Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

H διδακτική της ψαλτικής τέχνης στους Κανονισμούς και στα Αναλυτικά Προγράμματα των Πατριαρχικών Σχολών Εκκλησιαστικής Μουσικής στην Κωνσταντινούπολη


δρ Αντώνιος Χατζόπουλος, H διδακτική της ψαλτικής τέχνης στους Κανονισμούς και στα Αναλυτικά Προγράμματα των Πατριαρχικών Σχολών Εκκλησιαστικής Μουσικής στην Κωνσταντινούπολη
Έκδοση Ιδρύματος Βυζαντινής Μουσικολογίας, Αθήνα, 2006, σ.431-458.

Παρουσιάζει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς τη μουσική παράδοση της Πόλης, τον τρόπο που τα παιδιά και οι ενήλικες εισέρχονται στο χώρο της εκκλησιαστικής μουσικής, το γενικό περιβάλλον της μουσικής, την διδακτική παράδοση της ψαλτικής,  αλλά  και την επίγνωση της ιστορικότητας που είχαν για την  ψαλτική τέχνη ειδικά  οι κάτοικοι της Πόλης. Έτσι γίνεται ίσως κατανοητός και ο πλούτος του εκκλησιαστικού μουσικού πολιτισμού που προέρχεται από την Πόλη  κατά τη διάρκεια του 19ου και στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Η παράδοση αυτή έχει φυσικά τις ρίζες της στη Βυζαντινή εποχή.
Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης στις αρχές του 19ου αιώνα αποτελούν ένα αξιοσέβαστο μέρος του πληθυσμού της Πόλης, και με επίκεντρο το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι παρόντες σ’ όλους τους τομείς του κοινωνικού και οικονομικού βίου, του πολιτισμού, των επιστημών και των τεχνών,  συμπεριλαμβανομένης  φυσικά και της μουσικής, της εκκλησιαστικης, της δυτικής και της εξωτερικής. Η  ομογένεια  είχε περιέλθει σε δεινή θέση λόγω της ελληνικής επανάστασης,   ανασυντάσσει όμως τις δυνάμεις της και κάνει περισσότερο αισθητή την πολιτισμική παρουσία της στην Πόλη ειδικά μετά το Τανζιμάτ 1839  που δίνει  ελευθερίες στους Ομογενείς.
Θα ξεκινήσω από την τελευταία λέξη του τίτλου της παρέμβασής μου, την Κωνσταντινούπολη. Θέλω να σας μεταφέρω   για πολύ λίγο στο κλίμα της εποχής, δίνοντας ελάχιστους  αριθμούς και λίγα στοιχεία  που είναι απόλυτα χρήσιμα  προκειμένου να γίνει κατανοητό το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο επί 110 περίπου έτη (1815-1925)  ρίζωσε η νέα μέθοδος της εκκλησιαστικής μουσικής. Θέλω να σας μεταφέρω στη μουσική πραγματικότητα της Πόλης, στην κοινωνία της ομογένειας που με ιστορικές πρωτοβουλίες της Εκκλησίας κράτησε ζωντανή τη μουσική παράδοση του γένους. Δε θέλω απλά να μεταφέρω με στεγνό τρόπο το τι και πως διδάσκονται  την εκκλησιαστική μουσική περιοριζόμενος σε ερμηνεία των Κανονισμών και των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών. Θέλω να μεταφέρω εν συντομία  την πραγματικότητα του εκκλησιαστικού μουσικού πολιτισμού της Πόλης που νομίζω ότι ήταν διδακτική για τους τότε, αλλά   για μας σήμερα  

Λίγες δεκαετίες  μετά το 1815  στα μέσα του 19 ου αιώνα ο συνολικός πληθυσμός της Πόλης είναι 900.000. Οι Έλληνες αριθμούν 250.000 ψυχές. Το 1872, ο αριθμός των Ελλήνων στην Πόλη παραμένει αμετάβλητος.Την ίδια εποχή ο καθαρά τουρκικός πληθυσμός της Πόλης είναι 200.000, λιγότεροι από τους Έλληνες,κάτι που αποδεικνύει σαφώς την πλεονεκτική θέση των Ελλήνων στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας. Το έτος, τέλος, 1957 ο αριθμός τους παραμένει αμετάβλητος γύρω στις 100.000, ενώ σήμερα αριθμούν γύρω στις 4.000 ψυχές. Το 1878 έχουμε 15.000 περίπου μαθητές, το 1957 περίπου  7.000, ενώ σήμερα 400.

Σ αυτή την Πόλη που οι Έλληνες διακρίνονται για την προσέλευσή τους στα πάσης φύσεως εκπαιδευτήρια της εποχής, που η δυτική μουσική παράδοση είχε ευρεία διάδοση (κάθε πολίτικο σπίτι είχε πιάνο) στο διάστημα πριν τη Συνθήκη της Λωζάνης, η μουσική τέχνη της Εκκλησίας ήταν ένα με την κοινωνική ζωή των Ελλήνων. Διδάσκεται συστηματικά στα σχολεία, σε ειδικές μουσικές σχολές, σε Σχολές των Συλλόγων και των Συνδέσμων, αλλά  και το αναλόγιο των ναών  είναι το καθεαυτού σχολείο της ψαλτικής.  Σχεδόν όλοι οι λόγιοι έχουν λόγο για τη μουσική της εκκλησίας, την εκτιμούν και τη θεωρούν αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας της Πόλης. Αποτελούσε ακόμη  και το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στους ¨Έλληνες και Τούρκους κατοίκους της Πόλης, ήταν «αδελφοποιός τέχνη» σύμφωνα με μουσικούς της εποχής. Η συναναστροφή με τους Τούρκους και τη  μουσική τους  είχε παλαιά παράδοση στην Πόλη. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ο Θεοφάνης Καρύκης (15ος αι.) μελοποιούσε με εκκλησιαστικό και  περσικό  ύφος, είχε ψάλει ακόμη και στο τέμενος, Το 1750 ο Σουλτάνος Μαχμούτ πρόσταζε τον Γεωργάκη Χανεντέ, να ψάλλει πάντα τα ξημερώματα το άσμα  “Σου καρσικί ντουνιγιά” σε ήχο πλ.α’, Χουσεϊνί,   Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Γάλλος Fonton αναφέρεται σε κάποιο Γεώργιο, «καύχημα» του παλατίου στο μουσικό τομέα γύρω στα  1750  και  ο οποίος πρώτος εισήγαγε το βιολί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία Ήταν δεξιοτέχνης όχι μόνο του βιολιού, αλλά και όλων των  μουσικών οργάνων της εποχής, Μάλλον πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Ο Δανιήλ Πρωτοψάλτης είχε  διδαχτεί από τον Ζαχαρία Χανεντέ, όπως και ο Γρηγόριος Πρωτοψάλτης από τον Ντεντέ Ισμαηλάκη Ο Γρηγόριος ήταν και μαθητής  Αρμενίων διδασκάλων προτού φοιτήσει δίπλα στον Ιάκωβο πρωτοψάλτη και Γ. Κρήτα,   Ο Θεόδωρος Φωκαεύς έψαλλε στο Γαλατά της Πόλης με το Σταυράκη που ήταν ειδικός των τουρκικών τραγουδιών, Ο Ευστράτιος Παπαδόπουλος (1817-1909) τέλος είχε μαθητεύσει δίπλα στο διάσημο Τούρκο μουσικό Σεφκή Δεδέ, Πολλές εκδόσεις που περιέχουν τουρκικά τραγούδια στην εκκλησιαστική παρασημαντική είδαν το φως της δημοσιότητας.  
Αναφορικά με τα παραπάνω η φράση-μαρτυρία του Μανουήλ Γεδεών «Τουλάχιστον οι εν Κωνσταντινουπόλει Χριστιανοί  και Μωαμεθανοί εκτιμώμεν και ηγαπώμεν αλλήλους»,που γράφτηκε, όταν ίδιος ήταν υπερογδοηκοντούτης, απηχεί την πραγματικότητα της από δεκαετιών βιωμένης προσωπικής του  εμπειρίας.
Και με τους άλλους λαούς που ζουν στην Αυτοκρατορία οι σχέσεις είναι αγαστές: Στην επέτειο γιορτή του Ελληνικού Μουσικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως  στις 4.12.1882, σε Αρχιερατική Λειτουργία, που τελέστηκε  στο ναό του Αγίου Νικολάου Γαλατά, παρευρίσκονται «Αρμένιοι, Δυτικοί,  Εβραίοι, για να ακούσουν τα αργά μουσουργήματα. «Οι συμπολίτες ημών Τούρκοι δεν πρέπει να ξεχνούν ότι δια τοιούτων μουσικών εκτελέσεων λεληθότως επιφέρουσι την αληθινήν σύμπνοιαν και ενότητα των πολυποίκιλων εθνοτήτων» λέει ο Παχτίκος με την ευκαιρία μιας συναυλίας που είχε παρακολουθήσει Πίστευε ότι η «μουσική ενασχόλησις φέρει τα εχέγγυα του ανθρωπισμού και της αδελφοποιήσεως»
Ο καθημερινός βίος στις πολίτικες οικογένειες διακρίνεται παράλληλα για τη  θρησκευτικότητά του και την προσήλωσή του  στα ορθόδοξα ήθη και έθιμα της βασιλεύουσας, αλλά και στη μουσική της Εκκλησίας. Ήταν σύνηθες γεγονός  η μετάβαση στην ακολουθία του Όρθρου τα ξημερώματα στην εκκλησία της κοινότητας, αλλά και η  συμμετοχή σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία, ιδιαίτερα βέβαια κατά τις μεγάλες εορτές, εκκλησιαστικές τελετές και άλλες θρησκευτικές εκδηλώσεις. Σε πολλές κεντρικές εκκλησίες η Λειτουργία τελείται κάθε μέρα, ενώ σημαντικές ακολουθίες όπως οι Νυμφίοι και η Ακολουθία των 12 Ευαγγελίων τη Μεγάλη Πέμπτη  τελούνται δύο φορές στις κεντρικές ενορίες της Πόλης.Στο ναό του Αγίου Δημητρίου στα Ταταύλα η Λειτουργία γίνεται κάθε μέρα,  Στην Παναγία του Πέρα η Θ. Λειτουργία της Κυριακής τελείται δύο φορές. Οι ναοί έχουν πολυπληθές εκκλησίασμα, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν καλλίφωνοι ψάλτες  και  χορωδιακή εκτέλεση  της ψαλμωδίας που συνιστάται από το Πατριαρχείο Οι πιστοί  συρρέουν,  όταν πληροφορούνται ότι θα εκτελεστεί κάποιο σπουδαίο μουσικό  μάθημα από δεξιοτέχνες της μουσικής  ή κάποιος καλοφωνικός ειρμός. Η  προσέλευση πολυπληθούς εκκλησιάσματος  συνδέεται με την ποιότητα και την καλλιφωνία του ψάλτη.Από την άλλη πλευρά αυτή η αθρόα προσέλευση των πιστών, λόγω της καλλιφωνίας των διακόνων, ιερέων και των ψαλτών, ήταν και η αιτία πλουτισμού των ενοριακών ναών. Αντίθετα δεν προτιμούνται οι μη δόκιμοι ψάλτες, η παρουσία των οποίων είναι διαδεδομένη στους ναούς της πόλης κατά  την δεκαετία του 1930..Πολλοί πιστοί συρρέουν αποκλειστικά στον Πατριαρχικό Ναό  του Αγίου Γεωργίου, όπου η μουσική παράδοση μένει προσηλωμένη στα κλασικά πρότυπα. Ο Μανουήλ Γεδεών αναφέρει ότι οι πιστοί  έρχονταν από όλα τα μέρη της Πόλης για να ακούσουν το  Γεώργιο Ραιδεστινό.
Τα πρώτα ακούσματα της εκκλησιαστικής μουσικής για τα παιδιά αρχίζουν  μέσα  στη ζωή της οικογένειας από την παιδική ηλικία με τη συμμετοχή της οικογένειας στην ενοριακή ζωή. Αυτή μπορούμε να τη   θεωρήσουμε ως μία επέκταση της οικογενειακής ζωής. Έχουμε  τη μουσική που  προσφέρεται  μέσα από την ενορία και που συνίσταται στο έθιμο της υπηρεσίας των μαθητών ως Κανοναρχών στα αναλόγια.   Στους ενοριακούς ναούς σημαντική είναι η καλλιέργεια της εκκλησιαστικής μουσικής, δεδομένου ότι ο κανονάρχης  είναι ένας  βασικός θεσμός για το αναλόγιο της εκκλησίας και αποτελεί μία ζώσα  παράδοση της Πόλης.Η πληθώρα των μαθητών των σχολείων είναι η δεξαμενή άντλησης έμψυχου υλικού για το αναλόγια.  Οι εκκλησιαστικές επιτροπές των ναών διορίζουν τους κανονάρχες, που είναι συνήθως ηλικίας έξι  έως  δεκαπέντε ετών, όπως ακριβώς τους κανονικούς ψάλτες του ιερού ναού Οι οικογένειες από την πλευρά τους στέλνουν στα αναλόγια  τα παιδιά , η δε εκκλησία τους διορίζει ως κανονάρχες έναντι συμβολικής αμοιβής παρουσία τους είναι τακτική και ανελλιπής  με συμμετοχή στα ψαλτικά δρώμενα του ναού. Θεωρούσαν τιμή την υπηρεσία του Κανονάρχου.  
 Στις οικογενειακές συνάξεις ευρεία είναι και η χρησιμοποίηση της εκκλησιαστικής μουσικής και κατά τα γλέντια που γίνονται στα σπίτια των Ελλήνων της Πόλης  με διάφορες αφορμές και ευκαιρίες. Σ’ αυτές τις συνάξεις ψάλλονται, παράλληλα με τους  εκκλησιαστικούς ύμνους, διάφορα άλλα  σκωπτικά, χιουμοριστικά, ερωτικά, αλλά και μορφωτικά-διδακτικά μέλη, με βάση πάντα  τους οκτώ ήχους, τα Προσόμοια, τα Δοξαστικά και τα άλλα είδη της εκκλησιαστικής μουσικής Τα μέλη αυτά ψάλλονταν συνήθως στις νυχτερινές «Βεγγέρες», που γίνονταν σε οικογενειακό κύκλο, και κατά τη ώρα του γεύματος «άρχιζαν οι αστεϊσμοί» και «επαναλαμβάνοντο τα άσματα, έστιν ότε και «ψαλμοί» αδόμενοι υπό των δοκίμων της εκκλησιαστικής μουσικής  και η συναναστροφή ετελείωνεν»μας αναφέρει ο Α.Συγγρός στα Απομνημονέυματά του. Μαζί με τα παραπάνω ψάλλονταν επίσης διάφοροι διδακτικοί Κανόνες του μοναχού Καισαρίου Δαπόντε(1713-1784), από τους οποίους οι παρόντες αντλούσαν σπουδαίες ιστορικές και άλλες διδακτικές πληροφορίες, κάτι που ασφαλώς είχε μορφωτικές  επιδράσεις στα παιδιά και στους ενήλικες.Ευρεία  είναι η  χρήση της εκκλησιαστικής παρασημαντικής για τη σύνθεση νέων μελών που δεν προβλέπονται από το τυπικό της Εκκλησίας και  προορίζονται να εξυπηρετήσουν διάφορους άλλους σκοπούς. Έτσι ο Πρωτοψάλτης Γεώργιος Ραιδεστινός  μελοποιεί ειδικό άσμα το 1881 προκειμένου αυτό να ψαλεί  σε κάποιο γάμο στην Πόλη. Παρόμοιο άσμα είχε ψαλεί στο  γάμο του κ. Ψάχου. Το 1901 ο « Όμιλος Φιλομούσων Νέων» του Βαφεοχωρίου αναθέτει σύνθεση νέου πολυχρονισμού στο μουσικό Γεώργιο Παχτίκο για το  συντοπίτη τους Πατριάρχη Ιωακείμ τον  Γ΄.Μετά την επανάσταση των Νεότουρκων το 1912, είχε μελοποιηθεί  σε πρώτο ήχο ακόμη και ο «Ύμνος του Οθωμανικού  Συντάγματος».
 Εκτός από τα παραπάνω υπάρχει και η σπουδαία συμβολή της καθημερινής διδακτικής  πράξης του ελληνικού σχολείου της Πόλης, όπου διδάσκεται η εκκλησιαστική μουσική  παράλληλα  με την   ευρωπαϊκή. Η εκκλησιαστική μουσική διδάσκεται σε όλα σχεδόν τα σχολεία της Πόλης με ειδικά εγχειρίδια που προορίζονται για μαθητές, που είχαν έγκριση του Πατριαρχείου και ήταν   ειδικά γραμμένα για μαθητές των σχολείων. 
Τα παραπάνω μας δίνουν την εικόνα  της παρουσίας της μουσικής της Εκκλησίας στην Πόλη,  και είναι αποδεικτικά στοιχεία των μουσικών βιωμάτων που  είχαν οι Έλληνες της  Πόλης Είναι ένα με την καθημερινότητα τους η μουσική.Τα  εκκλησιαστικά μουσικά δρώμενα στην Πόλη του 19ου και 20ού αιώνα είναι ταυτόχρονα προσανατολισμένα προς την εκκλησιαστική, αλλά και δυτική μουσική παράδοση, έχουν παλμό και πλούτο και μονοπωλούν τη μουσική κίνηση στην Πόλη επί πολλές δεκαετίες.   
Σ’ αυτό το περιβάλλον λοιπόν που προσπάθησα να σας περιγράψω αρχίζει η νέα εποχή της εκκλησιαστικής μουσικής το 1815 με τη μεταρρυθμιστική κίνηση  του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Δυο πολύ σπουδαία κείμενα του μαρτυρικού και φωτισμένου Οικουμενικού Πατριάρχη Κυρίλλου του Ε΄ βλέπουν το φως της δημοσιότητας  στην εφημερίδα Ελληνικός Τηλέγραφος της Βιέννης το έτος 1916: Είναι η Προκήρυξις  και η Εγκύκλιος Συνοδική  Επιστολή που δημοσιεύθηκαν στον Ελληνικό Τηλέγραφο   το  Ιανουάριο του  1816  και είχαν υπογραφεί από  τη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου  στις 25 Νοεμβρίου του 1815.Είναι τα πρώτα κείμενα που  εγκαινιάζουν μια νέα εποχή στην εκκλησιαστική μουσική, καθιερώνοντας επίσημα τη νέα μέθοδο της μουσικής και ιδρύοντας  την πρώτη Πατριαρχική Σχολή Εκκλησιαστικής Μουσικής της νέας αυτής μεθόδου, που τη στιγμή της υπογραφής στις 25 Νοεμβρίου του 1815 ήδη μετρούσε τέσσερις μήνες λειτουργίας. Πριν περάσω στα κείμενα αυτά ας μου επιτραπεί να κάνω μία μικρή απόλυτα συνοπτική ιστορική σύνδεση αναφορικά με τη μουσική διδακτική παράδοση της Πόλης.
Από τον 18ο  αιώνα έγιναν επίσης αξιόλογες προσπάθειες για μουσικές σχολές στην Κωνσταντινούπολη. Και πριν  τη μεταρρύθμιση λειτούργησαν όπως ήταν φυσικό Σχολές της  Μουσικής. Το  1727 ιδρύεται  επί του Πατριάρχου Παϊσίου του Β΄ «κοινόν μουσικόν φροντιστήριον εις ωφέλειαν του ημετέρου γένους», που έχει τρεις τάξεις και  τα μαθήματα γίνονται «ένδον της  πατριαρχικής αυλής»  σε κληρικούς και λαϊκούς. Και διδάσκονται από τον Ιωάννη τον Τραπεζούντιο κάθε μέρα «εκεχειρίας τε πολλάς μη άγειν, ουδέ αργίας»    Το 1776, ιδρύεται νεά σχολή  στην οποία  δίδαξαν ο πρωτοψάλτης Δανιήλ  και  ο Ιάκωβος Πελοποννήσιος  που ήταν α΄ δομέστικος. Δε γνωρίζουμε τη διάρκεια  λειτουργίας της Σχολής,  ούτε και το αν αυτή λειτούργησε μέχρι τα χρόνια της επόμενης. Το 1791 πάντως επί της πρώτης  πατριαρχίας του Νεοφύτου του Η΄ έχουμε ένα καλό  οργανωμένο   «κοινόν  σχολείον», όπως ονομάζεται,το οποίο  μνημονεύεται  σε  συνοδικό γράμμα του Πατριάρχου, το οποίο  καθορίζει με κάθε λεπτομέρεια   τα  της μισθοδοσίας του Πρωτοψάλτη Ιακώβου και του Λαμπαδαρίου Πέτρου του Εφεσίου Από το γράμμα  αυτό διαφαίνεται ότι οι Πρωτοψάλτες του Πατριαρχικού Ναού  ήδη  δίδασκαν σε μαθητές,  αυτοί όμως δε σημείωναν   πρόοδο και  ως αίτιο της κατάστασης  θεωρήθηκε η πενιχρή αμοιβή των ψαλτών. Το  Πατριαρχείο, σύμφωνα με το συνοδικό γράμμα,  αποφάσισε ότι οι ειδικοί της εκκλησιαστικής μελουργίας πρέπει να «καρπούνται παρά της εκκλησίας εισοδήματα». Καθορίζεται αναλυτικά το ποσό  που θα λαμβάνει ο Ιάκωβος Πρωτοψάλτης για τη χοροστασία στο ναό, για τη  φροντίδα και επιστασία του τυπικού, για το Πάσχα «λόγω φιλοδωρίας», αλλά και για το «διορισθέν αυτώ κοινόν σχολείον».  Πρώτη φορά σ’ αυτή τη Σχολή  ορίζεται η  διδασκαλία να είναι τετραετής ή πενταετής, δε διασώθηκαν όμως συγκεκριμένα ιστορικά στοιχεία για τη θεωρία και τη διδακτική  πράξη που ακολουθήθηκε. Δεν είναι γνωστή η διάρκεια λειτουργίας της τρίτης αυτής Σχολής του παλιού συστήματος, όπως και αυτών που προηγήθηκαν, αλλά ο πατριαρχεύσας από το 1801-1806 Καλλίνικος ο Ε’ κατηγορεί σε γράμμα του το Νεόφυτο ότι  ήταν υπαίτιος της διακοπής της λειτουργίας της Μουσικής Σχολής. Η Σχολή αυτή του Νεοφύτου, ούτως ή άλλως λειτούργησε κατά την περίοδο των  ιστορικών αλλαγών που αφορούν την παρασημαντική, αλλά και όλη τη μελλοντική εξέλιξη της μουσικής. Στην αλλαγή του αιώνα έχουμε τις ιστορικές αλλαγές της γραφής, αλλά και τη μετάβαση  στη νέα εποχή της μουσικής της εκκλησίας.

Επιστέφοντας στα κείμενα του Πατριάρχου Κυρίλλου, που σημειωτέον  δεν έτυχαν  της δέουσας προσοχής της έρευνας, παρατηρούμε ότι  μας περιγράφουν  με αρκετές λεπτομέρειες, από   τα πλέον επίσημα χείλη του Πατριάρχη Κυρίλλου του Ε΄ την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η εκκλησιαστική μας μουσική:  «Τοις προσερχομένοις χαλεπά και εργώδη συνέβαινε, πάντα τα γαρ σχεδόν τα οικεία συστατικά, και τον χρόνον αυτόν εσχάτως αποβαλούσα εδόκει» Είχε χάσει «πάσαν ερμηνευτικήν μέθοδον,έντεχνον και κανονικήν θεωρίαν επιστήμοξνα λόγον και επι πλέον «μιιμήσει μόλις και ακοή εγένετο μαθητή τοις οξυτέροις και φιλοπονοτέροις». Κι το σημαντικότερο δύο ή τρέις το πολύ  μουσικοί γνώριζαν την ιερά αυτή ασματική τέχνη σύμφωνα με τον Κύριλλο.Στην κατεξοχήν εποχή των επαναστατικών κινημάτων  που επινοήθηκε η νέα μέθοδος της μουσικής, έρχονται αυτά  τα δύο κείμενα να επισφραγίσουν  την ουσιαστική παρέμβαση του Οικουμενικού  Θρόνου στα  πράγματα της εκκλησιαστικής μουσικής που παρόλη τη διστακτική στάση σε κάθε τι το νέο που δικαιολογημένα τηρεί, δε διστάζει να καθιερώσει αυτό που είναι προς το συμφέρον της λατρευτικής παράδοσης  της Ορθοδοξίας. Η Προκήρυξη και η Επιστολή του Νοεμβρίου του 1815, που είναι και τα πρώτα επίσημα κείμενα για την ίδρυση και λειτουργία της Σχολής, και ταυτόχρονα η επιστημονική βάση για τη νέα μέθοδο. Κάνουν  μεταξύ των άλλων και  μία σπουδαία επισήμανση. Αυτή αφορά την παλαιά μέθοδο και αναφέρει ότι  η παλιά σημειογραφία στα χρόνια πριν τη μεταρρύθμιση βρισκόταν  σε ασάφεια, υπήρχε έλλειψη μίας καλής μεθόδου, η «καιρική περιπέτεια κατέχωσεν εις τον βυθόν της φθοράς και της λήθης» την εκκλησιαστική  μουσική, η οποία  ήταν γνωστή μόνο σε «δύω ή το πολύ τρία των ενταύθα μουσικών πρόσωπα». Αυτή η διαπίστωση του Κυρίλλου μαρτυρείται νωρίτερα  κυρίως από ξένους ερευνητές, οι οποίοι  είχαν επισημάνει ότι ελάχιστοι Έλληνες μουσικοί   ήταν σε θέση να ερμηνεύσουν  τα εγχειρίδια  της σημειογραφίας.  Κατ’  επέκταση η  παράδοση της μουσικής ήταν κυρίως προφορική.Με τη διαπίστωση αυτή  επιβεβαιώνεται   ότι πράγματι η σημειογραφία είχε περιέλθει σε αχρηστία και ότι η εκμάθηση γινόταν  από μνήμης.Με βάση τα παραπάνω ο Κύριλλος  τεκμηριώνει την αναγκαιότητα της διάδοσης της νέας γραφής της εκκλησιαστικής μουσικής με την ίδρυση της Σχολής. Τονίζει ότι η μέθοδος αυτή, που βρήκαν οι «αξιέπαινοι και φιλόπονοι άνδρες», δίνει τη δυνατότητα στους νέους να μάθουν τη μουσική εντός ενός χρόνου αντί για  δέκα και είκοσι του παλιού, να   ψάλλουν  κάτι με λίγη μελέτη «απαραλλάκτως με τον ασματογράφον και ποιητήν»  και όλα αυτά  δίχως η νέα μέθοδος «να παρεισάγη φωνών και σχημάτων νεωτερίσματα».

Το τετράμηνο  που μεσολάβησε από τότε που άρχισαν οι παραδόσεις μέχρι το Νοέμβριο του 1815 που στάλθηκαν τα κείμενα της Προκήρυξης και της Επιστολής, οι μαθητές είχαν ήδη προοδεύσει, πράγμα που  κατά τον Κύριλλο ήταν και  η απόδειξη των όσων υπόσχεται η νέα μέθοδος.Ο Πατριάρχης στο τέλος της Επιστολής επισημαίνει τις τεράστιες δαπάνες που απαιτούνται για τους μισθούς των διδασκάλων και για τη  μεταγραφή των παλαιών βιβλίων. Φέρνοντας παράδειγμα τους ομογενείς της Πόλης (φιλόλαοι και φιλόμουσοι προύχοντες του ημετέρου γένους), που βοήθησαν στην ίδρυση της Σχολής, παραγγέλλει στον αποδέκτη της επιστολής Αρχιερέα  να γραφεί συνδρομητής, να υπογράψει στο τέλος της διακήρυξης που στάλθηκε μαζί και να ειδοποιήσει τους φιλόμουσους και  ευκατάστατους συμπατριώτες του ποιμενάρχη να συνδράμουν οικονομικά τη Σχολή.Αυτό που ιδιαιτέρως νοιάζεται ο Πατριάρχης  Κύριλλος ο Στ΄ είναι η αποστολή στην Πόλη,  με πρόνοια  των κατά τόπους Ιεραρχών του Πατριαρχείου δύο τριών καλλιφώνων μαθητών από κάθε Αρχιερέα στη Σχολή, οι οποίοι θα φοιτούσαν  «ανεξόδως» στη νέα μέθοδο και ο αρχιερέας έπρεπε  μόνο να φροντίσει για τη  «ζωοτροφία» τους και τα ενδύματά τους. Αυτοί  εντός ενός χρόνου θα επέστρεφαν στον τόπο τους και θα διέδιδαν τη νέα μέθοδο κάτι που ασφαλώς πραγματοποιήθηκε.

Ως χρόνος  έναρξης της λειτουργίας της Σχολής πρέπει να θεωρηθεί με σιγουριά ο  μήνας Ιούλιος του 1815. Σύμφωνα με μία μαρτυρία, μετά από την Εγκύκλιο του Πατριάρχου το Νοέμβριο του 1915,  συρρέουν «σμήνη» νέων και ηλικιωμένων  στην Πόλη,  που ήθελαν να διδαχτούν την ψαλτική τέχνη με το νέο σύστημα Η επίσημη ονομασία της πρώτης  αυτής Μουσικής Σχολής του Κυρίλλου ήταν «Κοινόν Σχολείον μουσικής», αλλά και  «Κοινή του Γένους Μουσική Σχολή», ενώ  η ονομασία της νέας παρασημαντικής είναι  «νέα μέθοδος». Μετά από τις έγγραφες διαβεβαιώσεις που είχαν δώσει οι τρεις δάσκαλοι, αποφάσισαν την ίδρυση της Σχολής όλοι από κοινού, οι προύχοντες, η Σύνοδος,  οι «φιλόμουσοι και οι φιλόκαλοι» της Βασιλεύουσας
Από την πρώτη στιγμή διορίστηκαν  Έφοροι και μάλιστα οι Έφοροι αυτοί  ήταν κληρικοί και λαϊκοί. Από τους Αρχιερείς ο Μητροπολίτης Εφέσου Διονύσιος  και ο Ηρακλείας Μελέτιος, από τους Άρχοντες ο Γεώργιος Μαυροκορδάτος και από τους εμπόρους ο Μιχαήλ Βασιλείου.  Όλοι αυτοί επιστατούσαν άγρυπνα για την εύρυθμη λειτουργία της Σχολής Μετά από τη  φοίτηση των πρώτων  μαθητών στη Σχολή, η Ι. Σύνοδος του Πατριαρχείου προφανώς για  να πειστεί  περαιτέρω για το καταληπτό του νέου συστήματος  «ανακρίνει» τους μαθητές και τους υποβάλλει διάφορα ερωτήματα για τη θεωρία και την πράξη της μουσικής.Το 1817 ήδη είχε αγοραστεί λιθόκτιστη οικία στο Φανάρι που ήταν και η ιδιόκτητη  στέγη της Σχολής.Για την πρώτη αυτή Σχολή δεν   εκδόθηκε κάποιος Κανονισμός,  καθώς η επικράτηση  των Κανονισμών είναι κάτι το μεταγενέστερο που καθιερώνεται κατά το  δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η φοίτηση ήταν διετής  και είναι   χαρακτηριστικό ότι στην πρώτη αυτή  Σχολή του Κυρίλλου  στα μέλη της Εφορίας συμπεριλαμβάνεται και ο Εφέσου, ο οποίος πρωτοστάτησε στη  δικαίωση  του   Χρυσάνθου και στην καθιέρωση του νέου συστήματος. Στους αποφοίτους της Σχολής δίνονταν μετά από εξετάσεις «γράμμα αποδεικτικόν» που υπέγραφαν οι τρεις δάσκαλοι και οι Έφοροι της Σχολής. Επί  6 χρόνια  η σπουδαία διδακτική  πράξη αυτής της Σχολής ξεπέρασε τα όρια της Πόλης και έφθασε στον τότε απελευθερωμένο ελληνικό χώρο, αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδας. Αυ΄το δείχνει σαφώς  και τη δύναμη της διδακτικής ικανότητας των τριών διδασκάλων που δίδαξαν εκεί.  Άνθιμος ο Εφεσιομάγνης, ο Αντώνιος Σιγάλας, ο Αναστάσιος  Ταπεινός, Ζαφείριος Ζαφειρόπουλος, ο Συμεών Κοντός είναι μερικά ενδεικτικά ονόματα που καταδεικνύουν το υψηλό επίπεδο σπουδών. Η έλλειψη αναλυτικών προγραμμάτων, αλλά και Κανονισμών  δυστυχώς δεν νας επιτρέπει να έχουμε μία  αναλυτική εικόνα για το διδκατικό έργο της πρώτης αυτής Σχολής της νέας μεθόδου.Το άριστο όμως Θεωρητικό όμως του Χουρμουζίου που το αυτόγραφό του βρίσκεται εδώ στην Εθν.Βιβλιοθήκη και που φέρει χρονολογία 1829 (δείχνει μια σαφή και αποκρυσταλλωμένη εικόνα της Θεωρίας)   μαρτυρεί   για το υψηλό επίπεδο των σπουδών που παρέχονται στους μαθητές, σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός της πληθώρας ικανότατων μουσικών που αποφοίτησαν από τη Σχολή. Οι τρεις δάσκαλοι ήταν αυτοί που συστηματικά οργάνωσαν τη διδακτική πράξη στην Σχολή που είχε άριστα αποτελέσματα. Μάταια  ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος  ο Ε΄ προσπαθεί να βρει οικονομικές ενισχύσεις λίγους μήνες πρίν το μαρτυρικό του θάνατο (που επήλθε το 1821 μαζί με τον Κύριλλο τον στ΄) από τους ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας για τη μεταγραφή των μουσικών βιβλίων στη νέα μέθοδο.
Ακολουθούν τα ταραγμένα χρόνια της επικράτησης της τετραφωνίας, αλλά και προσπάθειες για ανασύσταση της μουσικής Σχολής. Έτσι στα 1846-47 ο Πατριάρχης  Άνθιμος ο Στ΄  προτρέπει τους τρεις μουσικοδιδάσκαλος Κωνσταντίνο Πρωτοψάλτη, Ιωάννη Λαμπαδάριο και Στέφανο Α΄ Δομέστικο που ταυτόχρονα απαρτίζουν  και την τότε Μουσική Επιτροπή του Πατριαρχείου, «ίνα παραδίδωσιν αμισθί εν τακταίς ημέραις  μουσικά μαθήματα όλους τους θέλοντας διδαχθήναι έκ τε της Κωνσταντινουπόλεως και εκ των έξω μερών ερχομένους, ίνα μη δι’ έλλειψιν τοιαύτης γνησίας μουσικής διδασκαλίας, λαμβάνουσι χώραν τα απαγορευμένα καινοφανή συστήματα». Απ’ ό,τι φαίνεται η άτυπη αυτή μουσική  Σχολή λειτούργησε τουλάχιστον μέχρι το 1850, καθότι ο μετέπειτα πατριαρχεύσας Άνθιμος ο Δ΄  στα 1850 προσπάθησε  και αυτός να τη  διατηρήσει σε λειτουργία, καλώντας  και προτρέποντας  τους Αρχιερείς του Πατριαρχείου  με Επιστολή-Εγκύκλιό του να στείλουν  μαθητές στην Πόλη, όπου εξακολουθούσαν  να διδάσκουν οι ίδιοι μουσικοδιδάσκαλοι «κατά το ύφος της Μεγάλης Εκκλησίας».Οι Μουσικοδιδάσκαλοι αυτοί εξακολουθούν να διδάσκουν στην Πόλη  «αμισθί μουσικά μαθήματα» και μπορούν, όσοι είναι εφοδιασμένοι με σχετικό αρχιερατικό γράμμα, να έλθουν να φοιτήσουν..
Πάντως η άτυπη αυτή Σχολή μπορεί να μην ήταν οργανωμένη, όπως αυτές που θα ακολουθήσουν, εν τούτοις όμως είναι και αυτή η  συνέχεια  της πρώτης Σχολής του Κυρίλλου. Η Σχολή αυτή ήταν η  άμυνα  του Πατριαρχείου απέναντι στα νέα συστήματα που είχαν εμφανιστεί και  απειλούσαν  την εκκλησιαστική μουσική. Σκοπό είχε δε, με τη διδασκαλία του ήδη επικρατούντος νέου συστήματος να αποτρέψει την επικράτηση και τη διάδοση  άλλων συστημάτων. Σ’ αυτό βέβαια συνετέλεσε και η προσωπικότητα του Ανθίμου του Στ΄, που ήταν και ο αποστολέας των Εγκυκλίων, που καταδίκαζαν τα διάφορα νέα συστήματα.
Το 1866 που επίσημα οι σχολές φέρουν την ονομασία Πατριαρχικές Σχολές Εκκλησιαστικής Μουσικής, κατά το τελευταίο εξάμηνο της Πατριαρχίας του Σωφρονίου του Β΄, ιδρύεται η Πατριαρχική  Σχολή της Εκκλησιαστικής Μουσικής, που λειτούργησε επί βραχύ χρονικό διάστημα στο οίκημα του Αγίου Αθανασίου.Ο Κανονισμός της Σχολής αυτής, αποτελείται συνολικά από εννέα άρθρα. Είναι ο δεύτερος Κανονισμός (ο πρώτος το 1863 για το Μουσικό Σύλλογο που είχε ιδρυθεί στην Πόλη με τη συγκατάθεση του Πατριαρχείου), που εκδόθηκε σχετικά με μουσική και ο πρώτος για πατριαρχική Μουσική Σχολή. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι σημαντικές ιστορικές πληροφορίες για τις Σχολές τις  Πατριαρχικές Εκκλησιαστικής Μουσικής μας δίνουν οι Κανονισμοί και τα Αναλυτικά Προγράμματα που εκδίδονταν. Οι σχετικές ελευθέριες που δόθηκαν στους  έλληνες της Αυτοκρατορίας μετά το Τανζιμάτ, είχαν θετικό αντίκτυπο στην οργάνωση της εκπαιδευτικής ζωής της ομογένειας. Κάθε κοινότητα, κάθε σχολείο, κάθε Σύλλογος, κάθε Σωματείο, κάθε Μουσική Σχολή είχε το δικό της Κανονισμό, το δικό του αναλυτικό πρόγραμμα. Στην αρχή του Κανονισμού του 1866 υπάρχει επιστολή των Μητροπολιτών Γάνου και Χώρας Χρυσάνθου, του Αρχιμ. Γερμανού Σιναΐτη  και του Μεγάλου  Ρήτορος Ηλία Τανταλίδη, που είναι οι συντάκτες του. Αυτοί διαπιστώνουν ότι ήταν  ατόπημα  η απλούστευση του παλαιού συστήματος που είχε περιορίσει  τη μουσική στην πρακτική της διάσταση και κατέστησε προβληματική τη θεωρία, για την οποία διαφωνούσαν οι τότε μουσικοί. Ευθύς στο πρώτο άρθρο αναφέρεται η ίδρυση της Σχολής, η εξάρτησή της από τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία  και η ονομασία της που είναι Πατριαρχική Σχολή της Εκκλησιαστικής Μουσικής. Η εκλογή των διδασκάλων  γίνεται απ’ ευθείας από τον Πατριάρχη, η διάρκεια διδασκαλίας  είναι τετραετής   και  κάθε δάσκαλος αναλαμβάνει μία τάξη, στην οποία θα πρέπει να διδάξει επί τέσσερα έτη χωρίς να μπορούν οι μαθητές κατά τη διάρκεια των σπουδών να αλλάζουν δάσκαλο. Επειδή δεν υπάρχουν ακόμη εκδόσεις αναλυτικών προγραμμάτων, το κενό αυτό καλύπτουν οι Κανονισμοί. Η διδακτέα ύλη  προσδιορίζεται από το  άρθρο δ’ του Κανονισμού, και προβλέπει στην πρώτη τάξη να διδαχτούν  τα πρώτα στοιχεία της  μουσικής και το σύντομο στιχηραρικό σ’ όλα  τα γένη, στη δευτέρα  το αργό στιχηραρικό, στην τρίτη το αργό και σύντομο ειρμολογικό και στην τετάρτη  το παπαδικό και το καλοφωνικό  από το μαθηματάριο. Προβλέπεται ακόμα η έκδοση ιδιαίτερου προγράμματος από τη Εφορία για τα μαθήματα  και γίνονται παραινέσεις προς τους διδάσκοντες να κρατούν την «καθαρότητα της προφοράς, το κόσμιον και σοβαρόν ύφος της Μεγάλης Εκκλησίας»  και να αποφεύγουν τους ξενισμούς και την «ιδιότροπον αρέσκειαν».Αυτό που κάνει ιδιάιτερη εντύπωση είναι το γεγονός ότι ο Κανονισμός επέβαλλε στο δάσκαλο που αναλάμβανε την πρώτη τάξη να εξακολουθεί να διδάσκει μέχρι την τετάρτη, δίχως να επιτρέπεται η μετάβαση από δάσκαλο σε δάσκαλο κατά τη διάρκεια των σπουδών.  Η Σχολή αυτή λειτούργησε μετά τον Απρίλιο του 1866, που είναι ο μήνας που εγκρίθηκε και κυκλοφόρησε ο Κανονισμός. Θεωρήθηκε ως παράρτημα της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Το Νοέμβριο του 1867 ο Πατριάρχης Γρηγόριος, με την ευκαιρία  σύνταξης του Κανονισμού  της Σχολής του 1868 που θα ακολουθήσει, σε επιστολή, που στέλνει στη συντακτική επιτροπή, μνημονεύει  σχετικά με τη λειτουργία της: «εκκλησιαστικώς εγκρίνοντες την επανάληψιν της, ουκ ίσμεν όπως, επ’ εσχάτων διακοπείσης συστηματικής και συνεχούς εν τη καθ’ ημάς Πατριαρχική Μουσική Σχολή διδασκαλίας».Σύμφωνα και με τα παραπάνω λεχθέντα του Πατριάρχη Γρηγορίου,η Σχολή του 1868, που λειτούργησε στη  συνέχεια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η συνέχεια της προηγούμενης. Ο Κ. Ψάχος  μνημονεύει  κάποιο Κώδικα Πρακτικών Μουσικής Σχολής του 1868 με ολίγα φύλλα, αναφέροντας  ταυτόχρονα ότι τον έχει δει ο ίδιος προσωπικά  το 1899 στα αρχεία του Πατριαρχείου  και που  εκτός από τα Κείμενα, που αργότερα τυπώθηκαν και υπάρχουν  στον Κανονισμό της Σχολής αυτής, περιέχει και πρακτικά των Συνεδριάσεων της Σχολής. Αυτό δείχνει  ασφαλώς ότι η Σχολή  αυτή λειτούργησε σε περισσότερο οργανωμένη βάση  από την προηγούμενη. Το 1868 έφορος της Σχολής διορίζεται ο Χίου Γρηγόριος, που είχε συντάξει και τον Κανονισμό της Σχολής Ο Κανονισμός  αυτός  παρατηρούμε ότι είναι αρτιότερος του προηγουμένου και περιλαμβάνει συνολικά δεκαεννέα άρθρα. Στο τέλος του Κανονισμού υπάρχει Εγκύκλιος επιστολή του Γρηγορίου προς τις  ενορίες, με την οποία τους ανακοινώνει ότι στη σχολή γίνονται δεκτοί «πάντες οι βουλόμενοι διδαχθήναι συστηματικώς και ευμεθόδως και κατά το ύφος της Μεγάλης Εκκλησίας την Εκκλησιαστικήν Μουσικήν, και διαφερόντως πάντες όσοι προτίθενται μετελθείν το επάγγελμα των ιεροψαλτών εν ταις εκκλησίαις του Οικουμενικού και Αποστολικού Θρόνου».Εγκρίνεται και υποβάλλεται στον Πατριάρχη Γρηγόριο στις  17 Ιανουαρίου του 1868  και ασφαλώς μετά από αυτό το μήνα μπορεί να τοποθετηθεί η έναρξη της  λειτουργίας της Σχολής, που κράτησε μέχρι το 1872
 Ο Κανονισμός αυτός περιέχει περισσότερες λεπτομέρειες. Καθορίζει σφραγίδα της Σχολής που  έχει στο μέσο της τον Ιωάννη το Δαμασκηνό και γύρω από αυτή τη φράση  Εφορία της Πατριαρχικής Σχολής της Εκκλησιαστικής Μουσικής. Αξιοπρόσεκτο ακόμα είναι το γεγονός ότι ο Γραμματέας υποχρεούται να κρατεί και το μαθητολόγιο, αλλά και τον κατάλογο όλων των ψαλτών της Αρχιεπισκοπής. Εκτός από τους δύο Πρωτοψάλτες του Πατριαρχικού Ναού, που την εποχή αυτή είναι ο Σταυράκης Γρηγοριάδης και ο Γεώργιος Ραιδεστινός, ως επιπλέον διδάσκοντες ορίζονται  στο άρθρο ε΄ οι: Ιωάννης Ζωγράφος, Δημ. Βυζάντιος, Γεώργιος Βιολάκης, Ιωάσαφ Ρώσος, Χ. Παναγώτης Προυσαεύς, Σωτήριος Βλαχόπουλος  και Θεόδωρος Αριστοκλής ως   οι  «ικανώτεροι των εν ταις εκκλησίαις ψαλτών» και σε περίπτωση που πλεονάζει αριθμός των δασκάλων, αυτοί αναλαμβάνουν να εκγυμνάζουν τους πρωτόπειρους  ψάλτες   της Πόλης.Η φοίτηση  είναι και πάλι τετραετής και το αναλυτικό πρόγραμμα των μαθημάτων σε κάθε τάξη παραμένει το ίδιο, όπως και στον Κανονισμό του 1866, τα δε βιβλία της διδασκαλίας ορίζονται με συνεννόηση των διδασκόντων και της εφορίας. Η επιλογή των διδασκόντων για κάθε τάξη γίνεται με μυστική ψηφοφορία.. Τώρα ο  Κανονισμός υποχρεώνει   όλους τους ψάλτες της Αρχιεπισκοπής να συγκεντρώνονται «δίς του μηνός κατά Κυριακήν, ψάλλωσι κατά  χορούς εκκλησιαστικά άσματα ιερών ακολουθιών πάσης εορτής μετά της απαιτουμένης ευκοσμίας και σεμνότητος και μετά καθαρής προφοράς, προς γενικήν και ομοιόμορφον τακτοποίησιν και διατήρησιν του κοσμίου και σοβαρού ύφους  της Μεγάλης Εκκλησίας,υπό την εποπτείαν των ειρημένων μουσικοδιδασκάλων της Σχολής. Εν τω καιρώ δε της χοροστασίας ταύτης συμπαρίστανται ακροόμενοι και οι φοιτηταί».. Εκτός  από αυτό ο Κανονισμός απαγορεύει μετακινήσεις των ψαλτών  χωρίς τη γνώση της Εφορίας και  απαγορεύει την αυθαίρετη παύση τους από τους επιτρόπους των ναών  Δίνει, τέλος, εντολή στους Εφόρους να επιτηρούν αυστηρώς τους ψάλλοντες και να περιέρχονται τις ενοριακές εκκλησίες προκειμένου να παύσουν οι «αυτάρεσκοι ξενισμοί».Στο ενεργητικό της δραστηριότητας της Σχολής συγκαταλέγεται και η έκδοση της Μουσικής Βιβλιοθήκης για τις ανάγκες των μαθητών της Σχολής, που περιέχει μουσικά μέλη από τους τόμους που είχε μεταγράψει ο Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ και που βρίσκονταν  στο Μετόχι του  Παναγίου Τάφου. Η χορωδιακή εκτέλεση των ύμνων που οι ψάλτες προτρέπονται να ακολουθήσουν  απετέλεσε και κατά τα επόμενα χρόνια επιτακτική προτροπή του Πατριαρχείου σύμφωνα με τις πηγές και εξηγείται με την αντιπαράθεση των  τάσεων τετράφωνων χορωδιών που  εμφανίζονται στην Πόλη κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Τον Οκτώβριο του 1882 επί  πατριαρχίας του φιλόμουσου  Ιωακείμ του Γ΄ ιδρύεται  και πάλι Πατριαρχική Σχολή της Εκκλησιαστικής Μουσικής.  Αυτή συστήθηκε αμέσως μετά την αποτυχημένη προσπάθεια του Ελληνικού Μουσικού Συλλόγου να κρατήσει εν ζωή τη Μουσική Σχολή που είχε ιδρύσει το  Μάιο του ιδίου έτους. Η Σχολή αυτή λειτούργησε στο Φανάρι από τις 11 Οκτωβρίου για λίγους μήνες, παράλληλα με αυτή  του μουσικού Συλλόγου,   και με την ίδρυσή της γράφτηκαν σ’ αυτήν  από τις διάφορες τάξεις της Μεγάλης του Γένους Σχολής, αλλά και από τα σχολεία της περιφέρειας  του Φαναρίου εξήντα μαθητές, που διαιρέθηκαν σε δύο τάξεις.Για κάθε τάξη ορίστηκαν τρεις ώρες διδασκαλίας την εβδομάδα και διδάσκοντες ήταν ο Πρωτοψάλτης Γεώργιος Βιολάκης και  ο Ευστράτιος Παπαδόπουλος, οι οποίοι δεν είχαν διδάξει στη Σχολή του Ελληνικού Μουσικού Συλλόγου. Σκοπός της ίδρυσης της Σχολής ήταν να παραμείνει η μουσική καθαρή και αμόλυντη και να παραδοθεί έτσι στις επόμενες γενιές. Ακόμη η Εκκλησία καλεί όλους τους Ιεροψάλτες με την ευκαιρία της ίδρυσης της Σχολής να επανέλθουν στα αρχαία μέλη, απέχοντας από τα «ξένα και οθνεία» και να σταματήσουν να παραποιούν από τη μία τα αρχαία μέλη και από την άλλη να «εύχονται την διάσωσιν του προ πολλού τέλειον απολεσθέντος βυζαντινού ύφους».
Οι προσπάθειες που κάνει το Πατριαρχείο   για τη σωστή  διδασκαλία και τη διάδοση της εκκλησιαστικής μουσικής  δεν περιορίζονται μόνο στην ίδρυση των Σχολών αυτών, αλλά οδεύουν παράλληλα με την ίδρυση μόνιμων  και ειδικών μουσικών επιτροπών, την ενίσχυση των Συλλόγων που έχουν αντικείμενο την εκκλησιαστική μουσική, την επίσημη είσαγωγή της εκκλ. Μουσικής στα σχολεία της Πόλης και το κυριότερο τη συνεχή προτροπή προς τους ψάλτες του Πατριαρχικού Ναού και των ναών των ενοριών να εκγυμνάζουν τους κανονάρχες και στη χορωδιακή εκτέλεση των μελωδιών.
Το 1899 είναι η  χρονιά ορόσημο στην υπόθεση της εκκλησιαστικής μουσικής. Αρχίζει η μακροβιότερη  λειτουργία μουσικής Σχολής με τη νέα μέθοδο που γνώρισε ποτέ η Πόλη. Επί 25 συναπτά έτη λειτουργεί η Μουσική Σχολή του Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου που τέθηκε ευθύς εξ αρχής υπό την σκέπη του Οικουμενικού Πατριαρχείου και  ονομαζόταν και Πατριαρχική. Συστηματικά και μεθοδικά  μεταδίδει την εκκλησιαστική μουσική όχι μόνο στους μικρούς μαθητές  αλλά και σε πρακτικούς ψάλτες. Διακρίνουμε δύο φάσεις στη λειτουργία της Σχολής 1899 έως 1912 και 1913-1925. Η κατάσταση παρακμής στα 1910-12 αναγκάζει το Πατριαρχείο να προβεί στην ανασύσταση του Συλλόγου με Πατριαρχικό πιττάκιο. Ας δούμε εν συντομία την πορεία της λειτουργίας της Σχολής :
Η Σχολή λειτούργησε  για πρώτη σχολική χρονιά από το Φεβρουάριο του 1899 μέχρι το Μάιο του 1899 στην πατριαρχική βιβλιοθήκη και καταρτίσθηκε το  πρόγραμμα των μαθημάτων, που αφορούσε αυτή την πρώτη σχολική περίοδο των τεσσάρων μηνών. Σχολάρχης ήταν ο Γεώργιος Βιολάκης και διδάσκοντες οι Αρ. Νικολαΐδης, Νηλεύς Καμαράδος και Κωνσταντίνος Ψάχος. Η φοίτηση είναι τριετής. Διδάσκουν ο  Κ. Ψάχος,   ο Λαμπαδάριος Αρ. Νικολαΐδης,  και ο Ν. Καμαράδος Η διδακτέα ύλη της εκκλησιαστικής μουσικής, αυτή περιλαμβάνει τους χαρακτήρες ποσότητας, την παραλλαγή, τα γένη και την καταμέτρηση χρόνου στην πρώτη τάξη. Δοξαστικά αργά και σύντομα στη δευτέρα τάξη και αργά μαθήματα στιχηραρικά στην τρίτη τάξη. Οι πρώτοι μαθητές που γράφτηκαν από ηλικία 12 έως 32 ετών, ήταν μαθητές της Μεγάλης του γένους Σχολής, αλλά και ιεροψάλτες της Πόλης και άλλων περιοχών και η κατάταξή τους δημιούργησε πρακτικά προβλήματα, που προέκυψαν λόγω ηλικίας αλλά και λόγω γνώσεων. Ο σκοπός της ίδρυσης της Σχολής ήταν διττός: Από τη μία πρόβλεπε τη  «συστηματική διδασκαλία της καθ’ ημάς ιεράς μουσικής εις την μαθητεύουσαν ομογενή νεολαίαν και από την άλλη τη  μόρφωση “δοκίμων ιεροψαλτών και μουσικοδιδασκάλων» Κάθε μουσικοδιδάσκαλος της Σχολής διοριζόταν με πατριαρχικό πιττάκιο, στους δε μαθητές  χορηγούνταν έλεγχοι επιδόσεων και είχε προγραμματισθεί να αποτελέσουν χορό που θα εκγυμνάζονταν για το «ομοιομόρφως ψάλλειν». Το ομοιόμορφος ψάλλειν είναι μία συνεχής προτροπή του Πατριαρχείου  προς  τους μαθητές της Σχολής, αλλά και προς τους ψάλτες της Πόλης όλα τα επόμενα χρόνια Ο  χορός αυτός σχηματίστηκε και στη συνέχεια έψαλε  κατά την πρώτη επέτειο γιορτή το Δεκέμβριο του 1899.
Κατά το δεύτερο σχολικό έτος Σεπτέμβριος 1899-Μάιος 1900, η Σχολή  είχε συνολικά 105 μαθητές και δίδαξαν οι παραπάνω μουσικοί και ο Κ. Κλάββας. Η τριετής φοίτηση διατηρείται, το δε Φεβρουάριο του 1900 παραιτείται ο Κ.Ψάχος και προσλαμβάνεται ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης, ο οποίος θα έχει συνεχές διδακτικό έργο στη Σχολή για εικοσιπέντε περίπου χρόνια Η ύλη είναι τώρα αυξημένη και  μαζί με τα  προηγούμενα, στην πρώτη τάξη τώρα διδάσκονται και τα προσόμοια,  αλλά και μέλη από το Αναστασιματάριο. Στη δευτέρα που διδάσκει ο Ι. Ναυπλιώτης, το πρόγραμμα περιλαμβάνει στιχηραρικά  μέλη και θεωρία από τα πορίσματα της Επιτροπής του 1881. Στο τελευταίο έτος διδάσκονται από το Ν. Καμαράδο μαθήματα απαιτήσεων, όπως  «τον ήλιον κρύψαντα, Θεοτόκε Παρθένε οκτάηχο, αργά Ιδιόμελα της Σαρακοστής», αλλά και η θεωρία της μουσικής.Μάλιστα ο Ν. Καμαράδος το Φεβρουάριο του 1900 μετά από κάποια  συνεδρίαση του Συλλόγου, προσήλθε στην αίθουσα των συνεδριάσεων και έψαλλε με τους μαθητές της ανώτερης (Γ΄) τάξης το «Ήδη βάπτεται κάλαμος» του Ιακώβου Πρωτοψάλτου, αποσπώντας τα συγχαρητήρια των μελών που συνεδρίαζαν.
Το Μάιο   του 1900, τη δεύτερη σχολική χρονιά της λειτουργίας της Μουσικής Σχολής του Συλλόγου, διεξάγονται για πρώτη φορά  και οι εξετάσεις της Σχολής, που ήταν  δημόσιες και με την παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχου. Αυτές έγιναν στην αίθουσα τελετών της Μεγάλης Σχολής και παρευρέθηκαν ακόμη και εκπρόσωποι ξένων πρεσβειών.Οι  επίσημες τελετές άρχιζαν  πάντα με Ύμνο προς τον Πατριάρχη και το Σουλτάνο και διεξάγονταν «εν χορώ και κατά μόνας», όπου οι μαθητές έπρεπε να ψάλουν διάφορα μουσικά τεμάχια και έτσι το κοινό μπορούσε να εκτιμήσει την προσφορά των μουσικοδιδιασκάλων της Σχολής,  που αυτή τη χρονιά ήταν ο Ν. Καμαράδος, ο Ι. Ναυπλιώτης και ο Κ. Κλάββας.
Το Σεπτέμβριο του 1900 προστίθεται ένα έτος σπουδών ακόμη, η προκαταρκτική τάξη (α΄),και έτσι κατά το σχολικό έτος 1900-1901 η Σχολή λειτουργεί με τέσσερις τάξεις, έχει 112 μαθητές και λειτουργεί τρεις φορές την εβδομάδα. Για την προκαταρκτική τάξη  προσλαμβάνεται για πρώτη φορά  ο Φώτιος Παπαδόπουλος,  ενώ στις λοιπές  διδάσκουν ο Κ. Κλάββας στη β΄, ο Ι. Ναυπλιώτης στη γ΄ και  ο Ν. Καμαράδος στη δ΄, σύμφωνα με τη βασική ύλη  των προηγουμένων ετών, που φέτος περιλαμβάνει  στην πρώτη (προκαταρκτική) το Στοιχειώδεις Γνώσεις του Φωτίου Παπαδοπούλου  και το Αναστασιματάριο ειρμολογικά μαζί με τα στιχηρά του Εσπερινού και του Όρθρου των ήχων α’ και πλ΄ δ’, στη β΄ τάξη το σύντομο και αργό Αναστασιματάριο, την αργή ενάτη Ωδή  των εορτών, Δοξαστικά και θεωρία, τη σύσταση των ήχων, στη Γ΄ αργά μέλη από το Δοξαστάριο του Πέτρου Πελοποννησίου, Καταβασίες, αργά Καθίσματα και Κεκραγάρια, Πολυελαίους και  Ανοιξαντάρια, και τέλος στη, Δ΄ αργές Δοξολογίες σε όλους τους ήχους, Πολυελαίους και εφαρμογή της θεωρίας  στην πράξη.
Οι πρώτοι απόφοιτοι της Μουσικής Σχολής, που είναι 12 τον αριθμό, παίρνουν τα Απολυτήριά τους στις 29 Ιουνίου του 1901 αφού είχαν φοιτήσει  στη σχολή σχεδόν για τρία χρόνια, μετά από τις εξετάσεις του Μαΐου του ιδίου έτους σύμφωνα με τα καθιερωθέντα. Στην τελετή παρευρίσκονταν εκτός του Πατριάρχη  και οι πρεσβευτές της Ελλάδας και της Σερβίας, πολλοί προύχοντες και πλήθος κόσμου. Η τελετή άρχισε με  Δοξολογία σε πρώτο ήχο του Γρηγορίου  από τη χορωδία με τη διεύθυνση του Ν. Καμαράδου, ακολούθησε ο ύμνος προς τον πάτρωνα του Συλλόγου, η Λογοδοσία και στο τέλος το άσμα προς το Σουλτάνο  που άκουσαν όλοι  «επί ποδός». Ακολούθησε  η  εκτέλεση από το Μέγα Σύγκελο Νικόδημο Νεοκλή διάφορων εκκλησιαστικών ασμάτων στο Ψαλτήριο, που είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή του γύρω στο 1900 επί Πατριάρχου Κωνσταντίνου του Ε΄.Από το 1901 και τουλάχιστον μέχρι το 1902, κατά τη διάρκεια της  διδασκαλίας  της μουσικής στη Σχολή του Συλλόγου γινόταν και χρήση αυτού του  οργάνου

Το σχολικό έτος 1901-1902 στη Σχολή εγγράφονται 97 νέοι μαθητές και έτσι φοιτούν το Σεπτέμβριο του 1901 συνολικά 193 μαθητές οι οποίοι το Δεκέμβριο του ιδίου έτους μειώνονται στους 175. Αυτό το έτος  υπάρχουν ορισμένες αλλαγές στο προσωπικό της Σχολής, που τώρα έχει τρία νέα πρόσωπα, το  Γ.  Βιολάκη, τον Αλέξανδρο Βυζάντιο και το Πέτρο Φιλανθίδη. Η ύλη παρέμεινε σε γενικές γραμμές η ίδια, και τη χρονιά οι μαθητές της Γ΄ τάξης υπό τον Ι. Ναυπλιώτη έψαλλαν στην περιφορά του Επιταφίου με εντολή του Πατριάρχη το αργό μέλος «τον ήλιον κρύψαντα», μέλος Γερμανού νέων Πατρών. Οι εξετάσεις των δεκατριών τελειοφοίτων έγιναν από 13 έως 19 Μαΐου του 1902 «κατ’ άτομον και εν χορωδία», όπως αναφέρει το πρόγραμμα των εξετάσεων  που κυκλοφόρησε ειδικά για την τελετή. Ακολούθησε στις 19 Μαΐου η επίσημη τελετή, που έγινε στην αίθουσα τελετών της Μεγάλης του Γένους Σχολής, με βάση ειδικό Πρόγραμμα που τυπώθηκε και μοιράστηκε. Παρών ήταν ο  Ιωακείμ ο  Γ΄, που ήταν και ο επίτιμος πρόεδρος και «ανώτατος προστάτης» του Συλλόγου. Η τελετή περιελάμβανε  το «Βασιλεύ ουράνιε» του Π. Πελοποννησίου, τον «Ύμνον εις τον πάτρονα του Συλλόγου», σε μέλος  του Μάρκου Βασιλείου, τον «Ύμνον εις την Α.Α.Μ. τον Σουλτάνον» σε μέλος του Γ. Βιολάκη, τον  «Ύμνον» στον Οικ. Πατριάρχη επίσης του Μάρκου Βασιλείου, τη Λογοδοσία από το Διευθυντή της Σχολής, τον «Πολυέλαιο Δούλοι  Κύριον», το «Γεύσασθε του Κλαδά» και «άλλα άσματα». Όλα ψάλθηκαν από τη χορωδία, που διηύθυνε ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης και συνοδευόταν  και πάλι  από το μουσικό όργανο(Ψαλτήριο),  που  έπαιζε ο Μέγας Σύγκελλος Νικόδημος.

Το 1902-1903 υπάρχουν και πάλι αλλαγές στο διδακτικό προσωπικό, που τώρα αποτελείται από τον νεοπροσληφθέντα Πολυχρόνιο Παχείδη για τη στοιχειώδη θεωρία και ψαλμωδία στην α΄ τάξη, το Φώτιο Παπαδόπουλο για τα μαθήματα της β΄ τάξης,  τον Ι. Ναυπλιώτη για τη γ΄τάξη, που διδάσκει την ψαλμωδία, θεωρία και ορθογραφία μαζί με το Γ. Παπαδόπουλο, που διδάσκει την Ιστορία, και το Ν. Καμαράδο, που διδάσκει στη  δ΄τάξη  όλα τα παραπάνω μαζί με τη  μελοποΐα..
Αυτή τη χρονιά το σύνολο των μαθητών είναι 214, οι τελειοδίδακτοι ήταν 29 και οι περισσότεροι, μετά την αποφοίτησή τους, προσλαμβάνονται ως ψάλτες τακτικοί σε ναούς της Πόλης και των περιχώρων. Οι  εξετάσεις και η καθιερωμένη τελετή έγιναν και πάλι  με εντυπωσιακό και πανηγυρικό τρόπο στην αίθουσα τελετών της Μεγάλης  του Γένους Σχολής με την παρουσία Ιωακείμ του Γ΄. Ο χορός του Συλλόγου που αποτελούνταν από πενήντα άτομα έψαλε υπό τη διεύθυνση του τότε α΄ Δομεστίκου Ιακώβου Ναυπλιώτη  υπό τη  συνοδεία του Ψαλτηρίου, που χρησιμοποιήθηκε για τελευταία φορά σε παρόμοια τελετή, και στο τέλος οι 29 τελειόφοιτοι πήραν τα διπλώματά τους από τα χέρια του Πατριάρχη.Δύο άσματα  που ψάλθηκε για πρώτη φορά, προκάλεσαν το θαυμασμό και το δημόσιο έπαινο του Πατριάρχη προς τον ποιητή Ιωάννη Τανταλίδη. Μετά το τέλος της τελετής ο πρεσβευτής της Σερβίας Σάββας Γρούϊτς, που παρευρέθηκε, καθώς και ο έμπορος Χριστόφορος Χριστοφόρου προσέφεραν δωρεά υπέρ της Σχολής δύο εικοσάφραγκα και πέντε οθωμανικές λίρες  αντίστοιχα.
Κατά το σχολικό έτος 1903-1904 οι μαθητές της Σχολής είναι 187.Οι τελειόφοιτοι της Δ΄ τάξης, που είναι  26, παίρνουν τα Απολυτήριά τους μετά από την καθιερωμένη τελετή στην αίθουσα τελετών της  Μεγάλης του Γένους  Σχολής. νΣ’ αυτή τη γιορτή, εκτός από  τον «Πολυέλαιο» του Χουρμουζίου και το «Βασιλεύ ουράνιε»,  ψάλλονται για πρώτη φορά ο «Πατριαρχικός Παιάν» και ο «διθύραμβος εις τους δωρητάς και ευεργέτας» του Συλλόγου  από χορωδία τριακονταμελή των δύο τελευταίων τάξεων, την οποία διευθύνει ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης.
Τη σχολική χρονιά  (1904-1905) δε γίνονται ούτε οι εξετάσεις, αλλά  ούτε και οι επιδόσεις των Απολυτηρίων  με ειδική τελετή. Οι πέντε δάσκαλοι της Σχολής  συνεδριάζουν στις αρχές Μαΐου και  τους τα δίνουν κατ’ ιδίαν, με βάση τη βαθμολογία του τελευταίου έτους, στη  συνέχεια απολύονται όλοι από τον πρόεδρο Κυζίκου Αθανάσιο και στο εξής  δεν υπάρχει από μέρους της Σχολής και του Συλλόγου «ουδεμία υποχρέωσις του Συλλόγου και της Σχολής» προς αυτούς. Ήταν αυτοί που είχαν διδάξει τα προηγούμενα χρόνια, ο Ιάκωβος Λαμπαδάριος, ο Κωνστ. Κλάββας, ο Π. Ζαχαριάδης, ο Π. Παχείδης και ο Φ. Παπαδόπουλος. Μετά από τα παραπάνω διαδίδονται φήμες για τη διακοπή της λειτουργίας της Σχολής. Πάντως το Δεκέμβριο  του 1905 γιορτάζεται η επέτειος πανήγυρις του  Συλλόγου, κατά την οποία παρευρέθηκαν και οι Οθωμανοί μουσικοί Μεχμέτ Σαδίκ  και Ρεούφ Γιεκτά .

Δεν είναι μόνο από Κωνσταντινούπολη οι μαθητές. Το σχολικό έτος 1906-1907 η Σχολή έχει 144 μαθητές:από την Πόλη 33, από επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 103 και από την Ελλάδα 8. Τη χρονιά αυτή  η Σχολή αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίεςκαι στους ναούς της Πόλης περιάγεται κιβώτιο εράνων για τη Σχολή. Εκτός από αυτό στέλνεται στο Άγιον Όρος ο μουσικοδιδάσκαλος Δ. Μπαλαμπάνης για να συλλέξει υλική βοήθεια. Αυτό το σχολικό έτος δε δίνονται τα Απολυτήρια στους δεκαεπτά αποφοίτους όπως στο παρελθόν «πομπωδώς αυτοίς χορηγούμενα», αλλά ένα απλό ενδεικτικό ακρόασης.  Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι το 1912 με τα  αποδεικτικά μαθήσεως, αλλά και το πτυχίο ιεροψάλτου, που διδόταν μετά από δοκιμασία και υπηρεσία σε αναλόγιο.Πάντως και το Δεκέμβριο του έτους αυτού γιορτάστηκε η επέτειος πανήγυρις με χορωδία, που διεύθυνε και πάλι ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης.
Τη σχολική χρονιά 1907-1908  οι μαθητές είναι συνολικά 137 .Στη Σχολή διδάσκουν  και δύο  από τους σημαντικότερους μουσικούς της πολίτικης    μουσικής παράδοσης: Ο Γ. Παχτίκος και ο Δημ. Μπαλαμπάνης. Τη χρονιά αυτή δίδαξαν  από τους παλιούς καθηγητές  ο Κ. Κλάββας και ο Ι. Ναυπλιώτης.Η συνύπαρξη του Παχτίκου με το Ναυπλιώτη στη Σχολή ήταν αρκετά δύσκολη, καθώς αυτή τη χρονιά ορισμένοι μαθητές παρακολουθούν μόνο τα μαθήματα του Ι. Ναυπλιώτη και όχι  του Γ. Παχτίκου,   ο οποίος δίδασκε επιπλέον και την  ελληνική ρυθμική για πρώτη φορά στη Σχολή. Έτσι συνεχίζεται και στους χώρους της Σχολής  μία μακρά αντιπαράθεση,  που θα εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την παραίτηση του Γ. Παχτίκου από τη Σχολή. Ο Γ. Παχτίκος χρησιμοποιεί τις στήλες του περιοδικού του  Μουσική  και ασκεί διαρκώς  κριτική στο  Ι. Ναυπλιώτη κατά τα επόμενα χρόνια. Οι εξετάσεις των τελειοφοίτων και τη χρονιά αυτή διεξάγονται ομαλά και με την παρουσία του Πατριάρχου, ο οποίος κάνει συστάσεις προκειμένου να σταματήσει η  τρικυμία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται. Στις εξετάσεις αυτές ελάχιστοι ψάλτες της Πόλης  ήταν παρόντες, κάτι που ασφαλώς  δείχνει και την αδιαφορία προς το Σύλλογο.
Το   σχολικό έτος 1908-1909 η Σχολή  συγχωνεύεται με το διδασκαλείο της Μεγάλης  Σχολής και λειτουργεί εκεί  με την «φιλοπατρία» των τεσσάρων δασκάλων της. Τον Οκτώβριο είχαν εγγραφεί 120 μαθητές, το δε Δεκέμβριο του ιδίου έτους και παρ’ όλες τις εσωτερικές αναταραχές που συνεχίζονταν,  ψάλλει εξηνταμελής  χορωδία μαθητών κατά την επέτειο εορτή του Συλλόγου, προκαλώντας  και  πάλι άριστες εντυπώσεις στο πολυπληθές ακροατήριο.
Το σχολικό έτος 1910-1911 η Σχολή αναφέρεται  από τον Γ. Πρωγάκη ως  Πατριαρχική Μουσική Σχολή,  ο ίδιος μας  διασώζει  ονόματα  20 μαθητών  που φοιτούσαν στη δ΄ και 21   που φοιτούσαν  στη γ΄τάξη, καθώς και τα ονόματα των διδασκόντων που  είναι ο ο Ι. Ναυπλιώτης, ο  Κ. Κλάββας, ο Π.Παχείδης και ο Δ. Μπαλαμπάνης.Το Μάιο του 1911 ο συνολικός αριθμός των μαθητών της Μουσικής Σχολής είναι 112 και το έτος αυτό αποφοιτούν 24 μαθητές.  Η Σχολή αποκαλείται και από την Εκκλησιαστική Αλήθεια ως Πατριαρχική Σχολή της Εκκλησιαστικής Μουσικής 
Το σχολικό έτος 1912-1913 η Σχολή έχει συνολικά 111 μαθητές, που κατανέμονται ως εξής: πρώτη τάξη 40, δευτέρα τάξη 31, τρίτη τάξη 17 και τετάρτη τάξη 23. Στις αρχές αυτής της  δεκαετίας  πρέπει να τοποθετηθεί και η φοίτηση στη Σχολή του Συλλόγου  του μετέπειτα Πρωτοψάλτη Κωνσταντίνου Πρίγγου, ο οποίος είχε δάσκαλο το Ι. Ναυπλιώτη.Το 1912 αλλάζει και  ο τρόπος απονομής των πτυχίων της Μουσικής Σχολής. Τα πτυχία χορηγούνται σ’ αυτούς που επί πλέον υπηρέτησαν και ως ψάλτες «επί τινα χρόνον», δίχως να καθορίζεται η διάρκεια. Είναι ο χρόνος, κατά τον οποίο η κατάσταση του Συλλόγου χαρακτηρίζεται οικτρή και από άποψη προγράμματος και από άποψη των διδασκόντων. Ακόμη κατηγορείται και για έλλειψη ενός ενιαίου προγράμματος. Ως αποτέλεσμα των τριβών που είχαν προηγηθεί, το Μάιο του 1913 η Σχολή όχι μόνο φιλοξενείται στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, αλλά υπάγεται και διοικητικά σ’ αυτή, αφού η Εφορία της τελευταίας είχε αναλάβει και τη διοίκηση της Μουσικής Σχολής.  Οι τελειοδίδακτοι το Μάιο, που έγιναν και πάλι οι καθιερωμένες εξετάσεις με παρουσία πολλών κληρικών,  είναι μόλις  15, από τους  οποίους  οι 12  πήραν πτυχίο. Ο συνολικός αριθμός των μαθητών ήταν μόλις 45 και ο Ι. Ναυπλιώτης  δέχτηκε κατά τη διάρκεια των εξετάσεων την παρατήρηση του Μυτιλήνης  Κυρίλλου να μη τους καθοδηγεί στην εξεύρεση του τόνου, αλλά να τους αφήσει ελεύθερους.

Πάντως η λειτουργία της Σχολής του Συλλόγου  όλο αυτό το προηγούμενο διάστημα των δεκαπέντε περίπου ετών ήταν ικανοποιητική. Παρ’  όλες τις αντίξοες συνθήκες, λειτούργησε  με ικανό αριθμό μαθητών, που ήταν κατά μέσο όρο 130 κάθε χρόνο. Σχεδόν όλοι οι απόφοιτοι αναλάμβαναν υπεύθυνα καθήκοντα ιεροψάλτου σε ναούς της Πόλης.
Μετά την ανασύσταση του Συλλόγου με πατριαρχικό πιττάκιο, αλλά και την έγκριση του Κανονισμού του 1914, η  λειτουργία της  Σχολής συνεχίστηκε ομαλά. Στις εφημερίδες της Πόλης δημοσιεύεται Εγκύκλιος  για να προσέλθουν προς εγγραφή οι μαθητές από όλα τα μέρη της Πόλης και από τα προάστια. Το έτος αυτό,  αν και υπάρχει από τους μουσικούς κύκλους της Πόλης και πάλι η άποψη ότι η Σχολή του Συλλόγου βρίσκεται εν «διαλύσει», είχε εγκριθεί και τεθεί σε ισχύ ο νέος Κανονισμός, αλλά όμως και η Σχολή τώρα αρχίζει να λειτουργεί σε νέες βάσεις και με ανανεωμένο πρόγραμμα. Στη Σχολή, η οποία εξακολουθεί να φιλοξενείται στη Μεγάλη του  Γένους Σχολή,  εγγράφονται τη χρονιά αυτή και αρκετοί  κληρικοί και το  1914-1915 η σχολική χρονιά αρχίζει με καλούς οιωνούς. Εκδίδεται ειδικό και αξιόλογο Αναλυτικό Πρόγραμμα όλων των μαθημάτων, με βάση το οποίο γίνεται η διδασκαλία, αλλά εφαρμόζεται και ο  προγραμματισμός  της ύλης.Είναι η πρώτη χρονιά που εγκρίνεται παρόμοιο Αναλυτικό Πρόγραμμα των μαθημάτων για όλες  τις τάξεις.
Τη χρονιά αυτή διδάσκουν οι Κ. Κλάββας, Γ. Πρωγάκης, Φ.Παπαδόπουλος  και ο Γ. Παχτίκος.  Η σχολή λειτουργεί τριτάξια, σε κάθε τάξη της διδάσκεται η θεωρία, η πράξη και η ιστορία και στην τρίτη τάξη διδάσκεται η ευρωπαϊκή μουσική για πρώτη φορά σε Σχολή εκκλησιαστικής μουσικής (γραμμική παρασημαντική). Στην πρώτη τάξη το πρακτικό μέρος της διδασκαλίας περιλαμβάνει μεταξύ άλλων όλα τα απλά ειρμολογικά και διατονικά μέλη, όπως είναι τα  κοντάκια, τα προσόμοια, τα Απολυτίκια, τα Καθίσματα, αλλά και αργά ειρμολογικά μέλη,  όπως ειρμοί Καταβασιών, στίχοι από το Μακάριος Ανήρ και «γραμμαί τινες του παπαδικού μέλους». Στη δευτέρα τάξη  η πράξη της μουσικής περιλαμβάνει  μεταξύ άλλων τα Ανοιξαντάρια, τα Μεγάλα Προκείμενα, το αργό Αλληλουϊάριο, το Ιδού ο Νυμφίος αργό, το Αλληλουϊάριο του Αποστόλου, Πολυελαίους, Δοξολογίες αργές, Χερουβικά, Κοινωνικά και πολλά μέλη της παπαδικής. Στην τρίτη, τέλος, διδάσκονται  όλα τα ειρμολογικά και στιχηραρικά αργά μέλη, όπως τα αργά Κεκραγάρια, τα Δοξαστικά του Ιακώβου, τα  αργά Κοινωνικά, η Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, το Οκτάηχο Θεοτόκε Παρθένε του Μπερεκέτου,  το Αναστάσεως ημέρα του Χρυσάφου με το κράτημά του  και καλοφωνικοί ειρμοί.Σ’  αυτό το Αναλυτικό Πρόγραμμα δεν καθορίζονται τα διδακτικά βιβλία.
Το σχολικό  έτος 1915-1916 κυκλοφορεί και πάλι ένα αναλυτικό πρόγραμμα, το οποίο δεν παρουσιάζει μεταβολές αξιόλογες, όσον αφορά την ύλη, οι τάξεις όμως τώρα είναι τέσσερις και στο διδακτικό προσωπικό της Σχολής υπάρχουν και νέα πρόσωπα,  όπως ο Ε. Βιγγόπουλος  και  ο Κίμων Μπέλλας, ένας από τους γνώστες της σχολικής διδακτικής πραγματικότητας.Από τους παλαιούς διδάσκουν ο Φώτιος Παπαδόπουλος και επανέρχεται ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης στη Δ΄ τάξη, καθώς και ο Πολυχρόνιος Παχείδης. Καθορίζονται και διδακτικά βιβλία που είναι για την πρώτη τάξη, οι Στοιχειώδεις γνώσεις του Φωτίου Παπαδοπούλου,  το Ειρμολόγιον του Ιωάννου και η Ιστορική Επισκόπησις του Γ. Παπαδοπούλου, για τη Β΄ τάξη η  Στοιχειώδης διδασκαλία της Μουσικής Επιτροπής και ο Απόλλων Μουσηγέτης του Γ. Παχτίκου, για τη Γ΄ τα βιβλία της Β΄τάξης  συν  η Μουσική Συλλογή του Γ. Πρωγάκη και για τη Δ΄ προστίθεται  το Δοξαστάριο του Ιακώβου. Σ’ όλες τις τάξεις τώρα διδάσκεται και η τεχνολογία αλλά και η αντιγραφή. Στη Σχολή κατά το σχολικό έτος φοίτησαν συνολικά 122 μαθητές.
Κατά το σχολικό έτος 1917-1918 και με βάση το νέο  Αναλυτικό πρόγραμμα, υπάρχουν και πάλι αλλαγές στο διδακτικό προσωπικό και τα διδακτικά βιβλία, αλλά η δομή του θεωρητικού και πρακτικού μέρους της ύλης, που διδάσκεται σε κάθε τάξη, παραμένει ή ίδια, όπως στο σχ. έτος 1915-16. Στην Α΄ τάξη τώρα διδάσκουν ο Δημ. Μπαλαμπάνης και ο Γ. Παπαδόπουλος, στη Β΄τάξη ο Π. Παχείδης, ο Θεοδ. Θωΐδης και ο Γ. Παπαδόπουλος, στη Γ΄ ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης και ο κ. Κλάββας το πρακτικό μέρος, ο Θ. Θωΐδης τη θεωρία και οι Ανδρές Ξύνδας και Γεώργιος  Μισαηλίδης την Ευρωπαϊκή και στη Δ΄ τάξη ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης και ο κ. Κλάββας το πρακτικό μέρος, ο δε Θ. Θωΐδης τη θεωρία, ορθογραφία και μελοποιΐα.Τα διδακτικά βιβλία είναι στην Α΄ τάξη το Ειρμολόγιο του Ιωάννου και το Αναστασιματάριο, καθώς και η Ιστορική Επισκόπισις του Γ. Παπαδοπούλου, που διδάσκεται σε όλες τις τάξεις με χρονολογική διαίρεση της ύλης, στη Β΄ πάλι το Ειρμολόγιο του Ιωάννου και η Στοιχειώδης Διδασκαλία του 1881, στην Γ΄ τάξη τα βιβλία της Γ΄ μαζί με τη Μουσική Συλλογή του Γ. Πρωγάκη. Για την ευρωπαϊκή μουσική, που διδάσκεται αυτή τη χρονιά, τα βιβλία είναι ο Μουσιγέτης Απόλλων και η Συλλογή 260 Δημωδών ασμάτων του Γ. Παχτίκου, η Τερψιχόρη του Μάλτου και τα Παιδαγωγικά άσματα του Ιουλίου Έννιγγ. Αξιοσημείωτος είναι και ο εμπλουτισμός της ύλης της ευρωπαϊκής  μουσικής, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων αρμονία, είδη των φωνών, διδασκαλία ανδρικής και γυναικείας χορωδίας, γυμνάσματα και όλη τη βασική θεωρία της ευρωπαϊκής  μουσικής.  Στη Δ΄ τάξη, τέλος, τα διδακτικά βιβλία είναι το Δοξαστάριο του Ιακώβου, η Μουσική Συλλογή  του Γ.Πρωγάκη και το τυπικό του Γ. Βιολάκη.
Στους αποφοίτους της χρονιάς 1918-1919 συγκαταλέγεται και ο Αθανάσιος Κωνσταντινίδης, που διέπρεψε αργότερα ως μουσικοδιδάσκαλος στη Δράμα και ανέδειξε πολυάριθμους μαθητές. Δεν πρέπει να διδάχτηκαν τα μαθήματα της ευρωπαϊκής μουσικής. Τον Ιούνιο του 1919 δίνονται κανονικά  τα Απολυτήρια των τελειοδιδάκτων σε τελετή, που γίνεται στη Μεγάλη του Γένους Σχολή  και για την οποία δόθηκαν ειδικές ατομικές προσκλήσεις. Στην τελετή αυτή γιορτάζεται  πανηγυρικά η εικοσαετία από την ίδρυση του Συλλόγου και  της Σχολής  και είναι  η χρονιά, κατά την οποία παρουσιάζεται ένα πρωτότυπο εορταστικό Πρόγραμμα στη Σχολή. Το πρόγραμμα  περιλαμβάνει την βράβευση ενός  άσματος, που είχε κριθεί κατάλληλο μετά από διαγωνισμό, «εις τον Μέγαν Κυβερνήτην και Πρωθυπουργόν της Ελλάδος»  και το οποίο είχε μελοποιηθεί  από το  γιό του Νηλέα, Βασίλειο Καμαράδο.Τους στίχους είχε γράψει η Κορνηλία Ταβανιώτη.Διδάχτηκε στους μαθητές της Σχολής, προκειμένου να ψαλεί για πρώτη φορά στη γιορτή αυτή της απονομής των Απολυτηρίων, όπως επίσης διδάχτηκε και ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδος, αλλά είναι άγνωστο, αν αυτός ψάλθηκε. Χαρακτηριστικό είναι ότι η γιορτή, εκτός από τον ύμνο προς το Βενιζέλο, περιλαμβάνει μόνο δύο εκκλησιαστικές ψαλμωδίες, αλλά τέσσερα άσματα με πλούσιους υπαινιγμούς  για τα τότε πολιτικά δεδομένα και τις ελπίδες των Ελλήνων της Πόλης, όπως   Οι Σουλιώτισσες, Ο Ραγιάς, ο Μελάς, Οι Σωτήρες. Δεν υπάρχει στο πρόγραμμα κανένας Πολυχρονισμός,  κάτι που ήταν σύνηθες κατά το παρελθόν. Εικοσαμελής χορωδία υπό το Βασίλειο Ονουφριάδη ψάλλει τα εκκλησιαστικά, ενώ η ίδια χορωδία υπό τη διεύθυνση του Ν. Καμαράδου ψάλλει τα υπόλοιπα δημοτικά τραγούδια του προγράμματος.

Στο Αναλυτικό Πρόγραμμα, που εκδίδεται για το σχολικό έτος 1919-1920, απουσιάζει παντελώς η ευρωπαϊκή μουσική, η διάρκεια σπουδών παραμένει ίδια, ενώ στο διδακτικό προσωπικό υπάρχουν διάφορες αλλαγές.Ακόμη ιδρύεται ένα Παράρτημα της Σχολής στο Σταυροδρόμι(Πέρα), με διαφορετικό διδακτικό προσωπικό, όπου για πρώτη φορά διδάσκει και γυναίκα.Η δομή της ύλης και η διαίρεσή της στα τέσσερα έτη σπουδών παραμένει ίδια, διδάσκεται θεωρία και πράξη σε κάθε τμήμα, ενώ εισάγεται σε κάθε έτος και το μάθημα της χορωδίας. Τη χρονιά αυτή, στην Α΄ τάξη διδάσκουν για πρώτη φορά ο Μιχαήλ Χατζηαθανασίου, ο Βασίλειος Ονουφριάδης  .Τα διδακτικά βιβλία παραμένουν ως έχουν,  Το Μάιο του 1920 δίδονται τα πτυχία στους εννέα μόλις τελειοδίδακτους, από τους οποίους οι τέσσερις είναι μαθητές της Μεγάλης Σχολής.
Το σχολικό έτος  1920-1921  η Σχολή ιδρύει ένα νέο Παράρτημα στο Κοντοσκάλι,  μία από τις εύρωστες κοινότητες που κατοικείται από πολλούς Έλληνες. Το αναλυτικό πρόγραμμα των μαθημάτων και της ύλης παραμένει το ίδιο με τα προηγούμενα έτη, όπως και οι διδάσκοντες.  
Κατά το σχολικό έτος 1921-1922 πρέπει να τοποθετηθεί και η διδασκαλία στη Σχολή του Θεοδοσίου Γεωργιάδη, που δίδαξε θεωρία, ορθογραφία και μελοποιΐα.
Το σχολικό έτος 1922-1923 έχουμε και πάλι την επάνοδο του Ιακώβου Ναυπλιώτη,   Μαζί του διδάσκουν ακόμα ο Δημ. Μπαλαμπάνης, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και ο Β. Ονουφριάδης. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς αποφοίτησαν από τη σχολή μόνο επτά μαθητές, μεταξύ των οποίων και ένας κληρικός.
Κατά το τελευταίο σχολικό έτος της Σχολής,  που είναι το 1924-1925, δίδαξε και ο Τριαντάφυλλος Γεωργιάδης τη μελοποιΐα και τη θεωρία.Μέχρι τα μέσα αυτής  της σχολικής χρονιάς, αρχές του έτους 1925, δίδαξε  και ο  Θεοδόσιος Γεωργιάδης, που είχε προσληφτεί   στην αρχή του σχολικού έτους. Επίσης δίδαξε  και ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης.  Μετά από αυτή τη χρονολογία δεν αναφέρεται λειτουργία της Σχολής.

Όσον αφορά το τέλος της Σχολής αλλά και του Συλλόγου  έχουμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα: Την 2α Οκτωβρίου του 1924 ο Γ. Παπαδόπουλος απομακρύνεται από τη Σχολή, στην οποία ήταν συνεχώς παρόν, με μικρά διαστήματα απουσίας, από την ίδρυσή της. Το γεγονός της απομάκρυσής του αναφέρει ο ίδιος, λέγοντας  ότι  δέχτηκε «υπό την πρωτοπορείαν των δαιμόνων εκείνων της κολάσεως, του Ιαννή, του Ιαμβρή, του Υλζιλά,  το ασεβέστερον λάκτισμα, ο δε ταύτα ιστορών έπιε μέχρι τρυγός το πικρόν ποτήριον της αχαριστίας,…και καταδικασθείς διά της εκ του Συλλόγου και της Σχολής εξώσεως». Δεν αναφέρεται όμως καθόλου, στα πρόσωπα που ξεκίνησαν αυτή την εκστρατεία εναντίον του. Και συνεχίζει: «..να ίδη το έργον, το οποίον αυτός εδημιούργησε και επροστάτευσε, ταις ρωστικαίς   ευχαίς και ευλογίαις του σοφού, εναρέτου και μουσικωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντίνου του Ε΄  ,καταδικαζόμενον εις απραξίαν και καταστρεφόμενον». Ο ίδιος, προφανώς,  θεωρεί την απομάκρυνσή του από το Σύλλογο ως αιτία καταστροφής και απραξίας  του Συλλόγου και της Σχολής. Δεν αναφέρει όμως με  σαφήνεια, αν πράγματι σταμάτησε τελειωτικά το έργο της Σχολής και, προφανώς, συναισθηματικά δεμένος με τη σχολή επί 25 έτη δεν μπορούσε να φανταστεί τη λειτουργία της Σχολής δίχως τη δική του παρουσία. Σημαντικές όμως μαρτυρίες  αναφέρουν ότι για ένα χρόνο ακόμα  συνεχίστηκε η λειτουργία της Σχολής. Συγκεκριμένα ο Θεοδόσιος Γεωργιάδης αναφέρει ότι το σχολικό έτος 1924-1925, διορίστηκε ο ίδιος επίσημα από το Πατριαρχείο και δίδαξε μέχρι τα μέσα της Σχολικής χρονιάς 1924-1925, λέγοντας ότι το έτος αυτό ήταν και το τελευταίο της λειτουργίας της. Τη λειτουργία της  κατά  το ίδιο σχολικό έτος μαρτυρεί και ο Μητροπολίτης Λαοδικείας Μάξιμος  αναφερόμενος στον πατέρα του που δίδαξε την ίδια σχολική χρονιά.
Δεν αποκλείεται, ο τερματισμός της λειτουργίας του Συλλόγου να έχει ως επιπρόσθετη αιτία  και εξωγενείς παράγοντες,  καθότι η χρονιά αυτή είναι η χρονιά των αλλαγών των νομοθετικών πλαισίων που διέπουν τα της παιδείας στην Τουρκία, με πολύ αρνητικές επιπτώσεις στην  εκπαίδευση των Ελλήνων της Πόλης.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι   Σχολή αυτή  που  λειτουργεί επί 25 συνολικά έτη, τονώνει  τη   μουσική δράση στην Πόλη  και συντελεί στο να αναπτυχθεί υψηλό  περί μουσικής αισθητήριο.Από την άλλη, τα μέλη  Συλλόγου  που προέρχονται από όλες τις κοινωνικές τάξεις, συμβάλλουν  αποτελεσματικά και ουσιαστικά  στο μουσικό πολιτισμό της Πόλης με τις επιστημονικές τους παρεμβάσεις και  με τις δημοσιεύσεις τους για διάφορα μουσικά θέματα στον τοπικό τύπο και  με τα υπομνήματα που υπέβαλλαν στον Πατριάρχη με διάφορες αφορμές,   Οι απόφοιτοι της Σχολής, που δεν κατάγονταν μόνο από την Πόλη, αλλά από την Ελλάδα, και από την τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία  μεταφυτεύουν την πολίτικη παράδοση της ψαλτικής στους τόπους τους  και οι πλέον ικανοί από αυτούς συνεχίζουν το διδακτικό έργο στην Ελλάδα όπου καταφεύγουν μετά το 1923. Αυτό συμβαίνει και με τους τελευταίους  μουσικοδιδασκάλους  της Σχολής που μετά τη μικρασιατική καταστροφή έρχονται στην Ελλάδα και συνεχίζουν το διδακτικό τους έργο.  Επαναλαμβάνεται τρόπον τινά αυτό που είχε συμβεί  με την πρώτη Πατριαρχική Σχολή  της Εκκλησιαστικής Μουσικής.Ενδεικτικά αναφέρουμε τη  δράση του Νικ. Βλαχόπουλου, που ήταν από τους πρώτους αποφοίτους της Σχολής  και στη συνέχεια στα μέσα του 20ού αιώνα πρωτοψάλτης σε πολλούς ναούς της Αθήνας,  το Νικ. Δασκαλάκη από τη Χάλκη  των Πριγκηποννήσων, που στη συνέχεια έδρασε με μεγάλη επιτυχία στην Κρήτη, τον Αριστ.Παπαδόπουλο, που έψαλλε μετά το 1923 επί τριάντα έτη στο ναό του Αγίου Διονυσίου στην Αθήνα, το Δημ. Τσίτσο που έψαλλε σε διαφόρους ναούς των Αθηνών, το Θεοδόσιο Γεωργιάδη, που στα μέσα της δεκαετίας του 1940-50  δραστηριοποιήθηκε με επιτυχία στην Αθήνα, το Ζαφείρη Παπαχρήστου, που έψαλλε επί σαράντα έτη στις Σέρρες και το Δημ. Καραγιαννόπουλο, που  έψαλλε και αυτός στην  Αθήνα με επιτυχία σχηματίζοντας μουσικούς χορούς. Η αποτελεσματική και ουσιαστική δράση των παραπάνω και η αποδεδειγμένη κατοχή της ψαλτικής  καταδεικνύεται και με την πληθώρα μαθητών που αυτοί στη συνέχεια έχουν, αλλά και με το σχηματισμό χορωδιών, οι οποίες έψαλλαν με μεγάλη επιτυχία.Αυτά είναι πιστεύω και τα αποτελέσματα της ορθής διδακτικής προσέγγισης που ακολουθούσαν οι δάσκαλοι της τελευταίας Πατριαρχικής Μουσικής Σχολής. 

Στα   110  χρόνια, δηλ  από το 1815 μέχρι το 1925 που σταματά στην Πόλη κάθε λειτουργία μουσικής σχολής, η νέα μέθοδος της μουσικής διήνυσε την περίοδο της ουσιαστικής καθιέρωσης και της καταξίωσης στη συνείδηση όχι μόνον των Ελλήνων, αλλά και άλλων ομόδοξων λαών. Αυτό βέβαια επιτεύχθηκε με τις  άοκνες προσπάθειες των  Οικουμενικών Πατριαρχών που αγαπούσαν την εκκλ. Μουσική και που θεώρησαν χρέος τους ιερό την περαιτέρω ανάπτυξη και διάδοσή της με συνεχή μέριμνα, όπως φαίνεται και από τα ιστορικά στοιχεία που έχουν παρατεθεί.  Η πραγματικότητα του σήμερα, η ουσιαστική καθιέρωση της νέας μεθόδου, δε δικαίωσε  τους  εκκλησιαστικούς και άλλους εξωγενείς παράγοντες που αμέσως κατά τις πρώτες μετά τη μεταρρύθμιση δεκαετίες αμφέβαλλαν συνεχώς για την ορθότητα του νέου συστήματος «θηλάζοντες όμως συνεχώς το γάλα της  νέας μεθόδου» σύμφωνα με ανώνυμο αρθρογράφο εφημερίδας της Πόλης το 1884.Απενατίας καταξιώθηκε η μουσική της Εκκλησίας απόλυτα στη συνείδηση των μυστών της τέχνης αυτής, στην Πόλη, στην Ελλάδα και σε άλλες ομόδοξες χώρες. Δε θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί  ότι χάρη στην επίμονη  προσπάθεια των συστηματικών προγραμμάτων σπουδών στερεώθηκε  το νέο σύστημα της μουσικής στην πράξη, το οποίο πολύ συχνά είχε καταπολεμηθεί πολλές φορές και  από παράγοντες της ίδιας της εκκλησίας.
Με βάση όσα  αναφέρθηκαν μέχρι στιγμής  γίνεται σαφές ότι το  Οικουμενικό Πατριαρχείο συστηματικά, επιστημονικά και μεθοδικά, επί δεκαετίες ολόκληρες, καθοδηγούσε τα της εκκλησιαστικής μουσικής, λαμβάνοντας καινοτόμες ιστορικές  αποφάσεις που φυσικά μας επηρεάζουν μέχρι σήμερα,  παρεμβαίνοντας με τις ειδικές μόνιμες και έκτακτες μουσικές  επιτροπές, ιδρύοντας μουσικές σχολές, εισάγοντας το μάθημα της εκκλησιαστικής μουσικής στα ελληνικά σχολεία της Πόλης και εκδίδοντας συγγράμματα για τη μουσική παιδεία. και για την  ψαλτική τέχνη. 

Οι  Έλληνες της Πόλης,που με με τη στήριξη της μητέρας Εκκλησίας, ζώντας πολλές φορές μέσα σε αντίξοες πολιτικές συνθήκες, με τη δημιουργική ιδιωτική πρωτοβουλία των λόγιων μουσικών, λαϊκών και κληρικών, κατόρθωσαν να έχουν συνεχές συλλογικό παρόν επί εκατόν σαράντα και πλέον έτη στη χριστιανική μουσική πραγματικότητα της  Κωνσταντινούπολης. Ακόμη η  πολύπλευρη και ποικιλόμορφη δράση των μουσικών Συλλόγων, που οι ίδιοι ίδρυσαν και έθεσαν υπό την εποπτείαν της Μητέρας Εκκλησίας, κατόρθωσαν να καλλιεργήσουν, αλλά και να μεταδώσουν στους νέους την παραδοσιακή μουσική της Εκκλησίας.
Ο μόνος εναπομείνας διδακτικός φορέας της εκκλησιαστικής μουσικής στην Πόλη σήμερα είναι ο Σύνδεσμος Μουσικοφίλων που διατηρεί ζωντανή τη μουσική  παράδοση της Εκκλησίας  μέσα σε αντίξοες συνθήκες.

Βιβλιογραφία

Αναλυτικόν Πρόγραμμα των Αστικών Σχολών των Αρρένων και των Θηλέων της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, εν Κωνσταντινουπόλει 1897, εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου.
Αναλυτικόν Πρόγραμμα  των εν ταις  Εκκλησισατικαίς Μουσικαίς Σχολαίς του εν τοις Πατριαρχείοις Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου διδαχθησομένων μαθημάτων κατά το σχολικόν έτος 1919-1920, Εν Κωνσταντινουπόλει, 1919.
Αναλυτικόν Πρόγραμμα  των εν ταις εν Φαναρίω, Σταυροδρομίω, και Κοντοσκαλίω Εκκλησιαστικαίς Μουσικαίς Σχολαίς του εν τοις Πατριαρχείοις Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου διδαχθησομένων μαθημάτων κατά το σχολικόν έτος 1920-1921, Εν Κωνσταντινουπόλει, 1921.
Αναλυτικόν Πρόγραμμα  των εν τη Μουσική Σχολή του Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου διδαχθησομένων μαθημάτων κατά το σχολικόν έτος 1914-15, εν Κωνσταντινουπόλει, 1914.
 Αναλυτικόν Πρόγραμμα  των εν τη Μουσική Σχολή του Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου διδαχθησομένων μαθημάτων κατά το σχολικόν έτος 1915-1916, Εν Κωνσταντινουπόλει, 1915.
Αναλυτικόν Πρόγραμμα  των εν τη Εκκλησιαστική Μουσική Σχολή του εν τοις Πατριαρχείοις Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου διδαχθησομένων μαθημάτων κατά το σχολικόν έτος 1917-1918, Εν Κωνστανιτνουπόλει, 1917.
Αναλυτικόν Πρόγραμμα των Σχολών της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως συνταχθέν υπό της Πατριαρχικής Εκπαιδευτικής Επιτροπής και επικυρωθέν υπό της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου και του Δ. Ε. Μεικτού Συμβουλίου, εν Κωνσταντινουπόλει, εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, 1912.
Αναλυτικόν Πρόγραμμα των μαθημάτων των διδασκομένων εν τω προτύπω δημοτικώ σχολείω τω προσηρτημένω εις το εν Θεσσαλονίκη Διδασκαλείον, Εν Κωνσταντινουπόλει, εκ του Πατριαρχικού τυπογραφείου, 1879.
Αναμνηστικόν, Μιχαήλ Χατζηαθανασίου (Καθηγητού Βυζαντινής Μουσικής),Επί τη πρώτη επετείω του θανάτου αυτού, 18.9.1948, Κωνσταντινούπολις, 1949.
Διατάξεις περί διοικήσεως και εποπτείας των ψαλτών και δομεστίκων της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως,  στο Αντ. Χατζόπουλου, Η βυζαντινή μουσική παιδεία στην  Κωνσταντινούπολη  κατά το 19ο και 20ό αιώνα, Αλεξανδρούπολη, 2010,ISBN 978-960-93-2396-3, Αυτοέκδοση.
Εγκύκλιος Επίστολή, Π
Κανονισμός του εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου, Εν Κωνσταντινουπόλει, 1899
Κανονισμός  του εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικού Μουσικού Συλλόγου, Εν Κωνσταντινουπόλει, 1881, τύποις Θράκης
Κανονισμός της εν Κωνσταντινουπόλει Ιερατικής Σχολής, Εκκλησιαστική Επιθεώρησις Β. Καλλίφρονος, τόμος 3, Εν Κωνσταντινουπόλει, 1875, σελ. 6-14
Κανονισμός της  εν Χάλκη Θεολογικής Σχολής της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, Εν Κωνσταντινουπόλει, 1857
Κανονισμός του εν Κωνσταντινουπόλει Μουσικού Συλλόγου, Εν Κωνσταντινουπόλει, Τύποις Α. Κορομηλά και Π.Πάσπαλλη, 1863.
Κανονισμός της Κεντρικής Εκκλησιαστικής Επιτροπής, Εν Κωνσταντινουπόλει, Εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου,   1868
Κανονισμός της Πατριαρχικής Κεντρικής Εκπαιδευτικής Επιτροπής, Ε.Α.16,(1892-1893),σελ.295 -296
Κανονισμός της Πατριαρχικής Σχολής της Εκκλησιαστικής Μουσικής, Εν Κωνσταντινουπόλει, 1866,
Κανονισμός της Πατριαρχικής Σχολής της Εκκλησιαστικής Μουσικής, εν Κωνσταντινουπόλει, 1868
Κανονισμός του εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου ιδρυθέντος τω 1898,  Εν Κωνσταντινουπόλει εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου 1903
Κανονισμός του εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου ιδρυθέντος τω 1898.Εν Κωνσταντινουπόλει, εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου 1914.
Κανονισμός του εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου ιδρυθέντος τω 1898. Εν Κωνσταντινουπόλει, Τύποις Αριστοβούλου, Αναστασιάδου και Σιας, 1918.
Κανονισμός του εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου ιδρυθέντος τω 1898.Εν Κωνσταντινουπόλει, Τύποις Αριστοβούλου, Αναστασιάδου και Σιας, 1920.
Κανονισμός του εν Κωνσταντινουπόλει  Συνδέσμου των Ιεροψαλτών εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, 1919.
Κανονισμός του εν τοις Πατριαρχείοις εδρεύοντος Συνδέσμου των Ιεροψαλτών της Αρχιεπισκοπής ιδρυθέντος τω 1919. Εν Κωνσταντινουπόλει,  εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου 1922.
Κανονισμός των Ενοριών της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, Ε.Α.23(1899), σελ.350.
Κώδικες Πρακτικών  της Πατριαρχικής Κεντρικής Εκκλησιαστικής Επιτροπής, Αρχείο Οικουμενικού Πατριαρχείου, Κωνσταντινούπολη


Αλεξανδρούπολη,  10.10.2003    Αντώνιος Χατζόπουλος, Δρ Θεολογίας

      


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου