Τρίτη 26 Απριλίου 2011

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

«ΧΤΕΣ- ΣΗΜΕΡΑ- ΑΥΡΙΟ»

 Του Κώστα Κρικελά, Θεολόγου

Τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο γίνεται λόγος για την παγκοσμιοποίηση με ποικίλες σημασιολογικές φορτίσεις, κυρίως οικονομικές αλλά και πολιτιστικές. Πολλοί την εκλαμβάνουν ως αναγκαία πρόοδο, άλλοι ως αναμφισβήτητη απειλή.
Ανεξάρτητα πάντως από την ανησυχία ή μη με την οποία αντιμετωπίζεται το φαινόμενο, η παγκοσμιοποίηση είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη.
Στις σύγχρονες συνθήκες τόσο τα τεχνολογικά επιτεύγματα, όσο και τα προβλήματα της εποχής μας έχουν αποκτήσει παγκόσμιες διαστάσεις. Η πολυπολιτισμικότητα των νέων κοινωνιών, τα νέα κράτη, η διογκούμενη καταναλωτική μανία, η έξαρση των θρησκευτικών συγκρούσεων, η ανακατανομή του εισοδήματος προς όφελος των λίγων, η καταστροφή του περιβάλλοντος επιφέρουν πλανητικές δονήσεις.  Η παγκόσμια αυτή εξέλιξη έχει ήδη γίνει βασικό θέμα προβληματισμού και των θεολογικών κύκλων ανά τον κόσμο. Οι  χριστιανοί  και μάλιστα οι ορθόδοξοι δεν αισθανόμαστε αμηχανία, ούτε αιφνιδιαζόμαστε από τη διαδικασία της παγκοσμιοποιήσεως.
Η οικουμενικότητα της εκκλησίας μας αποτελεί τη διαχρονική απάντηση και στις νέες παγκόσμιες συνθήκες που διαμορφώνονται.  Στην ορθόδοξη παράδοση και σκέψη όλα κινούνται σε παγκόσμια προοπτική από τη δημιουργία του κόσμου με την οποία αρχίζει η Π.Δ. τονίζοντας ότι ο ουρανός, η γη, το ανθρώπινο γένος τα πάντα δημιουργήθηκαν από το θεό ενώ τα τελευταία κεφάλαια της (Αποκ. Ιω 21-22) αφιερώνονται στο όραμα του καινού ουρανού και της καινής γης. Με τη Σάρκωσή του ο Λόγος του Θεού προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση και καλεί στη Βασιλεία Του τους πάντες χωρίς εξαίρεση, χωρίς διάκριση φυλής, γλώσσας, καταγωγής.
Χαρακτηριστική είναι η γνωστή παραβολή της Τελικής Κρίσης (Ματθ. 25,31-46).
Ο Θεός δεν θα μας κρίνει με βάση το έθνος στο οποίο ανήκουμε ή τη Θρησκεία που δηλώσαμε αλλά με το πόσο αγάπη και αλληλεγγύη δείξαμε στο συνάνθρωπό μας ακόμα και τον αλλόθρησκο και τον αλλοεθνή, την πιο πολύτιμη εικόνα του Θεό, τον πιο ακριβό μας πλησίον, τη μέγιστη πρόκληση για τη χριστιανική μας αγάπη.
Απέναντι, λοιπόν στις ψεύτικες παγκοσμιότητες που απολυτοποιούν και θεοποιούν το χρήμα τη δύναμη και την εξουσία ή από την άλλη πλευρά τη φυλή το έθνος και τις ανθρώπινες παραδόσεις, το Ευαγγέλειο προβάλλει την παγκοσμιότητα και την οικουμενικότητα της αγάπης σαρκωμένης στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. 
Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος με τη ριζοσπαστική του θεολογία θέτει το θέμα ότι όλοι οι λαοί είναι ενωμένοι κάτω άπο την αγκαλιά του Θεού.
«Ούκ ένι Έλλην ή Ίουδαίος, περιτομή και άκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, άλλα τά πάντα και έν πάσι Χριστός.» [Κολ. Γ΄11].
Η Οικουμενική συνείδηση καλλιεργήθηκε με νέα δύναμη από τους μεγάλους Ιεράρχες και οικουμενικούς Διδασκάλους του 4ου αιώνα οι όποιοι πραγματοποίησαν τη σύνθεση αρχαιοελληνικής οικουμενικής σκέψης και χριστιανικής  πίστης.
Έτσι βλέπουμε τον Άγιο Γρηγόριο  Θεολόγο, που τόσο συχνά επικαλούμαστε αλλά που μάλλον ουσιαστικά αγνοούμε, να λεει τα εξής καταπληκτικά……  «Όσο για τις κάτω τις εδώ πατρίδες και τα γένη, αυτά έχουν γίνει παιχνίδια της πρόσκαιρης ζωής και της κατασκήνωσής μας σ’ αυτήν. Γιατί πατρίδα είναι αυτή την οποία προκατέλαβε καθένας μας ή με βία  ή από δυστυχία  και της οποίας όλοι είναι το ίδιο ξένοι και πάροικοι, έστω και αν αλλάξουμε τα ονόματα» (Ομιλία 33, PG36, 229 και Λόγος 24, PG35, 1188AB).
Το Βυζάντιο κατόρθωσε να συγκεράσει το αρχαιοελληνικό ορθό λόγο με το χριστιανικό μυστήριο και να κορυφώσει την παγκόσμια  παρουσία.
Στον 21 αιώνα αυτή η παρουσία εντείνεται με την παγκόσμια ιεραποστολική δράση της Ορθοδοξης  Εκκλησίας. Άλλωστε όπως έχει κατά το παρελθόν επισημάνει ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας και Αναστάσιος «όπως είναι αδύνατον να εννοήσει κανείς Ορθοδοξία που δεν έχει ως Κέντρο της την Ανάσταση του Κυρίου, έτσι είναι αδύνατο να σκεφτεί τη γνήσια Ορθοδοξία χωρίς έντονη βίωση της οικουμενικής ιεραποστολής».
Η ενότητα όλων των ανθρώπων ανεξαρτήτως  καταγωγής ή οικονομικής καταστάσεως πραγματώνεται στη λατρεία της Εκκλησίας μας.



Στη Θ. Λειτουργία που αποτελεί σύνοψη του μυστηρίου της Σωτηρίας, οι δεήσεις αρχίζουν «Υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου» για να κορυφωθούν με την προσφορά των Τιμίων Δώρων που γίνεται «Κατά  Πάντα  και διά Πάντα».
Μετέχοντας στη Θεία Κοινωνία ο πιστός υπερβαίνει τα ατομικά του όρια μεταλαμβάνοντας του «Σώματος του Χριστού» συσσωματούται εν Αυτώ και αποκτά παγκοσμιότητα.
Ενώνεται με όλους εκείνους που ο Χριστός έχει συμπεριλάβει στην άνευ ορίων αγάπη του. «Τείνει να φέρει εντός  Του ολόκληρη την ανθρωπότητα» συμφιλιώνεται και εναρμονίζεται με τον κόσμο, ολόκληρη την κτίση. Η εμπειρία αυτή αποτελεί πρόγευση της πλήρους «Κοινωνίας» της ανθρωπότητας εν τω Θεώ η οποία καταλήγει σε συγκλονισμό του ανθρώπου για να επιστρέψει κατόπιν στην καθημερινή ζωή με ελπίδα γι την πραγμάτωση της αγάπη, για την προώθηση της πανανθρώπινης κοινωνίας. Η οικουμενικότητα είναι μέσα στο αίμα των ορθοδόξων, το οποία αδιάκοπα καθαίρεται με το αίμα του Χριστού του Λυτρωτή του κόσμου.

Η έντονη ιστορική συνείδηση που χαρακτηρίζει το ήθος της Ορθοδοξίας δίνει συχνά την εσφαλμένη εντύπωση ότι είμαστε μια εκκλησιαστική κοινότητα που ασχολείται στατικά με το παρελθόν.
Ο Χριστός όμως είναι για όλες τις εποχές και για όλους τους πολιτισμούς.
«Χθες και σήμερον ο Αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13:8) πάνω από τη φθορά  του χρόνου.
Η Εκκλησία του συνεπώς  που είναι το «μυστικό Σώμα του» δεν ανήκει αποκλειστικά σε μια ιστορική περίοδο ούτε ταυτίζεται, με το χαρακτήρα και τη δομή μιας εποχής οφείλει να παραμείνει ανοικτή στην αδιάκοπη αναζήτηση της ανθρωπότητας μέσα στο χώρο και το χρόνο.
Για την εκκλησία η παράδοση δεν είναι συγκεκριμένα ήθη και έθιμα που πρέπει  να τα κρατήσουμε στη ζωή με τεχνητό τρόπο, αλλά εμπειρία  κοινωνικότητας, φορέας  πνεύματος. Είναι αυτό που στην εκκλησιαστική γλώσσα λέμε «λείψανο».
Για τον ξένο προς τη ζωή της εκκλησίας άνθρωπο, το λείψανο είναι απομεινάρι από κάτι που υπήρχε σε παλαιούς χρόνους.
Ενώ για την εκκλησία, το λείψανο είναι χορηγός ζωής.
Γι’ αυτό ακριβώς, η εκκλησία δεν διδάσκει την καθήλωση σε Τρόπους ζωής του παρελθόντος. Επισημαίνει ότι μέσα στην ιστορική μας πορεία κατορθώσαμε να δημιουργήσουμε τρόπους έκφρασης της κοινωνικότητάς μας, τρόπους αλληλεγγύης και συνοχής, που αποδείχτηκαν φορείς ζωής και πνεύματος.
Αυτό που η εκκλησία διδάσκει είναι να υιοθετούμε νέες μορφές, και μάλιστα να τις δημιουργούμε, μη χάνοντας όμως ποτέ από τα μάτια μας την αλήθεια του ανθρώπου ως προσώπου, την αλήθεια του ως σχέσης, ως όντως που ζει με τον πλησίον και μέσω τον πλησίον.
Η εκκλησία μας λοιπόν υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να υπάρχει σεβασμός στο άνθρωπο αν περιφρονούμε τις φιλές του, τη γλώσσα του την παράδοση του και θέλουμε να τον βάλουμε σε καλούπια που εμείς αποφασίζουμε γι’ αυτόν.
Από διάφορες πλευρές ακόμα και από θεολογικούς κύκλους ακούγονται διαμαρτυρίες ότι η παγκοσμιοποίηση κινείται προς κατευθύνσεις που δεν εξασφαλίζουν τις βασικές  ανθρώπινες αξίες, τη δικαιοσύνη, το σεβασμό της ταυτότητας των ανθρώπων, την πολυμορφία των ανθρώπινων πολιτισμών.
Δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα οι χριστιανοί από μια ανοιχτή κοινωνία με ευκολία επικοινωνίας, υπέρβαση των εθνικών συνόρων οι οικουμενικές αξίες.
Σε μια ανάλογη κοινωνία εκείνη της ρωμαϊκής οικουμένης γεννήθηκε και ανδρώθηκε ο Χριστιανισμός. Όχι μόνο λοιπόν δεν θα είχε να φοβηθεί τίποτα η Εκκλησία αλλά αισθάνεται το «παγκόσμιο χωριό» κατάκτηση δική της.
Ο φόβος εν όψει της  παγκοσμιοποίησης συνδέεται από μια άποψη με το φόβο ενώπιον του καινούργιου με την αναπόφευκτη συνάντηση με τη νεωτερικότητα, την προηγμένη Δύση την τεχνολογία.
 Όλα αυτά δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη κάτι κακό και απορριπτέο, αλλά ορίζουν πεδία διερεύνησης και διαλόγου.
Διάλογος βέβαια με τον άλλο δεν σημαίνει προδοσία της πίστεως και απεμπόληση της παραδόσεως, ούτε ακόμα Θρησκευτικό συγκρητισμό.
Ο διάλογος είναι η έμπρακτη άσκηση της εντολής της χριστιανικής  αγάπης.


Υπάρχει όμως μια πλευρά της παγκοσμιοποίησης που είναι επικίνδυνη και διαλυντική για την κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη και προκαλεί δικαιολογημένες αντιδράσεις και επιφυλάξεις.
Είναι αυτή που συνδέεται με την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και τη εκρηκτική διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων με την ανεργία και την κοινωνική περιθωριοποίηση ευρύτατων στρωμάτων του πληθυσμού του τρίτου αλλά και του πρώτου κόσμου, με την αποθέωση της οικονομίας της αγοράς με την αλαζονεία και έπαρση.
Πρόκειται για εκδηλώσεις ενός πολιτισμού χωρίς Θεό, για μια νέα μορφή ειδωλολατρίας καθώς θεοποιείται το χρήμα και το κέρδος και παραθεωρείται το ανθρώπινο πρόσωπο ως απόλυτη και πρωταρχική αξία.
Όπως εύγλωττα διατυπώνει ο καθηγητής Χρ. Γιανναράς, έχουμε την ιεροποίηση της ελεύθερης αγοράς και των κανονιστικών επιταγών της, τη χρηστική εκδοχή των ατομικών δικαιωμάτων που επειδή είναι χρηστική αλλά Θρησκειοποιημένη, εύκολα προσαρμόζεται σε απάνθρωπες ιερές φαρισαϊκές σκοπιμότητες.
Απέναντι σ’ αυτή τη νέα μορφή κοινωνικής αδικίας και καμουφλαρισμένης βαρβαρότητες η Εκκλησία οφείλει να ορθώσει το ανάστημά της με αποφασιστικότητα και αξιοπρέπεια διατηρώντας αλώβητο το μυστηριακό, σωτηριολογικό χαρακτήρα της, να είναι ανοικτή στις αδιάκοπες αναζητήσεις της ανθρωπότητας μιμούμενη τους προφήτες της Π.Δ. και τους μεγάλους πατέρες της Εκκλησίας ή ακόμα κάνοντας πράξη τη φράση του μεγάλου χριστιανού Ρώσου φιλοσόφου Νικολάϊ Μπερντιάγιεφ «Όταν αγωνίζομαι για το ψωμί μου, είναι πρόβλημα υλικό, όταν αγωνίζομαι για το ψωμί του διπλανού μου είναι πρόβλημα πνευματικό»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου