Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Η ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ


(Μετάφραση από τα Τουρκικά   Αντώνιος Χατζόπουλος, Φεβρουάριος 2007)


Σεμά Σανταλτζή,Επίκουρος Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αδριανούπολης (Τουρκία)

Η ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Θα ήταν χρήσιμο να δούμε το θέμα από την ιστορική του διάσταση. 

Η φύση κόσμησε τη γη μας με πάρα πολύ ωραία τοπία, με πολύ όμορφη θέα. Σε  αυτή την όμορφη γη, σε πολλές χώρες υπάρχουν απολιθώματα που αποτελούν και τα ίχνη, αλλά και τις  αποδείξεις ζωής του παρελθόντος.  

Σε λίγες  μόνο   χώρες βρίσκουμε ίχνη νεολιθικής εποχής από τα οποία φαίνεται ότι οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν το νου και τις γνώσεις τους  για να  προσφέρουν  στον εαυτό τους ένα επίπεδο ζωής. Επίπεδο ζωής που θα τους επέτρεπε να εγκατασταθούν κάπου, να σπείρουν και να θερίσουν τη γη και να εξημερώσουν τα ζώα.

Ας αναφέρω εδώ ότι σύμφωνα με πηγές των ιδίων των άγγλων, στην Αγγλία η νεολιθική εποχή άρχισε 2000 χρόνια  προ Χριστού  και με την  επιρροή του ρωμαϊκού κόσμου, ενώ στην Ανατολή βρίσκουμε τα ίχνη της νεολιθικής εποχής  μεταξύ της 11ης και της 6ης χιλιετίας προ Χριστού και μάλιστα σε περιοχές  που είναι κοντά στους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας.
Γι’ αυτό το λόγο η γεωγραφία της Ανατολής  έχει σπουδαία θέση  μέσα στην παγκόσμια πολιτιστική και πολιτική ιστορία.
Μία άλλη  σημαντική πτυχή  της νεολιθικής εποχής είναι το γεγονός ότι ο νεολιθικός άνθρωπος  κατά τη διαδικασία της καλλιέργειας της γης έλαβε υπόψη απόλυτα τη φύση, δηλ κατάλαβε πότε θα πρέπει να σπείρει και πότε να θερίσει, να αναγνωρίζει τις εποχές. Έτσι επινόησε  για πρώτη φορά την έννοια του χρόνου: ο κόσμος της ανατολής με αφορμή τις επαναλαμβανόμενες εναλλαγές της σελήνης κάθε νύχτα   επινόησε το σεληνιακό ημερολόγιο. Γι αυτό  και η λατρεία της σελήνης είναι σημαντική στους πολιτισμούς της ανατολής από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Αναμφίβολα η σχέση της Ανατολίας με την ανατολή είναι πιο βαθιά και πιο  μακροχρόνια απ΄ ότι η σχέση της με τη δύση. Αυτό αποδεικνύεται  και από την  εμφάνιση της πρώτης γραφής. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουμε το ελληνικό αλφάβητο και οι ελληνικές λέξεις  άρχισαν να εξελίσσονται κατά τα τέλη της 2ης χιλιετίας προ Χριστού φέροντας και επιδράσεις αιγυπτιο- φοινικικές. Η αρχαία ελληνική γλώσσα άρχισε να λαμβάνει  μία συστηματική μορφή από το πρώτο τέταρτο της 1ης προ Χριστού χιλιετίας. Σ’ αυτή τη διαδικασία της μορφοποίησης της γλώσσας παρόλο που υπάρχουν μεγάλες επιδράσεις των περιοχών της Ιωνίας, της Αιολίας και της Καρρίας, η πόλη  της Αθήνας αποτέλεσε το περιβάλλον όπου αλληλοεπέδρασαν όλες  οι διάλεκτοι της ελληνικής. Αυτό συνέβη  ιδίως  κατά τις μεταναστεύσεις από τη δυτική  Μικρά Ασία προς την Αθήνα κατά τη διάρκεια των περσικών πολέμων του 6ου αιώνα.  Ένα καλό παράδειγμα επ’ αυτού είναι  και ο δεσμός  των περισσοτέρων συγγραφέων της αρχαιότητας με την Ανατολία. Διότι η Ανατολία προσέφερε  το   περιβάλλον εκείνο που  δημιούργησε τους πλούσιους και αυθεντικούς κανόνες της συμβίωσης. Οι έλληνες είναι ένας λαός  που αξιολόγησε πάρα πολύ καλά αυτά τα στοιχεία  και τα ανέπτυξε.

Η κατά το έτος 2000 προ  Χριστού   διαδεδομένη στην Ανατολία χιτιτική σφηνοειδής  γραφή είναι περισσότερο επηρεασμένη από την  Βαβυλώνα, αλλά όμως συνδέεται με την Μεσοποταμία, Συρία και Παλαιστίνη.

Η γραφή της αρχαίας Κρήτης της οποίας δε γνωρίζουμε το περιεχόμενο,  αποτελείται σύμφωνα με κάποιους ισχυρισμούς  από  επιτύμβιες επιγραφές των 6-7 γραμμών. Με τη γραφή των Χετταίων είχαν συνταχθεί όμως εμπορικές και οικονομικές συμφωνίες, πολιτικές επιστολές και εκτενή κείμενα με θέμα τη θρησκεία, τη φιλολογία και την μυθολογία. 

Ο ελληνικός πολιτισμός ξεκινάει κυρίως από τις δυτικές ακτές της Ανατολίας  από τις αρχές του 2000 π.Χ. και με την πάροδο του   χρόνου  διαδίδεται  σε όλες τις παράκτιες περιοχές, όπου και μέχρι σήμερα κράτησε την  επίδραση του. Ο ελληνικός πολιτισμός είναι ο πολιτισμός που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ  και  4000 χρόνια, που ανέδειξε λαμπρά κτίσματα,   έργα τέχνης  και   συγγράμματα και που διαδόθηκε σε όλα  τα μέρη της Ανατολίας. Τελικά η  ελληνική μυθολογία που είναι γεμάτη από τα ίχνη των λαών της Αιγύπτου, της Μεσοποταμίας των νησιών του Αιγαίου και  της Θράκης είναι καρπός των βιωμένων κοινών πολιτισμικών αξιών.

Σήμερα η Ευρώπη (Γαλλία, Αγγλία και Γερμανία) θεωρεί τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό ως τη ρίζα της και τους έλληνες ως πρόγονους της και έτσι στην ιστορία  της  που δεν «υπάρχει» αναζητεί τεχνητά ερείσματα. Βεβαίως η Ευρώπη πρέπει να έχει δικό της χαρακτηριστικό τρόπο ζωής και δικά της έθιμα. Αλλά  αυτά που έζησε και  έπραξε δεν έχουν καμία  σχέση με  τους παράγοντες εκείνους  που διαμόρφωσαν το μεσογειακό πολιτισμό και ο οποίος   αποτελεί και  τη βάση του σημερινού.  Εάν αυτό είχε συμβεί, αν δηλαδή είχαν παίξει ρόλο στη διαμόρφωση του μεσογειακού πολιτισμού,  η περί εμπορίου και πολιτισμού  αντίληψη  της αρχαιότητας θα τους είχε αποτρέψει από την  πολιτική εκμετάλλευση.  

Από την εξέλιξη της γραφής  μέχρι και σήμερα η  αρχαία ελληνική γλώσσα  παίζει κυρίαρχο ρόλο στην εξέλιξη της λογοτεχνίας. Η πλέον όμορφη πλευρά αυτής της λογοτεχνίας είναι το γεγονός ότι  δεν περιορίστηκε μόνο στην γραπτή τεκμηρίωση των ιστορικών γεγονότων, της καταγωγής και των εθίμων των λαών,  αλλά δημιούργησε  τη φιλοσοφία, κατέγραψε τους στοχασμούς και επέτρεψε  για πρώτη φορά να εξωτερικευτούν  οι ανθρώπινες αξίες και τα οράματα».

Εκτός από αυτά, χάρη κυρίως στις τραγωδίες που έχουν  θρησκευτική σημασία καταγράφηκαν από τους τραγωδούς   με λογοτεχνική διάθεση όλοι οι  ψυχολογικοί παράγοντες που υπάρχουν στα βάθη της ψυχής του ανθρώπου. Οι συγγραφείς με ουμανιστική και   θρησκευτική αντίληψη μας  έδωσαν αυτά τα έργα  εξωτερικεύοντας  με λογοτεχνικό τρόπο τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.

Το γεγονός ότι  μέχρι σήμερα το νόημα   αυτών των έργων μπορεί  και επηρεάζει ακόμα την ανθρώπινη ψυχή, δείχνει αν μη τι άλλο την ορθή ανάλυση  των ανθρωπίνων συναισθημάτων.  

Και ενώ οι ταινίες που γυρίζονται στην εποχή μας συχνά παροτρύνουν  και αυξάνουν την κοινωνική βία, η λογοτεχνία  και το θέατρο που στηρίζονται στις παραδοσιακές αντιλήψεις, εκπαιδεύουν  την ανθρώπινη ψυχή και μειώνουν τα ποσοστά της παραβατικότητας. 

Και επιπλέον το γεγονός  ότι ακόμη και σήμερα η ελληνική λογοτεχνία διατηρεί την συγγραφική δύναμη,   την τιμιότητα και την ειλικρίνεια που είχε  και στην αρχαιότητα,  δείχνει ότι  στηρίζεται σε γερά θεμέλια. Και θα πρέπει  να αναφέρουμε ότι η ίδια αντίληψη  υπάρχει  μέχρι σήμερα και στην Τουρκία της Ανατολίας.

Επιστρέφοντας στο θέμα μας βλέπουμε ότι τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα των Βαλκανίων και τα γεγονότα  μεταξύ της Ελλάδας και Τουρκίας, οι σκληροί πόλεμοι και οι συνθήκες   απαίτησαν κατά κάποιο τρόπο  σήμερα  οι λαοί μας  να   ζουν ξεχωριστά. Αυτό όμως  το διαχωρισμό δεν μπορούμε όμως να τον δούμε  στη γλώσσα, τον πολιτισμό, την τέχνη, τη λογοτεχνία και τα έθιμα.

Αυτά που έζησαν οι δύο λαοί-και εννοώ τα κάθε άλλο παρά  απλά και ασήμαντα - έχουν βεβαίως αντικατοπτριστεί  και στα λογοτεχνικά έργα. Το ποιος έχει δίκαιο και ποιος άδικο είναι άνευ   σημασίας την παρούσα στιγμή, διότι  αν παρακολουθήσουμε την ιστορική εξέλιξη της Μικράς Ασίας βλέπουμε ότι   δεν περίμενε κανείς αυτή  να παραδοθεί  στις  αποικιοκρατικές χώρες. Και τελικά οι ίδιες οι χώρες αυτές όταν επιχείρησαν να κατακτήσουν την Ελλάδα είδαμε ότι ο ελληνικός λαός από το να παραδοθεί σ’ αυτούς πολιτικά προτίμησε να πολεμήσει.  Στον αγώνα αυτό της Ελλάδας  βλέπουμε ότι συνεισέφεραν  και οι ανταλλάξιμοι Έλληνες της Τουρκίας που είχαν έρθει στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα  βλέπουμε  ότι το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει αναμφίβολα και τις απόψεις των Ελλήνων της Τουρκίας κατά  τη διάρκεια του  απελευθερωτικού τουρκικού αγώνα εναντίον των δυνάμεων κατοχής που ήταν  η Αγγλία, η Γερμανία η Γαλλία  και η Ιταλία. Είναι δικαίωμα κάθε λαού να προστατεύσει  την ιστορία και τη γεωγραφία του, αυτό το δικαίωμα άλλωστε το έχουν καθορίσει οι νόμοι του σύμπαντος και της φύσης. Υπάρχουν πολύ ωραίοι στίχοι στους Πέρσες του Αισχύλου επ’ αυτού του θέματος.

Η Τουρκία είναι μία κοινωνία που ανέπνευσε με τον Ατατούρκ και με την ίδρυση της  Δημοκρατίας. Αλλά με το ξέσπασμα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου  και στη χώρα μας  ζούμε ως βασικά προβλήματα,  τα προβλήματα της δημοκρατίας και της παιδείας. Θέλω όμως να πω  ότι για μας που είμαστε χώρα ριζωμένη στην Ανατολία, η περί  δημοκρατίας   αντίληψή μας δε θα πρέπει να είναι  σε μορφή που να υπηρετεί  « τον πολιτικό και πολιτιστικό ιμπεριαλισμό». Η Ελλάδα μόλις  τη δεκαετία του 1970 ξεπέρασε τις επιπτώσεις από την κατοχή και τον εμφύλιο. Αλλά και στο θέμα της Κύπρου και σε άλλα κρίσιμα ζητήματα με υπαιτιότητα των  Ευρωπαϊκών χωρών και ιδίως  της  Αγγλίας γίνονται προσπάθειες για να διευρύνεται συνεχώς το χάσμα ανάμεσά μας. Και αυτό δείχνει ότι τα πολιτικά μας ζητήματα  δε  λύθηκαν, αλλά και ότι οι άλλες χώρες επωφελούνται  από αυτά. Η Κύπρος προτού εμφανιστεί ο ελληνικός πολιτισμός είχε αρχίσει να συνδέεται με την  Μικρασία και απ΄ ότι φαίνεται από τις χιτιτικές επιγραφές  δεν ήταν εχθρός, αλλά φίλος.

Οι σχέσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας που προσεγγίζουν τα χίλια χρόνια, συμπεριλαμβάνουν και βαθιά φιλία, αλλά και βαθιά έχθρα. Όπως για παράδειγμα συμβαίνει  με την Τουρκία  με το Ιράν, η Τουρκία με Ρωσία, η Τουρκία με την Συρία. Παρόλα τα αρνητικά   βιώματα του παρελθόντος, ωστόσο  οι λαοί της περιοχής προστατεύουν τις κοινές αξίες.   

Τα τελευταία 30 χρόνια οι λαοί της Ελλάδας και της Τουρκίας, είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο από κάθε πλευρά και αμερόληπτα, αλλά  και με σωστό  θα  έλεγα τρόπο. Χάρη στις μεταφράσεις στην τουρκική γλώσσα δημιουργήθηκε  η αντίληψη ότι οι Έλληνες της Ανατολής παρόλα τα προβλήματα ζούσαν ευτυχισμένοι και πλουσιοπάροχα, θαύμαζαν τη φύση και τον πλούτο της Ανατολής και γενικά περνούσαν καλά με τους Τούρκους. Αναμφίβολα το μεγαλύτερο πλήγμα στη συμβίωση αυτή, ήταν οι απανωτοί πόλεμοι και η  ανταλλαγή. Η ανταλλαγή δεν ήταν κάτι που ήθελε ο Ατατούρκ, διότι  όλοι είχαν χαρεί που είχε τελειώσει ο πόλεμος.

Οι Ρωμιοί, οι Έλληνες, οι Τούρκοι, αλλά και οι Αρμένιοι, οι Εβραίοι, οι Αρβανίτες και οι άλλοι  λαοί των Βαλκανίων, καθώς και οι Άραβες συμβίωσαν με τα ήθη και έθιμά τους μέσα στην ίδια χώρα περί  τα 900 χρόνια. Η Μικρασία  είναι πάντα η ίδια, δηλ είναι πάντα η Ανατολή. Δηλαδή είναι η Ανατολία που είναι ανοιχτή στους λαούς  της ανατολής και κλειστή στη δύση κυρίως στην Ευρώπη. Αυτό ίσχυε  και στο Βυζάντιο. Οι θρησκευτικές διαμάχες που πήγαζαν από την πολιτική  και από τις σταυροφορίες κατευθύνανε την ιστορία προς αυτή την εξέλιξη. Αλλά η βυζαντινή  διοίκηση   και  ο βυζαντινός λαός εκπροσωπούσαν τις δικές τους αξίες, τις αξίες της ανατολής και έτσι οι διαμάχες δεν  έλεγαν να τελειώσουν. Και η  Οθωμανική Αυτοκρατορία που ήλθε στη συνέχεια δεν επέτρεψε να «προχωρήσει» η Ευρώπη στα εδάφη αυτά. Έτσι στην διοικητική μηχανή της Αυτοκρατορίας  υπήρχαν όχι μόνο Τούρκοι, αλλά  Έλληνες και Αρμένιοι. Υπήρχαν και  Εβραίοι που είχαν τουρκικά ονόματα ή που είχαν δεχτεί τον μουσουλμανισμό.

Το πρώτο μυθιστόρημα που γράφτηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία  στα καραμανλίδικα ήταν το έργο του Ευαγγελινού Μισαηλίδη. Ο Μισαηλίδης ήταν από το Ουσάκ και το έργο αυτό  έχει  χαρακτήρα ηθικής προειδοποιητικής διδασκαλίας. Ονομάζεται «Σεργιάνισε τον κόσμο». Είναι όπως είπαμε το πρώτο μυθιστόρημα που τυπώθηκε στην Τουρκία (το 1881) και μεταφράστηκε στα  Τουρκικά το 1986  από τον Βεντάτ Γκιουνγιόλ.  Από τον 16ο αιώνα και μετά  έχουμε την οθωμανική ποίηση Ντιβάν όπου οι ελληνικές ή  ελληνοπρεπείς λέξεις χρησιμοποιούνται σε σχέση με την φιλοσοφία. Υπάρχουν ακόμη πολυάριθμοι ελληνικής  καταγωγής ποιητές του Ντιβάν που κατάγονταν από τη Ρούμελη. Να  πω εδώ ότι ο όρος Ρούμελη χρησιμοποιούνταν για τα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που βρίσκονταν πέρα από τη Θράκη.

Μετά το 1983 που ηρεμούν  τα πράγματα στην Τουρκία δημιουργήθηκε το κατάλληλο περιβάλλον για τη μετάφραση αντιπροσωπευτικών έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας  στην τουρκική γλώσσα. Έτσι αυξήθηκε το ενδιαφέρον για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και τις μεταφράσεις της. Σ’ αυτό τον τομέα παρατηρούμε ότι μόνο λίγοι εκδοτικοί οίκοι στην Κωνσταντινούπολη, αλλά  και μερικοί ελληνικής καταγωγής πολίτες προσπαθούν… Αυτοί είναι άτομα, που παρόλες τις πίκρες,  προσπαθούν να μη σβηστούν τα ίχνη της συμβίωσης, αλλά  και να μη χαθεί αυτή η συμβίωση. Η σημαντική πλευρά της ελληνικής λογοτεχνίας   για μας είναι το γεγονός ότι φωτίζει όλα όσα συνέβησαν στην Ανατολία από το παρελθόν μέχρι και σήμερα.
Και εκτός από  αυτό η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία από το πρίσμα  της ιστορίας των λαών   φωτίζει ακόμη  και την πρόσφατη ιστορία. Κυρίως εξ επόψεως της διαβίωσης των Ελλήνων στην Ανατολή και  τις σχέσεις που είχαν με τους Τούρκους, Αρμένιους και ¨Εβραίους. Κάτι ακόμη που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε στα παραπάνω είναι το  ότι καταβάλλεται  προσπάθεια οι δύο λαοί να κατανοήσουν  τα τετελεσμένα που συνέβαιναν γύρω τους. Και θα μπορούσα να πω ακόμη ότι η ελληνική, η τουρκική και η αρμένικη λογοτεχνία σ΄ αυτό τον τομέα αλληλοσυμπληρώνονται. 
Σημαντικά ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας είναι πλέον απόκτημα και της τουρκικής γλώσσας. Πέραν του γεγονότος ότι αυτά  τα ονόματα είναι καθαρά λογοτεχνικά μεγέθη, παρουσιάζουν όμως  και μία διαφορετική  σημασία.  Για παράδειγμα η Διδώ Σωτηρίου στις αρχές έλεγε ότι δεν αγαπά τους Τούρκους, αλλά  όσο περνούσε  η ηλικία της και βλέποντας κάποια πράγματα στη χώρα της έγραψε το έργο  «Ματωμένα Χώματα» στην  τουρκική μετάφραση «Πες χαιρετισμούς από μένα στην Ανατολή».  Το γεγονός ότι  το έργο αυτό το έχουμε στη γλώσσα μας είναι ένα μεγάλο κέρδος για μας. Το ίδιο ισχύει και για το έργο της  «Εντολή » το οποίο έχει και πάλι έχει ιδιαίτερη σημασία για  μας. Περιγράφει το γεγονός ότι ξένα χέρια εκτελούσαν αλύπητα εντός  της Ελλάδας την ελληνική νεολαία…Διότι την ίδια εποχή σχεδόν το ίδιο πολιτικό περιβάλλον υπήρχε και το ζούσαμε και στη χώρα μας. Εάν αυτά δεν τα είχε γράψει η Διδώ Σωτηρίου και δεν είχαν μεταφραστεί στη γλώσσα μας θα ήταν φυσικά απώλεια και για μας.

Μπορούν όμως να γίνουν  ποιο συστηματικές οι μεταφράσεις των νέων και αρχαίων έργων της ελληνικής λογοτεχνίας; Για την ώρα δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Διότι σήμερα στη χώρα μας   υπάρχει ο εξής φαύλος κύκλος: στην πανεπιστημιακή  μας εκπαίδευση για να πετύχει κανείς  γνώσεις στα  αρχαία ελληνικά και τα λατινικά, ή και στις άλλες αρχαίες γλώσσες που διδάσκονται,    πρέπει πολύ καλά να γνωρίζει γερμανικά ή γαλλικά και αν είναι δυνατό και τις τρεις γλώσσες μαζί. Σε αντίθετη περίπτωση κωπηλατούμε στο κενό. Και φυσικά το ενδιαφέρον για τις δυτικές γλώσσες δεν μας δίνει την ευκαιρία να ασχοληθούμε αρκετά και με τις άλλες. Επιπλέον οι σχετικά με τις αρχαίες γλώσσες γνώσεις και πληροφορίες στηρίζονται σε αγγλικές, γερμανικές και γαλλικές πηγές. Παροτρυνόμαστε   να στηριζόμαστε  σ΄αυτές. Έτσι   και τα σχόλιά βρίσκονται  στην ίδια οπτική γωνία  αυτών  των πηγών.

Είχαμε πει ότι λίγοι είναι αυτοί που προσπάθησαν και κοπίασαν για τις μεταφράσεις ελληνικών λογοτεχνικών έργων στα τουρκικά.  Ένας από αυτούς είναι  ο αξιότιμος κύριος Παναγιώτης Αμπατζής. Μετέφρασε 50 περίπου έργα. Από τα ελληνικά στα τουρκικά και από τα  τουρκικά  στα ελληνικά.  Έχει μεταφράσει έργα των σημαντικότερων λογοτεχνών μας όπως  ο Αζίζ Νεσίν, ο Γιασάρ Κεμάλ ο Ριφάτ Ιλγκάζ. Το κυριότερο χαρακτηριστικό του Παναγιώτη Αμπατζή είναι το ότι ως έλληνας της Κωνσταντινούπολης, εκτός απ’ ότι δείχνει σεβασμό στις αξίες και των δύο λαών, προσπαθεί να δει τα ιστορικά γεγονότα αμερόληπτα. Το  κυριότερο είναι το ότι έχει ζήσει και τους δύο πολιτισμούς στις  τις καλές τους πλευρές. Ο ίδιος εξέδιδε μέχρι το 1956 το περιοδικό Πυρσός, που είναι και το τελευταίο ελληνόγλωσσο λογοτεχνικό περιοδικό που εκδόθηκε στην Πόλη. Κύριο χαρακτηριστικό που περιοδικού ήταν το ότι εξέδιδε συγγράμματα κωνσταντινουπολιτών ελλήνων συγγραφέων. Ο Αμπατζής εκτός από αυτό είναι ιδιοκτήτης και εκδότης του περιοδικού «Ορχήστρα» που εκδίδεται εδώ και 45 χρόνια στην Τουρκία, συμβάλλοντας  στην εξέλιξη της κλασικής μουσικής στην Τουρκία. Ας το πω τώρα που το έφερε η κουβέντα: αυτό τον καιρό ο Πανγιώτης Αμπατζής ετοιμάζει μία μετάφραση από τα τουρκικά στα ελληνικά. Σύντομα θα είναι στη διάθεση των ελλήνων αναγνωστών το έργο «Ο μεγάλος χωρισμός» , που ενδιαφέρει και τους δύο λαούς. Πρόκειται   για ένα μυθιστόρημα του πρώην βουλευτή της Τουρκίας Κεμάλ Αναντόλ-που του στοίχισε πολλά χρόνια εργασίας - και  το οποίο στηρίζεται σε επίσημα έγγραφα. Είναι μία εργασία που περιγράφει την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τους παράγοντες που οδήγησαν στην ίδρυση της οργάνωσης «Ένωση  και Πρόοδος», τα επακόλουθα αυτών  και την ανταλλαγή των πληθυσμών. Πρώτη φορά γίνεται   προσπάθεια συγγραφής και παρουσίασης όλων των παραπάνω.


Παρόλα ταύτα να σας πω ότι οι Τούρκοι δεν  είναι ένας λαός που αγαπάει το διάβασμα, δυστυχώς δεν έχουμε τέτοια συνήθεια.. Σεβόμαστε αυτόν που διαβάζει  και που γνωρίζει το σωστό.  Βεβαίως σε όλα όσα βιώθηκαν ιστορικά είναι δύσκολο να βρεις ιστορικές εξηγήσεις, αλλά ευχόμαστε η λογοτεχνία και τα ίχνη του πολιτισμικού  παρελθόντος να ενώσουν  τις δύο κοινωνίες. Εκτός από αυτό οι Τούρκοι, αλλά και οι Έλληνες έχουν πολλά να διδαχτούν  πάνω σ΄ αυτό το θέμα  από τη λογοτεχνία των  Αρμενίων και των Ασυρίων. Οι Αρμένιοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκδώσουν έργα τους στα τουρκικά. Και αυτό διότι είδαν το γεγονός ότι οι  έλληνες με εκδόσεις τους  παρουσιάζουν τον εαυτό τους και την ιστορία τους στους Τούρκους.  Έτσι κατάλαβαν ότι ήταν μέχρι τώρα κλειστοί.

Είναι νομίζω  χρήσιμο να δούμε σύντομα  και τους εκδοτικούς οίκους που δραστηριοποιούνται στον τομέα των μεταφράσεων ελληνικών έργων. Για παράδειγμα ας αναφέρω ότι στην Πόλη έχουμε τον εκδοτικό οίκο Βelge ο οποίος από τη δεκαετία του ΄90 εκδίδει τη σειρά  «MARENOSTRUM». Η σειρά αυτή αποτελείται από  «γλυκά, αλλά  και πικρά έργα» που είναι μεταφρασμένα στην τουρκική και που ενδιαφέρουν πολύ το γεωγραφικό μας χώρο όπου σε διαφορετικές χρονικές περιόδους έζησαν και ζουν Έλληνες,Αρμένιοι,Ασύριοι, Κούρδοι, Λαζοί, Τσερκέζοι και άλλοι βαλκάνιοι. Μέχρι  σήμερα έχουν μεταφραστεί σ΄ αυτή τη σειρά περί τα 40 έργα στην τουρκική γλώσσα. Έτσι καθίσταται δυνατό οι ίδιοι οι παραπάνω λαοί με  τη γλώσσα των δικών τους  συγγραφέων να ξεδιπλώσουν  την ιστορική διάσταση της  ζωή τους και όλες τις αξίες που τις θεωρούν σπουδαίες και σημαντικές. Νομίζω ότι  αυτή η σειρά δεν έχει όμοιά της παγκοσμίως.
Διάφοροι εκδοτικοί οίκοι έχουν εκδώσει έργα που  αναφέρονται γενικά στο θέατρο, την ποίηση, το ιστορικό μυθιστόρημα και στα απομνημονεύματα. Ας αναφερθώ στις εκδόσεις Gün με την πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη που το 1940 μεταφράστηκε από τα γαλλικά από τον Αχμέτ Μουχτάρ. Ο ίδιος οίκος εξέδωσε και από ένα βιβλίο του Μυριβήλη και του Κορνάρου.  

Οι εκδόσεις Βelge τύπωσαν   περίπου 40 έργα. Μεταξύ άλλων    της Ιορδανίδου, του Καστανάκη, του Βιζυηνού, του Κοσμά Πολίτη, του Στρατή  Δούκα, της Διδώς Σωτηρίου, του Μένη Κουμανταρέα, του Γιάννη Μαγκλή, του Χριστού Σαμουηλίδη, του Νίκου Σβορώνου,  του Στρατή Τσίρκα, κ.ά…

Τη δεκαετία του 80 οι εκδόσεις Can  εξέδωσαν κάποια από τα έργα του  Βρεττάκου, της Σωτηρίου, του Σαμαράκη, του  Μίκη Θεοδωράκη, του  Ν.   Καζαντζάκη, Πέτρου Μάργαρη, Νίκου Θέμελη και  Στρατή Τσίρκα.
Τα τελευταία χρόνια οι Εκδόσεις Doğan  εξέδωσαν κάποια από τα έργα των Π. Μάρκαρη,  του Νίκου Θέμελη και του Στρατή Τσίρκα.
Από τις  εκδόσεις Pencere  έχουν εκδοθεί έργα του Δημήτρη Σωτήρη Πέτρουλα, του Πασχάλη Λαμπαρδή και της Διδώς Σωτηρίου.

Έχουμε επίσης στα τουρκικά τα έργα του Σεφέρη και του Γιάννη Ρίτσου. Το έργο της Μάρας  Μεϊμαρίδη «οι Μάγισσες της Σμύρνης» μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα επανεκδόθηκε αρκετές φορές.
Τέλος από τις εκδόσεις Evrensel εκδίδονται έργα των Θανάση Παπαρήγα και του Τάσου  Λειβαδίτη. Τα έργα του Κώστα Μουρσελά «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» και «Κλειστόν λόγω μελαγχολίας»  εκδόθηκαν ως πολιτιστική συμβολή από την Τράπεζα Εργασίας  της Τουρκίας.

Στα θεατρικά έργα: έχουν μεταφραστεί έργα του Καμπανέλλη, του Ψαθά, του Ξενόπουλου και του Λουντέμη. Εν τω μεταξύ τα έργα «Ο Μπαμπάς ο  πόλεμος» του Καμπανέλλη και το έργο «Ζητείται ψεύτης» του Ψαθά   έχουν παιχτεί πάρα πολλές φορές σε  πόλεις της Τουρκίας.

Μεταφραστές των ελληνικών έργων  είναι ο Αχμέτ Μουχτάρ (από τα Γαλλικά), ο Οζντεμίρ Ιντζέ και ο Τσεβάπ Τσαπάν, που έχουν μεταφράσει τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου  από τα Αγγλικά και τα Αγγλικά, ενώ ο Ηρακλής Μήλλας μετέφρασε με επιτυχία και αυτός τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου από τα ελληνικά στα Τουρκικά. Μεγάλη υπήρξε η συμβολή στο μεταφραστικό έργο και των Νεβζάτ Χάτκο, Ατίλλα Τοκατλή, Ηρακλή  Μήλλα, Παναγιώτη Αμπατζή, Κώστα Σαρίογλου, Οσμάν Βλέντα και του πρόσφυγα από Μυτιλήνη   Αχμέτ Γιορουλμάζ που έχει συγγράψει  και βιβλία. Σαφώς υπάρχουν και άλλοι  που παραλείψαμε  να μνημονεύσουμε εδώ και οι οποίοι συνέβαλαν στην καθιέρωση αυτής της παράδοσης.

Να πω επίσης λίγα πράγματα  γι΄ αυτούς που με τα συγγράμματα και τα έργα τους υπηρέτησαν το πνεύμα της ανατολής: είναι ο Εζρά Φερχάτ, Ο Σμπαχαττίν Εγιούπογλου και  ο αλιέας της Αλικαρνασσού ο  κρητικής καταγωγής Τζεβάτ Σακίρ Καμπάαγατς. Ο γιος του τελευταίου και μακαρίτης δρ  Σινά Καμπάαγατς  επί σειρά ετών δίδαξε Λατινικά στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, δε λησμονούσε όμως  να αναφέρεται συχνά στην αξία  και σημασία των αρχαίων ελληνικών.
Θα ήταν χρήσιμο να πω λίγα πράγματα και για την κυκλοφορία των μεταφράσεων στην Τουρκία. Ανάμεσα στα βιβλία με τις υψηλότερες πωλήσεις  είναι το έργο της Διδώς Σωτηρίου «Πές χαιρετισμούς από μένα στην Ανατολή» το 1988 (σε μετάφραση Ατίλλα Τοκατλή) με 17 εκδόσεις, το έργο της Μάρας Μέιμαρίδη Οι Μάγισσες της Σμύρνης το 2004 με 26 εκδόσεις σε μετάφραση  Σεμπνέμ Χριστακοπούλου και  του Κώστα Μουρσελά  Βαμμένα κόκκινα μαλλιά , 34 εκδόσεις σε μετάφραση Κώστα Σαρίογλου.


Όλη αυτή η παραπάνω συστηματικότητα κινείται με αρκετά  αργούς ρυθμούς στο πανεπιστημιακό περιβάλλον. Πάνω από όλα θα πρέπει να πω ότι οι εντάσεις μεταξύ των δύο λαών εμποδίζουν συχνά την φιλία και την πρόσβαση στη σωστή πληροφόρηση. Εκτός από αυτό μέχρι τη δεκαετία του 60 οι διδάσκοντες τις γλώσσες της αρχαιότητας ήταν αποκλειστικά ¨Άγγλοι ή Γερμανοί Οι τελευταίοι συμπεριφέρονταν σαν να δίδασκαν τη μητρική τους γλώσσα,  οικειοποιούνταν αυτές τις γλώσσες και  υποβίβαζαν την τουρκική. Από  την άλλη πλευρά μονοπωλιακά εκμεταλλεύονταν για δικό τους λογαριασμό τις ανασκαφές των ελληνικών και ρωμαϊκών πόλεων, αλλά  και τα έργα που έρχονταν στο φως. Αυτή η κατάσταση επιβράδυνε την μάθηση, δυσκόλευε τους φοιτητές και από την άλλη δημιουργούσε  ένα περίεργο ανταγωνισμό οδηγώντας σε φαύλο κύκλο. Κατά τη δεκαετία του 90 άρχισαν να εμφανίζονται  ακαδημαϊκοί που έσπασαν αυτή την αντίληψη. Παρόλα αυτά  η εκπαίδευση που παρέχεται σχετικά με τη   σύγχρονη ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία σε δύο μόνο Πανεπιστήμια, της Άγκυρας και  της Κωνσταντινούπολης είναι προς στιγμή  ανεπαρκής και αργή. Αυτό είναι μία πραγματικότητα. Από τη άλλη  η αρχαία ελληνική σε όλα τα πανεπιστημιακά αρχαιολογικά Τμήματα  είναι υποχρεωτική γλώσσα, αλλά  και πάλι οι φοιτητές από μόνοι τους δεν έχουν το θάρρος να ασχοληθούν μ΄  ένα αρχαίο συγγραφέα. Αναμφίβολα, έστω και με καθυστέρηση, είμαστε στην αναζήτηση και άλλων λύσεων.

Ο Ατατούρκ όμως  για να  καταστεί δυνατή   η ορθή  γνώση του παρελθόντος ίδρυσε στη Άγκυρα την ανωτάτη  Σχολή Γλώσσας, Ιστορίας και Γεωγραφίας. Εκεί ήθελε να διδαχτούν οι αρχαίες γλώσσες των Σουμερίων και των Χετταίων, να φανερωθεί η ιστορική αλήθεια. Ήθελε  οι ανασκαφικές  εργασίες και οι επιστημονικές μελέτες να γίνονται  από τούρκους. Ο Ατατούρκ  παρόλες τις λιγοστές  γνώσεις που είχε στη διάθεσή του τότε, θαύμαζε όλες τις ιστορικές περιόδους της Ανατολίας. Και γι΄αυτό  επισκέπτονταν τις ανασκαφές και  ρωτούσε συχνά τους επιστήμονες. Κανένας πολιτικός μας μέχρι σήμερα δεν έχει ενδιαφερθεί τόσο ουσιαστικά  και από κοντά για τις ανασκαφές. Ο Ατατούρκ δε δίσταζε να φέρνει και ξένους διδάσκοντες για την εκπαίδευση. Διότι πίστευε ότι θα υπάρξουν Τούρκοι με πνεύμα αυτοθυσίας, έξυπνοι και  ειλικρινείς   που  θα  μπορέσουν να μορφωθούν κοντά τους. Μετά  το θάνατό του όμως οι συνθήκες  άλλαξαν. Οι Άγγλοι ή οι  Γάλλοι που δίδαξαν πήραν μαζί τους πολλά έργα τέχνης και πολλές επιγραφές Σουμερίων, Ασσυρίων και Χετταίων με σφηνοειδή γραφή και που αποτελούν μοναδικές και πρωτότυπες  πηγές της Ιστορίες.  Δίχως  να αφήσουν κανένα αντίγραφο ξήλωσαν τις πρωτότυπες επιγραφές, εδώ και 70 χρόνια τις μεταφέρουν στα μέρη τους, δεν τις επιστρέφουν, αλλά  και δε δίνουν καμία πληροφορία στην Τουρκία για το περιεχόμενο τους. Ασφαλώς το μεγάλο σφάλμα ανήκει στη χώρα μας. Και όπως προαναφέραμε, η διδασκαλία από τους  ξένους αυτών των γλωσσών  της αρχαιότητας με μη ορθό  τρόπο δημιουργούσε φαύλους κύκλους. Να αναφέρω το  εξής παράδειγμα: το 1974 δίδασκε στο Τμήμα Γλώσσας Ιστορίας και Γεωγραφίας ο κρητικής καταγωγής αξιότιμος καθηγητής Φαζίλ Ναζμή Ρουκουν   που γνώριζε αγγλικά, γαλλικά, ελληνικά, αραβικά, οθωμανικά και που είχε διατελέσει σύμβουλος του Ατατούρκ. Ενώ δίδασκε στο  Τμήμα  αρχαία Ελληνικά και  Λατινικά ,  οι διοικούντες το τμήμα έδωσαν όλες τις αρμοδιότητες όχι στον άρτια εξοπλισμένο αυτό επιστήμονα, αλλά στον  γερμανό Jorg  Rode που δεν  ήταν τα αρχαία ελληνικά του και τόσο καλά. Αυτό ήταν αρνητικό  για τη χώρα μας, αλλά και ατυχία για το χώρο της επιστήμης.

Θα πρέπει να παραδεχτούμε  το εξής: σήμερα κατά πλειοψηφία η Τουρκία δεν   είναι  μία χώρα που αγαπιέται, αλλά μία χώρα που πάντα «αποφεύγεται». Αν σκεφτούμε την γεωγραφία  της,την στρατηγική της θέση  και τις ιστορικές της παραδόσεις καθώς και  το γεγονός ότι είναι χώρα με ρίζες, είναι καλύτερο  να σε αποφεύγουν παρά να σε συμπαθούν. Η Ανατολή όμως είναι πάντα ίδια. Τα τσαρούχια των Χετταίων  είναι ακόμη  στα πόδια μας, οι στάμνες τους δίπλα μας, τα έθιμα  τους ακόμα συνεχίζονται. Και οι περισσότεροι από μας μεταφέρουμε   αυτά τα έθιμα. Και γι αυτό το λόγο έχουμε στενούς δεσμούς  και με τους λαούς των γειτονικών μας  χωρών. Διότι, συμπεριλαμβανομένων και των  όμορων γειτόνων μας, σε όλη την περιοχή ζουν ακόμη και διατηρούν τη θέση τους στην καθημερινή μας ζωή τα ίχνη χιλιάδων ετών, τα  ήθη και έθιμά τους, οι συνήθειές τους.

 Ιδίως ορισμένες λεξούλες φιλοξενούν μέσα τους πάρα πολλά πράγματα. Για παράδειγμα η λέξη ganımet-λάφυρο  που υπάρχει στη τουρκική γλώσσα προέρχεται από τον Γανυμήδη. Η λέξη   TEMIZ- καθαρός από  τη Θέμιδα. Η λέξη korku πηγάζει από το  γοργός της αρχαίας που σημαίνει βλοσυρός-φοβερός.   Ποιος μπορεί να αρνηθεί το γεγονός ότι η λέξη yatır της τουρκικής - τάφος αγίου- προέρχεται από ένα  επίθετο του Ασκληπιού Ιατήρ, αλλά και το γεγονός ότι η λέξη ıyı  καλός, υγιής προέρχεται από το όνομα της κόρης του Ασκληπιού Υγείας;

Η τουρκική λέξη öz  από την ουσία και η λέξη mıras  της τουρκικής από  το μοιράζω  της ελληνικής και η σύνδεσή της με τη λέξη μοίρα της μυθολογίας. Σ’ αυτό τον τομέα είχε σπουδαίες εργασίες ο καθηγητής Σουάτ Μπαιντύρ. Ο πρόωρός του όμως θάνατος μας στέρησε από τις έρευνές του. Κάποιοι από τους   ξένους  περιηγητές που επισκέπτονταν τη χώρα μας κακώς ανέφεραν ότι οι Τούρκοι χρησιμοποιούν λάθος και  καταστρέφουν  τις ελληνικές λέξεις. Όμως η τουρκική είναι απλή, ό, τι γράφεις αυτό διαβάζεις. Γι αυτό η  λέξη Σμύρνη   στα τούρκικα γράφεται με z   Izmir και αυτό γίνεται γιατί το σίγμα  πριν το  μ  στα ελληνικά διαβάζεται ως ζήτα.

Να  αναφέρω ακόμη ότι  τα περισσότερα τοπωνύμια στην Τουρκία σήμερα διατηρούν τις αρχαίες τους ονομασίες. Μπορώ να αναφέρω πολλά περισσότερα παραδείγματα.   Οι παραπάνω κατηγορίες   για τη μη σωστή προφορά των ελληνικών από τους Τούρκους,  πηγάζουν από τους ξένους οι  οποίοι από πολιτική άποψη δε συμπαθούν την τουρκική κυριαρχία στα μέρη αυτά και   έτσι υποβιβάζουν και την τουρκική γλώσσα. Η τουρκική όμως έχει συσσωρεύσει πάρα πολλά πράγματα που προέρχονται από τους προηγούμενους αιώνες.

Κλείνοντας  θα  ήθελα να πω το εξής:

Ως ακαδημαϊκός που θέλει να εργάζεται από κοινού με την αρχαία και νέα ελληνική γλώσσα, αλλά και με τα λατινικά είμαι ευχαριστημένη από το γεγονός ότι περνώ τις ώρες μου με αυτές τις γλώσσες. Και αυτό γιατί συναντώ προτάσεις και κείμενα που εκπαιδεύουν την ψυχή, που δείχνουν τη θέση του ανθρώπου στη φύση και το πιο σημαντικό αναδεικνύουν την αξία της γεωγραφίας μας  και   μας διδάσκουν την ευθύνη που  έχουμε απέναντι της. Έτσι σκέπτομαι ότι ακόμη τίποτα δεν έχει εξαφανιστεί,   όλα όμως έχουν  αλλάξει  και αν πάμε έτσι πολλά πράγματα θα χαθούν.

Σας ευχαριστώ για την πρόσκλησή σας και για την υπομονή σας. Εύχομαι να έχουμε και άλλες παρόμοιες συναντήσεις.

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου