Αντωνίου Χατζόπουλου
Μελουργία, Τ.Α’, Θεσσαλονίκη, 2008, σελ. 131-139.
Μία
σχετικά άγνωστη περίοδος στη ζωή του μεταρρυθμιστή
της εκκλησιαστικής μουσικής γραφής Χρυσάνθου
του εκ Μαδύτων, ενός εκ των τριών δασκάλων, είναι το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών
1835-1843, κατά το οποίο ο Χρύσανθος ήταν Μητροπολίτης Σμύρνης και στη συνέχεια
Προύσης. Πρόκειται για τα τελευταία χρόνια δράσης του
μουσικοδιδάσκαλου της πρώτης Πατριαρχικής Μουσικής Σχολής, τα οποία πέρασε στην αφάνεια και σε σχετική
δυσμένεια με το Πατριαρχείο. Οι Οικουμενικοί Πατριάρχες Γρηγόριος ο Στ ΄ και Γερμανός ο Δ΄ σε επιστολές που του
απευθύνουν, του προσάπτουν βαριές κατηγορίες
όπως φιλαργυρία, εγκληματική αδιαφορία στον αγώνα κατά των Προτεσταντών και αμέλεια στα ποιμαντικά-αρχιερατικά του καθήκοντα[1].Οι
επιστολές αυτές εκφράζουν τη δυσαρέσκεια του Πατριαρχείου εκείνον, που τόσο πολύ είχε υμνηθεί από το ίδιο μόλις λίγα χρόνια
πριν και του είχε ανατεθεί η διάδοση της νέας μεθόδου της μουσικής μέσα από την επίσημη Μουσική Σχολή του Πατριαρχείου[2]. Μία από τις ελάχιστες
πληροφορίες που έχουμε για το μουσικό του έργο μετά το 1821, που είναι και το
τελευταίο έτος λειτουργίας της πρώτης Μουσικής Σχολής στην Πόλη, αναφέρει ότι κατά τη θητεία του ως
Μητροπολίτης Σμύρνης είχε δημιουργήσει πολλούς εκκλησιαστικούς χορούς , εκπαιδευτήρια και
ένα λοιμοκομείο[3].
Από
τις δώδεκα συνολικά επιστολές των δύο Πατριαρχών μόνο η μία θα λέγαμε ότι είναι επαινετική, καθότι μόνο σ’ αυτή
φαίνεται ο Χρύσανθος να συμμορφώνεται προς τις εντολές της Μεγάλης Εκκλησίας.
Στις υπόλοιπες επιστολές διαφαίνεται
σαφώς ότι ο Χρύσανθος δεν ασπάζεται τις προτροπές του Πατριαρχείου αναφορικά με
την προστασία του ποιμνίου και των
μαθητών από τους Λουθηροκαλβινιστές και κατηγορείται έντονα γι’ αυτό.
Επίσης κατηγορείται για οικονομική
κακοδιαχείριση και για φιλαργυρία που
σκανδαλίζει τους πιστούς. Τέλος δύο τελευταίες επιστολές που λαμβάνει από
το Πατριαρχείο, τον κατηγορούν για μη
τήρηση των παραδόσεων, για αμέλεια των δικαίων του ποιμνίου του και τον
προτρέπουν για μετάνοια.
Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Στ΄, που συν τοις
άλλοις ήταν γνώστης και προστάτης της
εκκλησιαστικής μουσικής[4], απευθύνει προς το Χρύσανθο συνολικά δέκα επιστολές κατά την διάρκεια της πρώτης
του πατριαρχίας (1835-1840), ενώ ο Πατριάρχης
Γερμανός ο Δ΄ επίσης κατά την πρώτη του
πατριαρχία (1842-1845) στέλνει δύο
επικριτικές επιστολές προς το Χρύσανθο. Από τις δέκα επιστολές του
Γρηγορίου οι τέσσερις στέλνονται το 1835 και
το 1836, όταν ο Χρύσανθος ήταν Μητροπολίτης Σμύρνης, οι δε υπόλοιπες έξι ανάμεσα στο 1839 και
1840, όταν ο Χρύσανθος ήταν Μητροπολίτης Προύσης.
Από τις τέσσερις πρώτες
(1835 η μία και 1836 οι τρείς) που του απευθύνει, όταν ο Χρύσανθος
ήταν Μητροπολίτης
Σμύρνης,
μόνο η μία της 18ης
Δεκεμβρίου 1835 τον επαινεί ότι συμμορφώθηκε στις εντολές της Εκκλησίας σχετικά με ένα
μετόχι, και αυτό όμως κατόπιν υποδείξεων του θρόνου. Οι υπόλοιπες τρεις
στάλθηκαν από το Γρηγόριο το έτος 1836, οι δε δύο
από αυτές τον κατηγορούν ευθέως για φιλαργυρία. Η
τρίτη επιβάλλει στη Μητρόπολη Σμύρνης μία προσωπικότητα της εποχής, τον ιατρό
Μαρτίνο Κλάδο, για να καταπολεμηθεί δεόντως
ο Λουθηροκαλβινισμός, κάτι που όπως φαίνεται και στη συνέχεια δεν
πράττει ο Χρύσανθος.
Σε επιστολή που φέρει
ημερομηνία 28.4.1836, ο Γρηγόριος γνωρίζοντας ίσως
εκ των προτέρων το χαρακτήρα του Χρυσάνθου τον προτρέπει να μην αναμιχθεί στα
περιουσιακά στοιχεία του θανόντος τιτουλαρίου επισκόπου στη Σμύρνη Λεοντίου. Να
μην «αναμιχθεί
ποσώς», είναι η
χαρακτηριστική έκφραση της επιστολής.
Στο ίδιο πνεύμα και
σχετική με οικονομικά θέματα είναι και η επιστολή που έλαβε ο Χρύσανθος ως Σμύρνης, η
οποία στάλθηκε στις 3.10.1836. Τη φορά αυτή ο Οικουμενικός
Πατριάρχης
χρησιμοποιεί οξείες εκφράσεις και τον
καλεί να αλλάξει χαρακτήρα. Από
την επιστολή φαίνεται ότι ο Χρύσανθος είχε δυσαρεστήσει σφόδρα τους πιστούς με
το φιλάργυρο τρόπο του. «Ίνα παύσει
δουλεύων τω Μαμμωνά», είναι η χαρακτηριστική έκφραση του Οικουμενικού
Πατριάρχη[5].Ανάμεσα
στις δύο παραπάνω, το ίδιο έτος λαμβάνει
επιστολή με χρονολογία 27.5.1836. Πρόκειται για πατριαρχική εντολή προς καταπολέμηση των
Λουθηροκαλβινιστών, όπου ο
Γρηγόριος στέλνει τον ιατρό Μαρτίνο Κλάδου ως βοηθό του Χρυσάνθου,
προκειμένου αυτός να βοηθηθεί από τα φώτα και την επιρροήν του «πλήρους ζήλου υπέρ των Ορθοδόξων ανδρός» και να είναι
συνεργός και συναγωνιζόμενος. Η αποστολή αυτού του
ιατρού πάντως έχει
άμεση σχέση με την
προφανώς μη επαρκή αντιμετώπιση των
Λουθηροκαλβινιστών από το Χρύσανθο, καθώς στη συνέχεια ακολουθούν και άλλες παρόμοιες
επιστολές, που τον
κατηγορούν για βαριά αμέλεια πάνω στο ίδιο θέμα Στην επιστολή του
Πατριάρχη αναφέρεται ο υπέρ των ορθοδόξων ζήλος του ιατρού. Αυτός
ο τονισμός έρχεται να καλύψει το κενό
της ποιμαντορικής δράσης του Χρύσανθου στον τομέα αυτό και όπως φαίνεται παρακάτω υπήρχαν έντονες
αμφισβητήσεις των φρονημάτων του στο θέμα αυτό.
Η αρνητική αυτή στάση
του Γρηγορίου του Στ΄ που
παρατηρούμε στις επιστολές εξηγεί πιστεύω τρόπον τινά και τον «υποβιβασμό»[6] του Χρυσάνθου από την Σμύρνη στην Προύσα, που έγινε από
τον ίδιο το 1837, αμέσως δηλαδή μετά από τις παραπάνω επιστολές.
Ακόμη έξι επιστολές στέλνονται από το Γρηγόριο τον Στ΄,
όπως προαναφέρθηκε όταν ο Χρύσανθος είχε
μετατεθεί στη Μητρόπολη Προύσης.
Έτσι το 1839
λαμβάνει πέντε επιστολές και το 1840 μία
επιστολή. Στην επιστολή του Ιανουαρίου
του 1839 του ανακοινώνεται ότι θα
αποσταλεί ο μοναχός Μεθόδιος, που ήταν και «ελληνικός διδάσκαλος», και ο
οποίος
θα μπορεί να κηρύττει και το θείο λόγο, κάτι που έγινε.Παρατηρούμε
και πάλι ότι το Πατριαρχείο επιβάλλει
μία προσωπικότητα, προκειμένου να βοηθηθεί ο Χρύσανθος στο εκπαιδευτικό
έργο που αμελούσε, αλλά και στο κηρυκτικό έργο.
Στην επιστολή που φέρει ημερομηνία 24.2.1839, τον κατηγορεί
για αμέλεια προς τους νέους της Μητρόπολής του και για εγκληματική
ανοχή που επιδεικνύει απέναντι
στους Προτεστάντες,. Άφησε τους νέους της Προύσας «βοράν γενέσθαι των Λουθηροκαλβινιζόντων». Ο Γρηγόριος τον κατηγορεί για άκρα αδιαφορία και αμεριμνησία. Με τη
στάση του αυτή η
Μητρόπολή του έγινε άσυλο των Λουθηροκαλβινιζόντων οι οποίοι διδάσκουν
κακοδοξίες μέσα από τα βιβλία τους ακόμη και στα σχολεία..
Στην επιστολή που φέρει
ημερομηνία 16.4.1839, τον κατηγορεί ότι δε φρόντισε να
απομακρυνθούν από τα ελληνικά σχολεία της Προύσας οι προτεσταντίζοντες δάσκαλοι
και τα βιβλία τους, παρόλο που ο ίδιος το είχε υποσχεθεί
εγγράφως. Τον επιπλήττει με
σκληρή γλώσσα για αμέλεια προς τη νεολαία
της επαρχίας του, προς τους ομογενείς, αλλά και προς
τις αρχές. Ο Χρύσανθος κατά το Γρηγόριο βρίσκεται σε λήθαργο[7].
Μετά από λίγες μέρες, στις 9.5.1839, ακολουθεί
άλλη
επιστολή, στην οποία η Εκκλησία προβαίνει και πάλι σ’ ένα διορισμό. Πρόκειται
για αλληλοδιδάκτη
στην Προύσα. που το Πατριαρχείο τον επιβάλλει με μισθό
τετρακοσίων γροσίων, ποσό για το οποίο ο Χρύσανθος είχε
εκφράσει αντίρρηση προς το Πατριαρχείο. Επανερχόμενος ο
Γρηγόριος σε προηγούμενο
γράμμα του, προτρέπει το Χρύσανθο εκ νέου να θυμηθεί τις αδελφικές του
προτροπές, δηλώνει ότι δεν έχει καμία αμφιβολία «περί των ορθών φρονημάτων» του, τον νουθετεί να παραμελήσει την
αδιαφορία και να εκπληρώνει τα αρχιερατικά του χρέη, έχοντας «άγρυπνον όμμα» στους δύσκολους
καιρούς που οι Προτεστάντες είχαν
προπαγαντιστική δράση[8].
Με
την επιστολή της 26.5.1839 φαίνεται να
προκύπτει και πάλι οικονομικό ζήτημα και καλείται να πάει αμέσως στο Φανάρι, για να «λογαριασθεί» με τους
δανειστές του.
Η
επιστολή που στάλθηκε το 1840, τον
προτρέπει να μη μείνει κενή η θέση του Μεθοδίου ιερομονάχου που ο ίδιος ο Γρηγόριος είχε στείλει εκεί και
να βρεθεί αμέσως αντικαταστάτης του.
Το
αρνητικό κλίμα στις σχέσεις του Χρύσανθου-Πατριαρχείου συνεχίζεται και επί της
πατριαρχίας του Γερμανού του
Δ΄. Κατά την πρώτη του πατριαρχία του (1842-1845) ο
Γερμανός απευθύνει στο Χρύσανθο δύο επιστολές, που είναι
βαρύτατα επικριτικές [9].
Η μία στάλθηκε τον Οκτώβριο του 1842 και η άλλη τον
Ιανουάριο του 1843. Στην πρώτη ο Χρύσανθος κατηγορείται για την
μη τήρηση της αρχαίας παράδοσης, καθώς δεν καλούσε στις μητροπολιτικές συνάξεις
τους «γεροντοτέρους»[10]. Στη δεύτερη, που είναι και η τελευταία που λαμβάνει
ο Χρύσανθος, κατηγορείται και πάλι για αμέλεια του ποιμνίου και των δικαίων του. Ο
Πατριάρχης τον καλεί παράλληλα να μετανιώσει[11].
Προσπαθώντας να εξηγήσουμε
την αρνητική στάση των Πατριαρχών Γρηγορίου του Στ΄ και του Γερμανού του Δ’, θεωρούμε ότι ο ίδιος ο Γρηγόριος ήταν μάλλον αρνητικός προς τη μουσική μεταρρύθμιση που
είχε εγκριθεί από τη Μεγάλη Εκκλησία το 1815 μετά από πολλές δυσκολίες. Βρίσκει
τώρα άλλες
αφορμές για να επικρίνει το
Χρύσανθο. Κατά τα χρόνια της
επιβολής και καθιέρωσης της μουσικής μεταρρύθμισης ο Γρηγόριος υπηρετεί στα Πατριαρχεία ως διάκονος[12], και ασφαλώς
είναι ενήμερος όλων των συζητήσεων σχετικά
με τη μουσική μεταρρύθμιση. Έχει άποψη για το θέμα και γνωρίζει την
εν γένει στάση της Εκκλησίας απέναντι στο Χρύσανθο. Ακόμη τα χρόνια της
υπηρεσίας του Γρηγορίου στα Πατριαρχεία συμπίπτουν με το διάστημα της «προαγωγής»[13] του Χρυσάνθου σε
Μητροπολίτη Δυρραχίου. Έτσι όταν ο Χρύσανθος είχε μεταβεί το 1820 στο Δυρράχιο,
ο νέος τότε Γρηγόριος βρισκόταν ήδη στην πατριαρχική αυλή και σε θέσεις που
μπορούσε να παρακολουθεί τις μουσικές εξελίξεις, καθότι το 1824 ήταν ήδη Μέγας Αρχιδιάκονος (υπεύθυνος για την μουσική και τους πατριαρχικούς ψάλτες) και είχε διέλθει
όλα τα στάδια των πατριαρχικών διακόνων[14]. Ακόμη και η μετάθεση του Χρύσανθου
στη
Σμύρνη, που είναι μεν μεγάλη Μητρόπολη, μακριά όμως από την Πόλη και τις εξελίξεις, θεωρήθηκε ότι
έγινε επίτηδες, προκειμένου να κρατηθεί μακριά από το Πατριαρχείο[15].
Ο Χρύσανθος δεν
αποκλείεται να δείχνει πράγματι αμέλεια όσον αφορά το ποιμαντικό και
εκπαιδευτικό έργο προς τη νεολαία, αλλά και να
αδιαφορεί για το λαό
της Μητρόπολής του. Η
προσανατολισμένη προς την Ευρώπη μόρφωση και παιδεία του τον κάνουν ανεκτικό
προς τους Λουθηρανούς, και η συμπεριφορά του αυτή θεωρείται από το Γρηγόριο,
που ήταν παραδοσιακών αρχών, «εγκληματική».
Έτσι εξηγείται και η συνεχής μέριμνα του Πατριάρχη για αποστολή
αλληλοδιδάκτη, ιεροκηρύκων και δασκάλων
για να καταπολεμήσουν τους προτεσταντίζοντες δασκάλους και να προστατέψουν τους
νέους των σχολείων, αλλά και το ποίμνιο της Εκκλησίας από αυτούς. Από τις επιστολές φαίνεται καθαρά
και η αγωνία του Γρηγορίου για τη
διάδοση των προτεσταντικών ιδεών στα σχολεία στην επαρχία του Χρυσάνθου και ο
θυμός του για την παντελή αδιαφορία
του.
Είναι
σαφές από τις επιστολές ότι στους
κύκλους του Πατριαρχείου κυκλοφορούσαν απόψεις αρνητικές για τα φρονήματα του
Χρυσάνθου. Η αποστολή από δύο Οικουμενικούς Πατριάρχες αυτών των άκρως επικριτικών επιστολών προς το Χρύσανθο, με ευρύ φάσμα κατηγοριών (φιλαργυρία-οικονομική
κακοδιαχείριση- σκανδαλισμός ποιμνίου- αμέλεια προς τη νεολαία-ανοχή
προτεστατιζόντων δασκάλων στα σχολεία της επαρχίας του-ελλιπής εκτέλεση
ποιμαντικών καθηκόντων, μη σεβασμός προς
τους γεροντότερους, αμέλεια προς τα δίκαια του ποιμνίου του), η μετάθεσή του σε μικρή Μητρόπολη, την Προύσα, μετά από
τις κατηγορίες για φιλαργυρία, η αρνητική θέση
αρκετών μεταγενέστερων μουσικών κληρικών προς το μουσικό σύστημά του, είναι ισχυρές
ενδείξεις
για το ότι ο Χρύσανθος πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε απόλυτη
δυσμένεια
με το Οικουμενικό Πατριαρχείο[16].
Αντώνιος Χατζόπουλος, Αλεξανδρούπολη, 28.9.2004
Επιστολή 1, Κώδικας
ΙΗ΄, σελ. 88, 1835, «Τω Σμύρνης Χρυσάνθω
επαινετική ότι ανεμορφώθη ταις
εντολαίς και περί του Ελληνικού Μετοχίου, Δεκεμβρίου 18, 1835».
Επιστολή 2,Κώδικας
ΙΗ΄, σελ.129, 1836, «Τω Σμύρνης
Χρυσάνθω περί της περιουσίας του θανόντος επισκόπου
Λεοντίου (τιτουλαρίου εν Σμύρνη) ίνα μη αναμιχθή ποσώς, Απριλίου 28, 1836».
Επιστολή 3, Κώδικας
ΙΗ΄, σελ.142,1836, «Τω Σμύρνης Χρυσάνθω ίνα χρησιμοποιήση εις τον κατά των αυτόθι
Λουθηροκαλβινιστών πολεμίων του τον ιατρόν Μαρτίνον Κλάδον, Μαΐου 27,1836».
Επιστολή 4,Κώδικας
ΙΗ΄, σελ.175,(3 Οκτωβρίου 1836). «Τω
Σμύρνης Χρυσάνθω ίνα παύση δουλεύων τω
Μαμμωνά ίνα μη πάθη ως θρυλλείται, Οκτωβρίου 3, 1836».
Επιστολή 5, Κώδικας ΙΘ΄, σελ. 70-71, 24 Φεβρουαρίου 1839, «Τω Προύσης Χρυσάνθω σφόδρα επιτίμιον ότι αφήκε την νεολαίαν βοράν
γενέσθαι των Λουθηροκαλβινιζόντων διδασκάλων».
Επιστολή 6, Κώδικας ΙΘ΄, σελ.107-108, 1839. «Τω Προύσης Χρυσάνθω γράψαντι ότι απέβαλε
προτεσταντίζοντας διδασκάλους και βιβλία από των σχολείων, επιτίμησις ότι ουδεμίαν
είχε καταβάλλει ποιμαντικήν περί τούτου φροντίδα,Απριλίου 16, 1839».
Επιστολή 7, Κώδικας ΙΘ΄, σελ.117, 1839. «Τω Προύσης Χρυσάνθω ότι ο αλληλοδιδάκτης ούτε έρχεται, ειμή μισθούμενος
προς 400 γρόσια ως
προεγράφη διά του επισυναπτομένου Βεζίρ Μεκτουπύ, Μάϊος 9, 1839».
Επιστολή 8, Κώδικας ΙΘ΄, σελ.124, 1839. «Τω Προύσης Χρυσάνθω ότι στέλλεται ο ιερομόναχος Μεθόδιος ελληνικός
διδάσκαλος, δυνάμενος κηρύττειν και τον θείον λόγον. Ιανουάριος 1839».
Επιστολή 9, Κώδικας ΙΘ΄, σελ.125,1839. «Τω Προύσης Χρυσάνθω ίνα έλθη ενταύθα και λογαριασθή μετά των δανειστών του ο εν Τριγλία Στρατής
Χ΄΄Ζαχαρίου Μπογιατζής, Μαΐου 26, 1839».
Επιστολή 10, Κώδικας ΙΘ΄, σελ. 256, 1840. «Τω Προύσης Χρυσάνθω περί του αυτή επαρχία του διδασκάλων, ίνα εάν
μη κατορθωθή η του Μεθοδίου μακρά διαμονή αμείψη αυτόν δι’ ομοίου».
Επιστολή 11, Κώδικας ΚΑ΄, σελ.136 (1842). «Τω Προύσης Χρυσάνθω ίνα κρατή τα αρχαία, και καλή εν ταις Μητροπολιτικαίς συνελεύσεσι τους γεροντοτέρους, Οκτώβριος,
1842».
Επιστολή 12,Κώδικας ΚΑ, σελ.173 (1843),«Τω Προύσης Χρυσάνθω αμελούντι του ποιμνίου και των δικαίων του,
επιτίμησις και προτροπή προς μεταβολήν, Ιανουαρίου 31,1843». Οι επιστολές
μνημονεύονται στο Αντωνίου Χατζόπουλου, Η εκκλησιαστική μουσική παιδεία στην Εκκλησία
της Κωνσταντινουπόλεως κατά το 19ο και 20ό αιώνα, (διδ. Διατριβή,
υπό έκδοση).
[2] Αναλυτικά για όλες τις Σχολές, Αντωνίου
Χατζόπουλου, Η βυζαντινή μουσική παιδεία, Αλεξανδρούπολη, 2000.
[4]Είχε
ιδρύσει την Πατριαρχική Μουσική Σχολή του 1868.
[5] Επιστολή 4. Το πλήρες κείμενο : «Τω Σμύρνης Χρυσάνθω ίνα
παύση δουλεύων τω Μαμμωνά ίνα μη πάθη ως θρυλλείται.Ιερώτατε Μητροπολίτα
Σμύρνης, υπέρτιμε και έξαρχε Ασίας, εν Αγίω Πνεύματι αγαπητέ αδελφέ και
συλλειτουργέ της ημών μετριότητος κυρ Χρύσανθε, χάρις είη σου τη Ιερότητι και ειρήνη παρά Θεού. Λόγοι
τινές διαδιδόμενοι και μέχρι των
ημετέρων ακοών φθάσαντες εκίνησαν την φιλάδελφον ημών πρόνοιαν
εις το να διευθύνομεν τη Ιερότητί σου τας εφεξής υποθήκας, προλαμβάνοντες τας
εκ της πραγματοποιήσεως αυτών επωνειδείστας συνεπείας και επειδή η κυριωδεστέρα
αιτία αυτών είναι ο φιλάργυρος τρόπος
σου, ός τις προξενεί αφορμάς πολλών δυσαρεσκειών προς τους αυτόθι Χριστιανούς,
διά τούτο θέλεις μεταβάλη το ιδίωμα τούτο, επιλήψιμον άλλως και προς τον αρχιερατικόν χαρακτήρα, και
θέλεις αποφύγει διά μικρολογίας και
φειδωλίας να δίδεις αιτίαν ψυχρότητος προς τους
χριστιανούς. Τουναντίον μάλιστα να φιλοτιμείσαι εις το να φαίνησαι ελευθέριος και συγκαταβατικός και με τον
ήπιον και ανεκτικόν τρόπον σου να
εφέλκης την κοινήν αυτών υποχρέωσιν και τον έπαινον και την αγάπην και ενι λόγω θέλεις προσέχη μήπως οι μέχρι λόγων φαινόμενοι τέως
γογγυσμοί φέρωσι τα πραγματικά κινήματα
εκτρεπτικά της ησυχίας σου και πρόξενα
μεταμελείας ανωφελούς. Η δε του Θεού χάρις…»
[6]Αυτό
αφήνει να εννοηθεί ο Ψαλτόπουλος, ο οποίος φυσικά δεν αναφέρεται στις
επιστολές, αλλά εξάγει το συμπέρασμα από τη δυσαρέσκεια που υπήρχε στα κατοπινά
χρόνια για τη μουσική μεταρρύθμιση. Λ.
Ψαλτοπούλου, Οι τρεις δυνατοί και το δημιούργημα τους, Απ. Ανδρέας,
Κωνσταντινούπολη, 30.3.1960.
[7] Σ’ αυτή
την επιστολή ο Γρηγόριος, μεταξύ άλλων, τον καλεί να ανανήψει από τον λήθαργο
της αδιαφορίας και να αναλάβει τα αρχιερατικά του χρέη σχετικά με τα παραπάνω
θέματα:
«Τω Προύσης Χρυσάνθω γράψαντι ότι απέβαλε
προτεσταντίζοντας διδασκάλους και βιβλία από των σχολείων, επιτίμησις ότι
ουδεμίαν είχε καταβάλλει ποιμαντικήν περί τούτου φροντίδα»,Επιστολή 6. Το
ίδιο έτος ο Χρύσανθος υπογράφει ως Προύσης το Υπόμνημα εκλογής του Πατριάρχου
Παρθενίου του Α΄, ως ένατος στη σειρά, Γ.
Αραμπατζόγλου, Φωτίειος Βιβλιοθήκη, Κωνσταντινούπολις, 1935, σελ. 99.
[8] Είναι η
Επιστολή 7. Στην επιστολή αυτή (9.5.1839), λίγες μέρες μετά την προηγούμενη, ο
Γρηγόριος παραγγέλλει να πληρώνει η
Μητρόπολη του Χρυσάνθου 400 γρόσια μισθό στο αλληλοδιδάκτη, αναφέροντας ότι αυτά
είχε προτείνει ο Χρύσανθος δεν μπορούν να τον βοηθήσουν να ανταποκριθεί στο
σπουδαίο έργο του προς τη νεολαία, καλώντας τον συγχρόνως να προτρέψει τους
προύχοντες να πληρώσουν αυτό το μισθό. Ο δάσκαλος θα έχει μαζί του και επιστολή
των αρχών, «Βεζίρ μεκτουπού», η οποία
θα παραδοθεί στο Μουσελίμι της Προύσας,
προκειμένου ο τελευταίος να αποτρέψει επαφές των ξένων με τους Ραγιάδες.
[9] Για το
Γερμανό βλ, Σ. Ι. Βουτυρά, Ο Πατριάρχης Γερμανός, Ημερολόγιον ο Χρόνος του έτους 1869, υπό Γ. Βαφειάδου, εν
Κωνσταντινουπόλει 1868.Τύποις Ι. Βρετού, σελ. 71-76.
[12]Το 1823 είναι Αρχιδιάκονος
του Πατριάρχου Ανθίμου του Γ΄
[13]Σύμφωνα με μία
γνώμη, η εκλογή του Χρυσάνθου σ’ αυτή τη Μητρόπολη, ήταν ένα πρόσχημα για την
απομάκρυνσή του από την Πόλη, Λ.
Ψαλτόπουλου, Οι τρεις δυνατοί , ό.π.
[15] Λ. Ψαλτόπουλου, Οι τρεις δυνατοί, ό.π.
[16]Προσφάτως σχεδιάστηκε μία πρόχειρη προσωπογραφία του στη Ρουμανία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου