περιρρέουσα ελλαδική ατμόσφαιρα, αν αφαιρεθεί το εκκλησιαστικό
τελετουργικό, το λατρευτικό τυπικό, η εορτολογική αλυσίδα, η η βιβλική
ορολογία;
Θέλετε να σας πω παράδειγμα προς αποφυγήν;
Η
Ε.Ε. που οραματίστηκε τον εαυτό της να υπάρχει και να δραστηριοποιείται
όχι μόνο χωρίς τη χριστιανική προμετωπίδα στο Σύνταγμά της αλλά, το
κυριώτερο, χωρίς πνευματική θωράκιση, δεν υποψιάστηκε ότι έπρεπε να
προηγηθεί πνευματική σύγκληση, για να επιτευχθεί η οικονομική. Τα
οικονομικά μεγέθη δε φέρνουν κοντά τις καρδιές, δεν εξομαλύνουν τις
διαφορές. Τώρα που η οικονομική Ένωση παραπατάει και πολλοί προβλέπουν
ότι θα σωριστεί, παρασέρνει μαζί της κι έναν ολόκληρο κόσμο ιδεών και
πραγμάτων που συστάθηκαν σε πολιτισμό κάτω από τη σκια του Σταυρού. Τώρα
που έκοψε τον ομφάλιο λώρο της με τη ζωή, υπάρχει το ενδεχόμενο «την
επισκοπήν» αυτής να λάβει «έτερος» (Ψαλμ. 108,8).
Αγαπητοί μου∙
Ίσως
να έχει φτάσει ο καιρός για την «ήττα» της Ορθοδοξίας. Μια ήττα που θα
δώσει τη δυνατότητα για να βάλουμε αρχή, νέα αρχή, που δε θα στηρίζεται
στη δύναμη και την εξουσία που υπόσχονται νίκες και κυριαρχίες, αλλά
στην αξιοποίηση της αποτυχίας, στο κέρδος που ανθίζει από την αποδοχή
της αστοχίας. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, δεν μπορεί παρά να έχει
δίκαιο, όταν σημειώνει∙ «ύστερ’από τόσες μεγάλες νίκες στην ιστορία,
χρειάζονται τώρα και μερικές μεγάλες ήττες». (Χρυσ. Σταμούλη, Έρως και
θάνατος).
Ας
νικηθούν όλα όσα στην Πατρίδα μας πήραν τη θέση της Εκκλησίας∙ το σπίτι
της εσωστρέφειας, το μαγαζί της εξουσιαστικότητας, η συντεχνία της
θεσμικής επάρκειας, η ομάδα της αλαζονείας και της υποκρισίας, το
σωματείο της αυταρέσκειας. Ας επανέλθει το θρησκευτικό σχήμα σε Οίκο από
τον οποίο δε θα λείπει ὁ Χριστός, αὐτὸς ποὺ κάνει τὴν Ἐκκλησία
Ἐκκλησία, αὐτὸς ποὺ σαρκώνει τὴν ἐλπίδα τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ
σώματος καὶ ἀποδεικνύεται ἡ μόνη ὑπόστασή τους.
Πιστεύω ἀκράδαντα ὅτι τότε, ὁ νικημένος Ἰησοῦς, θὰ ξανανικήσει γιὰ χάρη μας τὸν κόσμο του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου