Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Συνέντευξη Πατριάρχη στην τουρκική εφημερίδα Hürriyet



Κωνσταντινούπολη, επιμέλεια - Φωτογραφίες Νικολάου Μαγγίνα  ΠΗΓΗ: ΑΜΕΝ.GR
Την βοήθειά του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου για να βρουν δουλειά στην Τουρκία ζητούν αρκετοί Έλληνες με επιστολές που στέλνουν στο Φανάρι. Αυτό αποκάλυψε ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης σε συνέντευξή που παραχώρησε στην τουρκική εφημερίδα Hürriyet, στο πλαίσιο της οποίας αναφέρεται στην εικοσαετή διακονία του στον πρώτο Θρόνο της Ορθοδοξίας, στα προβλήματα του Πατριαρχείου και της Ομογένειας καθώς και στις σχέσεις τους με την Κυβέρνηση και εν γένει με την πολιτική ηγεσία της χώρας.

Ερωτηθείς από το δημοσιογράφο της εφημερίδας, Οκαν  Κονουράλπ, τι έχει αλλάξει ( Σ.τ.Μ. για το Πατριαρχείο) στα είκοσι χρόνια από την ανάρρησή του στον Θρόνο, ο Οικουμενικός Πατριάρχης απαντά ότι πολλά έχουν αλλάξει προς την θετική κατεύθυνση. Η Τουρκία είναι σήμερα για όλους μας μια χώρα πιο δημοκρατική. Και από πλευράς μειονοτήτων μπορώ να το πω ξεκάθαρα ότι κατά την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αισθανόμαστε περισσότερο άνετα. Δεν φοβόμαστε από το Κράτος. Ασφαλώς δεν μπορώ να πω ότι βρίσκουμε ανταπόκριση σε όλα τα θέματα, για παράδειγμα η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παρόλες τις υποσχέσεις της Κυβέρνησης του AKPπαραμένει τα τελευταία 4ο χρόνια κλειστή. Σε άλλους όμως τομείς έχουν σημειωθεί σημαντικές εξελίξεις. Όπως για παράδειγμα η απόφαση να επιστραφούν τα ακίνητα που αφαιρέθηκαν από τα βακούφια (ευαγή ιδρύματα), η παραχώρηση αδειών για την τέλεση λειτουργιών στα Μοναστήρια της Παναγίας Σουμμελά και την Καππαδοκίας.

Ο Πατριάρχης σημείωσε ότι παλαιότερα οι αντιπροσωπείες του Πατριαρχείου που μετέβαιναν στην Άγκυρα για επαφές με αξιωματούχους αντιμετωπίζονταν με ψυχρότητα, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που σε συναντήσεις  “δεν έλεγαν ούτε, καθίστε”.

«Τώρα αντιμετωπιζόμαστε με πολύ ευγένεια και αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο με τον Πρωθυπουργό Ερντογάν και το κόμμα του αλλά καιόταν συναντήθηκα με τον Ντενίζ Μπαικάλ (σ.σ. πρωην Αρχηγός Αξιωμ. Αντιπολιτεύσεως) αντιμετωπίστηκα με την ίδια ευγένια». Στο σημείο αυτό υπενθύμισε ότι με πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού Ερντογάν παρέχεται η υπηκοότητα σε Ιεράρχες του Θρόνου από το εξωτερικό οι οποίοι θα έχουν τη δυνατότητα σε μια μελλοντική Πατριαρχική εκλογή να είναι εκλέκτορες και εκλόγιμοι. “Και δεν θα γίνει η εκλογή μόνο με 15 Ιεράρχες”, είπε ο Οικουμενικός Πατριάρχης αφήνοντας να εννοηθεί ότι σε μια μελλοντική εκλογή θα έχουν λόγο και ψήφο όλοι οι Ιεράρχες του Θρόνου και όχι μόνο οι εν Τουρκία διαβιούντες.

Ερωτηθείς εάν η βελτίωση των σχέσεων με την Πολιτεία αυξάνει τις ελπίδες του για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης είπε ότι «κατά το παρελθόν έχουν γίνει πολύ μεγάλες αδικίες σε βάρος της Κοινότητάς μας. Ένα από τα σοβαρά θέματά που εκκρεμούν είναι η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής».  Παρά το γεγονός ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι πρώτο τη τάξει μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών, είπε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, δεν έχει τη δυνατότητα να εκπαιδεύει το ίδιο τα στελέχη του. «Δεν χάνω τις ελπίδες μου για την επαναλειτουργία της Σχολής», τόνισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης και επανέλαβε ότι το ζήτημα αυτό δεν εντάσσεται στις ελληνοτουρκικές διαφορές αλλά αποτελεί αντικείμενο σεβασμού των θρησκευτικών ελευθεριών.

«Δηλαδή περιμένετε κάποια έκπληξη από τον Πρωθυπουργό Ερντογάν όπως έκανε με το διάταγμα για την επιστροφή των ακινήτων των μειονοτικών ιδρυμάτων;», ρώτησε ο δημοσιογράφος-

«Είναι στα πλαίσια των πιθανοτήτων διότι ο Πρωθυπουργός συνηθίζει τέτοια γενναία βήματα και εκπλήξεις. Κατά καιρούς ο Πρωθυπουργός μιλάει για τη λειτουργία Τζαμιού στην Αθήνα και το συσχετίζει με την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής. Εμείς δεν έχουμε καμμία ευθύνη γι΄αυτό το θέμα. Είμαι θετικός για το Τζαμί. Και η Ελληνική Κυβέρνηση έλαβε πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση. Αλλά το να τίθεται ένας τέτοιος όρος για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης είναι αδικία», απάντησε ο Πατριάρχης.

Ερωτηθείς για τις προσδοκίες του από τις προωθούμενες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις ο Οικουμενικός Πατριάρχης είπε πως “αρχίζουμε σιγά, σιγά να απομακρυνόμαστε από την αίσθηση ότι είμαστε πολίτες δευτέρας κατηγορίας”.“Ελπίζουμε πως στο νέο Σύνταγμα η αρχή ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι θα εδραιωθεί ισχυρά και θα βιώσουμε την ισότητα όχι στα λόγια αλλά στην ουσία του όρου. Θέλουμε ισότητα και θρησκευτική ελευθερία. Είμαστε Ρωμηοί με τουρκική υπηκοότητα». Στην συνέχεια ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος τόνισε με έμφαση: «Να μην μας αντιμετωπίσουν ούτε ως ξένους ούτε ως εχθρούς. Αυτά όλα να αξιολογηθούν λεπτομερώς στο νέο Σύνταγμα. Ούτως ώστε να μην σχολιαστούν λανθασμένα το Σύνταγμα και οι Νόμοι από μέρους γραφειοκρατών όπως συνέβαινε στο παρελθόν».  

Σε άλλο ερώτημα σχετικό πως βλέπει το μέλλον μιας κοινότητος που ο πληθυσμός της μειώνεται ο Οικουμενικός Πατριάρχης επανέλαβε πως η Ομογένεια της Πόλης, πού πλήρωσε το τίμημα του Κυπριακού, έχει ανάγκη από νέο αίμα.
«Με την Λοζάνη εντάξει πραγματοποιήθηκε η ανταλλαγή των πληθυσμών. Όμως τα γεγονότα της 6/7ης Σεπτεμβρίου 1955 και τα γεγονότα των απελάσεων του 1964 μας κατέστρεψαν, πληρώσαμε το τίμημα του Κυπριακού, ο πληθυσμός από 120.000 μειώθηκε στις 3.000. Εμείς έχουμε ανάγκη από νέο αίμα. Τώρα λόγο της μεγάλης οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα ορισμένοι πού έφυγαν από την Τουρκία επιθυμούν να επιστρέψουν, ακόμη και Έλληνες που δεν είναι από την Πόλη θέλουν να εγκατασταθούν εδώ. Μας έρχονται επιστολές στις οποίες μας γράφουν «βρείτε μας εργασία και κατοικία».

Στην ερώτηση σε ποιό σημείο βρίσκονται οι συζητήσεις για το ζήτημα της «Οικουμενικότητας» στο νέο Σύνταγμα, ο Πατριάρχης απάντησε:
«Είμαστε το αρχαιότερο ίδρυμα στον τόπο αυτό. Είμαστε ένα ίδρυμα 17 αιώνων, είναι μία ευκαιρία για την Τουρκία».
Στη συνέχεια ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε στην απόφαση της επιτροπής της Βενετίας ότι το Πατριαρχείο είναι Οικουμενικό και ότι στην χρήση του όρου αυτού δεν μπορεί να το εμποδίσει κανείς, προσθέτοντας μάλιστα, ότι δεν εμπεριέχει κανένα πολιτικό χαρακτήρα αφού πρόκειται για ένα όρο που η χρήση του ξεκινά από τον 6ο αιώνα και μαρτυρεί την θέση του στον Ορθόδοξο κόσμο του Πατριαρχείου. Επίσης εξέφρασε την επιθυμία του να υπάρχει αναγνώριση της νομικής προσωπικότητας του Πατριαρχείου.
 Ο δημοσιογράφος της Hürriyet δεν παρέλειψε να ρωτήσει, “τι εκφράζει για σας η Εργκενεκόν”, για να απαντήσει ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος: «Ζήσαμε προσωπικά την υπόθεση της Εργκενεκόν. Εκείνη την σκοτεινή περίοδο υπήρχε μία εκστρατεία που κατευθυνόταν από πολλές πλευρές. Ο αοίδιμος Πατριάρχης Δημήτριος θα μετέβαινε στην Αμερική. Οπλισμένοι αστυνομικοί φύλαγαν μπροστά στην πόρτα του γραφείου του και μέσα στο γραφείο του με το πρόσχημα ότι «υπάρχει κίνδυνος». Μπήκαν μέχρι και στο σπίτι του. Ο Πατριάρχης Δημήτριος προσωπικά μου έλεγε : Βαρθολομαίε παιδί μου, έχω την αίσθηση ότι όταν κοιμούμαι θα έλθουν να με σκοτώσουν. Σκοπός δεν ήταν να προστατεύσουν αλλά να φοβίσουν για να αποτρέψουν την μετάβαση στις Η.Π.Α. Ένας σύλλογος με την επωνυμία «Τούρκοι της Δυτικής Θράκης», για αρκετές ημέρες εμπόδισαν τις εισόδους και εξόδους του Πατριαρχείου, (σ.σ καθόντουσαν στα σκαλοπάτια του Πατριαρχείου εμποδίζοντας οποιαδήποτε πρόσβαση). Οι δυνάμεις ασφαλείας και η Νομαρχία δεν τους απομάκρυνε. Ο δικηγόρος Κεριντζή, η Σεβγκή Έρενερόλ και άλλοι ερχόντουσαν στο Πατριαρχείο, κατέθεταν μαύρο στεφάνι και έβριζαν. Τώρα είναι όλοι στην φυλακή».
                  

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Mαρτυρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου Α’ επ’ ευκαιρία της Συναντήσεως της Ασίζης υπέρ της ειρήνης

27 Ὀκτωβρίου 2011


Ἁγιώτατε,
Σεβασμιώτατοι,
Ἐξοχώτατοι,
Κυρίες καί κύριοι, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν διαφόρων θρησκειῶν τοῦ κόσμου,
Κυρίες, Δεσποινίδες, Κύριοι,
Ἀγαπητοί φίλοι,
Πᾶς ἀληθής διάλογος φέρει τά σπέρματα μελλοντικῆς μεταμορφώσεως. Ἡ φύσις τῆς μεταμορφώσεως ταύτης ἀποτελεῖ μεταστροφήν, ἐπιτρέπουσαν τήν ὑπέρβασιν τῶν ἰδιαιτεροτήτων ἡμῶν προκειμένου νά θεωρήσωμεν τούς ἄλλους ὡς ὑποκείμενον σχέσεως καί οὐχί ὡς ἀντικείμενον ἀδιαφορίας.
Διότι, ἐκ τῆς ἀδιαφορίας γεννᾶται τό μῖσος.
Ἐκ τῆς ἀδιαφορίας γεννᾶται ἡ σύγκρουσις.
Ἐκ τῆς ἀδιαφορίας γεννᾶται ἡ βία.
Ἔναντι τοιούτων κακῶν, μόνον ὁ διάλογος ἀποτελεῖ βιώσιμον καί μακροχρόνιον λύσιν. Ὁ ρόλος ἡμῶν ὡς θρησκευτικῶν ὑπευθύνων εἶναι πρωτίστως νά προάγωμεν τόν διάλογον καί, διά τοῦ καθημερινοῦ ἡμῶν παραδείγματος, νά δείξωμεν ὅτι δέν ζῶμεν μόνον ὁ εἷς κατά τοῦ ἄλλου, ἤ ἀκόμη καί ὁ εἷς πλησίον τοῦ ἄλλου, ἀλλά ὁ εἷς μετά τοῦ ἄλλου ἐν πνεύματι εἰρήνης, ἀλληλεγγύης καί ἀδελφωσύνης. Ἀλλά διά νά γίνῃ τοῦτο, ὁ διάλογος ἀπαιτεῖ πλήρη ἀλλαγήν τοῦ τρόπου ζωῆς ἡμῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Ἀκούονται πλεῖσται φωναί ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προβάλλουν τόν προστατευτισμόν, διότι ἡ παγκοσμιοποίησις φέρει εἰς τό πέρασμά της μίαν τάσιν σχετικισμοῦ παράγουσαν ἐξ ἀντιθέσεως ἀναδιπλώσεις κοινοτήτων καί ταυτοτήτων, αἱ ὁποῖαι ὑποκρίπτουν τήν ἔχθραν. Διό καί ἡ στράτευσις ἡμῶν δέν πρέπει μόνον νά περιορίζεται εἰς ἔργον ἔξω τῶν κοινοτήτων ἡμῶν, ἀλλά θά πρέπει νά συμπεριλαμβάνῃ καί τάς ἔνδον λογικάς. Ἑπομένως, ἡ εὐθύνη ἡμῶν εἶναι τοσοῦτον μεγαλυτέρα καί ἡ εἰς Ἀσίζην ὀργάνωσις τῆς παρούσης συναντήσεως ὑπέρ τῆς εἰρήνης ἀποβαίνει τοσοῦτον σημαντική. Δέν πρόκειται, ὡς ὡρισμένοι ὑπονοοῦν, περί διαθρησκειακοῦ διαλόγου, ἑνός οἰκουμενικοῦ διαλόγου ὑπό συγκρητιστικήν προοπτικήν. Ἀντιθέτως, τό ὑφ’ ἡμῶν προβαλλόμενον ὅραμα ἔχει ἐντελῶς ἰδιαιτέραν ἔννοιαν ἀπορρέουσαν ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἱκανότητος τῶν θρησκειῶν νά περιβάλουν τόν κοινωνικόν τομέα προκειμένου νά προωθήσουν τήν εἰρήνην. Τοῦτο ἀποτελεῖ τό πνεῦμα τῆς Ἀσίζης, αὕτη εἶναι καί ἡ ὁδός, τήν ὁποίαν ἀπό πολλῶν ἐτῶν ἀκολουθεῖ τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως.
Ἀκόμη καί σήμερον, εἴκοσι πέντε ἔτη μετά τήν πρώτην ἐν Ἀσίζῃ συγκληθεῖσαν ὑπό τοῦ μακαριστοῦ Πάπα Ἰωάννου-Παύλου Β’ συνάντησιν, δέκα ἔτη μετά τά δραματικά γεγονότα τῆς 11ης Σεπτεμβρίου καί τήν ὥραν κατά τήν ὁποίαν αἱ «ἀραβικαί ἀνοίξεις» δέν ἔθεσαν τέλος εἰς τάς διακοινοτικάς ἐντάσεις, ἡ ἔναντι τῶν ζυμώσεων τοῦ κόσμου θέσις τῶν θρησκειῶν παραμένει ἀσαφής. Πράγματι, συνεχίζομεν νά φοβούμεθα τήν αὐξανομένην περιθωριοποίησιν τῶν ἐν τῇ Μέσῃ Ἀνατολῇ χριστιανικῶν κοινοτήτων. Ὀφείλομεν νά ἐναντιωθῶμεν εἰς τήν ὑπό τῶν δραστῶν τῆς βίας παραμόρφωσιν τοῦ μηνύματος καί τῶν συμβόλων τῶν θρησκειῶν. Ἡ ἐπανάκτησις τοῦ θρησκευτικοῦ στοιχείου διά τῆς θρησκείας ἀποτελεῖ ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν διά τήν προαγωγήν τῆς ἀνθρωπίνης διαστάσεως μιᾶς μορφῆς τοῦ θείου, ἡ ὁποία θέλει νά εἶναι φιλεύσπλαχνος, δικαία καί φιλάνθρωπος.
Διά τόν λόγον τοῦτον ἀποτελεῖ χρέος τῶν θρησκευτικῶν ὑπευθύνων ἡ ἐνεργός συμμετοχή εἰς τήν διαδικασίαν ἀποκαταστάσεως τῆς εἰρήνης. Διότι ὁ μόνος τρόπος ἐναντιώσεως εἰς τήν προσπάθειαν νά καταστοῦν αἱ θρησκεῖαι ὄργανον τῶν πολεμοχαρῶν εἶναι ἡ ρητή καταδίκη τοῦ πολέμου καί τῶν συγκρούσεων, καί ἡ ὑφ’ ἡμῶν ἀνάληψις ρόλου μεσολαβητῶν εἰρήνης καί καταλλαγῆς.
Ἁγιώτατε,
Τά ὀλίγα στοιχεῖα, τά ὁποῖα φέρομεν εἰς τόν γενικόν προβληματισμόν ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς παρούσης συναντήσεως τῆς Ἀσίζης συγκλίνουν ὑπέρ μιᾶς πλήρους συμφιλιώσεως τοῦ ἀνθρώπου μετά τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ἑαυτόν του, ἀλλά καί τοῦ ἀνθρώπου μετά τοῦ περιβάλλοντος. Διότι, ἡ ἀνιδιοτέλεια δέν δύναται νά περιορίζεται εἰς μόνας τάς ἐντός τῆς ἀνθρωπότητος σχέσεις. Ὅστις ὁμιλεῖ περί τοῦ «εἶναι τῆς σχέσεως», ὁμιλεῖ ἐπίσης περί τοῦ ἐκτεταμένου βιώματος τῆς ἑτερότητος, ἕως καί τῆς ἰδίας τῆς φύσεως, ὡς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἡμετέρος διάλογος εἶναι ἑπομένως καταλλαγή. Ἅπαντες ἀναγνωρίζομεν ἑαυτούς εἰς τούς λόγους τῶν Μακαρισμῶν: «Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοί υἱοί τοῦ Θεοῦ κληθήσονται» (Μάρκ. 5, 9). Ἡ εὐθύνη αὕτη δέν εἶναι μόνον λεκτική, ἀλλ’ ἀναμένει ἐξ ἡμῶν νά εἴμεθα πιστοί εἰς τήν πίστιν ἡμῶν, πιστοί εἰς τήν ἐν τῷ κόσμῳ οἰκονομίαν τοῦ Θεοῦ, δίδοντες ταυτοχρόνως ἀπαντήσεις εἰς τούς προβληματισμούς τοῦ κόσμου. Ἄς ἀποβῶμεν τά σημεῖα τῆς δεσμεύσεως ταύτης. Μόνον τότε ἡ εἰρήνη, τήν ὁποίαν ἀναζητοῦμεν, ὁ θησαυρός τοῦτος, ὁ ὁποῖος ἀπεκτήθη μέ τόσον ὑψηλόν τίμημα καί ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἀπωλέσθη τόσον ταχέως, θά ἀκτινοβολῇ ἐν τῷ κόσμῳ.
Εὐχόμεθα τῷ Κυρίῳ καί Θεῷ ἡμῶν, ὅπως χαρίζηται τῷ κόσμῳ τήν χάριν Αὐτοῦ καί μᾶς ἐμπνέῃ νά ἀποβῶμεν προσκυνηταί τῆς ἀληθείας καί τῆς εἰρήνης.
Πηγή: ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ

Δελτίο Τύπου Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών


Πραγματοποιήθηκε με επιτυχία στο Βόλο, στο κινηματοθέατρο «Αχίλλειον», η εκδήλωση της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών για τα 100 χρόνια από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, με εισηγητές τον Δρ Άγγελο Μαντά, Συγγραφέα-Σχολικό Σύμβουλο Φιλολόγων και τον Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο, Φιλόλογο-Υπεύθυνο της κριτικής έκδοσης των Απάντων του Παπαδιαμάντη. Το πάνελ της εκδήλωσης και τη συζήτηση που ακολούθησε συντόνισε ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, Διευθυντής του Περιοδικού «Νέα Εστία». Στην κατάμεστη αίθουσα του κινηματοθέατρου «Αχίλλειον», ξεδιπλώθηκαν ποικίλες μνήμες και μεταφέρθηκε το πνευματικό κλίμα μιας άλλης εποχής με πολλές όμως ομοιότητες με τη σημερινή Ελλάδα.
Μετά την εισαγωγική προσλαλιά του Διευθυντή της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών, Δρος Παντελή Καλαϊτζίδη, και την σύντομη αναφορά του συντονιστή της εκδήλωσης Σταύρου Ζουμπουλάκη στο έτος Παπαδιαμάντη και στη σημασία των ποικίλων εκδηλώσεων που έλαβαν χώρα, το λόγο πήραν οι δύο εισηγητές. Ο κ. Α. Μαντάς, που εισηγήθηκε το θέμα: «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: η ζωή και το έργο του», μετά τις αναφορές στην βιογραφία και εργογραφία του Παπαδιαμάντη, αλλά και στην αλματώδη ανάπτυξη της σύγχρονης έρευνας (φιλολογικής, κριτικής, κλπ) για τον σκιαθίτη λογοτέχνη, εστίασε κυρίως στην διαχρονικότητα και επικαιρότητα του παπαδιαμαντικού λόγου, μη παραλείποντας μάλιστα και μία «πολιτική» ανάγνωσή του, καθώς επιχείρησε να «φωτίσει» την τρέχουσα ελληνική επικαιρότητα των ημερών μας (διαφθορά, πελατειακό σύστημα, κίνδυνος χρεωκοπίας, κλπ) με χαρακτηριστικά κείμενα του Παπαδιαμάντη. Με τον χαρακτηρισμό «αδιάπτωτος» περιέγραψε τόσο το έργο όσο και την προσωπικότητα του Παπαδιαμάντη, μια προσωπικότητα που δεν διστάζει να καυτηριάσει τα κακώς κείμενα και τα πολιτικά δρώμενα της εποχής του,
Στη συνέχεια, ο κ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος εισηγήθηκε το θέμα: «Στα μεταφραστικά λιβάδια του Παπαδιαμάντη. Ο ομιλητής, πέρα από το ότι είναι αυτός που με πάθος και επιμονή ανέδειξε την σπουδαιότητα και διαχρονικότητα του παπαδιαμαντικού έργου, πέρα από το ότι είναι αυτός που ξεκίνησε και ολοκλήρωσε την μνημειώδη κριτική έκδοση των Απάντων του Παπαδιαμάντη, είναι ακόμη αυτός που πρώτος έθεσε το ζήτημα του Παπαδιαμάντη ως μεταφραστή και ανάδειξε τη σημασία αυτού του ζητήματος για την σφαιρικότερη, σωστότερη, αλλά και πιο «ορθόδοξη» κατανόηση του έργου του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα. Ο ομιλητής δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει ότι «γυρίζοντας» ο Παπαδιαμάντης γαλλικά ή αγγλικά έργα στα ελληνικά, δεν μεταφράζει απλώς, αλλά εξελληνίζει επίσης τα έργα αυτά, συχνά δε τα ορθοδοξοποιεί, κάνοντας τα, επιπλέον, να αναδίδουν την γνώριμη ατμόσφαιρα και αύρα των δικών του έργων. Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος μίλησε ακόμη για το μεγαλείο και τον άθλο που συνιστά η περίπτωση του Παπαδιαμάντη μεταφραστή, ο οποίος μέσα από αντίξοες συνθήκες εργασίας και με τις γνώσεις που απέκτησε με μια μέθοδο εκμάθησης αγγλικών και γαλλικών άνευ διδασκάλου, κατόρθωσε να μεταφράσει υπέροχα και υποδειγματικά έργα όπως «Το Έγκλημα και η Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκυ, τον «Αόρατο» του Ουέλς, ή τα 4 διηγήματα του Τσέχωφ («Οι οικότροφοι», «Γέννησις Δράματος», «Το παράκαμε», «Πόνος βαθύς»). Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι από το 2002 έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας πλήθος μεταφράσεων που είναι μεν ανυπόγραφες, αλλά που με ενδοκειμενικά κριτήρια αποδίδονται μετά βεβαιότητος στον Παπαδιαμάντη. Η εισήγηση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου έκλεισε με την ανάγνωση από τον ίδιο, μέσα σε μυσταγωγικό κλίμα, αποσπασμάτων από τις μεταφράσεις του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Φίνλευ, Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκυ, και Αργοναυτικές διηγήσεις του Μπρέτ Χάρτ), από τα οποία διαφάνηκε ο μοναδικός και υπέροχος τρόπος που ο Παπαδιαμάντης χειρίζεται τη γλώσσα και μεταφράζει χωρίς να βιάζει τα κλασσικά έργα, εμπλουτίζοντάς τα, όμως, με πνευματικές αναφορές, περιγραφές και ιδιωματικά χαρακτηριστικά του τόπου του.
Στη συνέχεια ακολούθησε συζήτηση των εισηγητών και του συντονιστή της εκδήλωσης με το κοινό, ενώ η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με την καταληκτήρια παρέμβαση του Σεβ. Μητροπολίτη Δημητριάδος κ Ιγνατίου, ο οποίος αφού ευχαρίστησε τους ομιλητές για την πνευματική πανδαισία και μυσταγωγία που χάρισαν στο κοινό, παρουσίασε εν συντομία το πρόγραμμα των προσεχών εκδηλώσεων της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Oικουμενική θεολογία στον ορθόδοξο κόσμο


Προπαρασκευαστική συνάντηση εργασίας για την έκδοση συλλογικού

τόμου για την διδασκαλία της οικουμενικής θεολογίας στον ορθόδοξο κόσμο


Με την σύμπραξη του προγράμματος για την Οικουμενική Θεολογική Εκπαίδευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ), της Επιτροπής «Εκκλησίες σε Διάλογο» της Συνόδου των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (ΚΕΚ) και της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών
Βόλος, 16-18 Οκτωβρίου 2011
    Το πρόγραμμα για την Οικουμενική Θεολογική Εκπαίδευση του ΠΣΕ, η Επιτροπή «Εκκλησίες σε Διάλογο» της ΚΕΚ και η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών έχουν προτείνει τον σχεδιασμό ενός προγράμματος για τη συγγραφή ενός εγχειριδίου αναφορικά με τη διδασκαλία της οικουμενικής θεολογίας σε ορθόδοξο πλαίσιο. Το βιβλίο αυτό θα έχει ως στόχο να διευκολύνει την θεολογική εκπαίδευση σε σχέση με την οικουμενική κίνηση στο πλαίσιο των ορθόδοξων θεολογικών σχολών, θεολογικών ινστιτούτων αλλά και σε κάθε άλλη εκπαιδευτική συνάφεια. Η έκδοση αυτή φιλοδοξεί επίσης να αποτελέσει μια σημαντική ορθόδοξη συμβολή στην επικείμενη Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ που θα λάβει χώρα το φθινόπωρο του 2013 στο Busan της Κορέας, όπου μεταξύ άλλων σημαντικών οικουμενικών γεγονότων, θα πραγματοποιηθεί και μια ευρεία συζήτηση για την οικουμενική θεολογική εκπαίδευση. Για την προετοιμασία του εγχειριδίου αυτού πραγματοποιήθηκε το διήμερο 16-18 Οκτωβρίου προπαρασκευαστική συνάντηση ειδικών από τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, από θεολογικές σχολές και ιδρύματα από όλο τον κόσμο.
    Στην εναρκτήρια συνεδρία της συνάντησης σύντομο χαιρετισμό απηύθυναν ο Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, ο οποίος αναφέρθηκε στην έμφυτη οικουμενικότητα του ευαγγελικού μηνύματος, ο υπεύθυνος του Προγράμματος από την πλευρά του ΠΣΕ Dietrich Werner ο οποίος περιέγραψε την προϊστορία και τους σκοπούς του φιλόδοξου αυτού προγράμματος, η αρμόδια για το Πρόγραμμα αυτό από την πλευρά της KEK Kaisamari Hintikka η οποία σημείωσε τη σημασία του όλου εγχειρήματος, ο Διευθυντής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Παντελής Καλαϊτζίδης, ο οποίος ανέδειξε τις πρωτοβουλίες της Ακαδημίας στο πλαίσιο της οικουμενικής κίνησης και της θεολογικής εκπαίδευσης, στα Αγγλικά). Παρέμβαση για να τονιστεί η σημασία και η αναγκαιότητα του υπό έκδοση τόμου έκαναν, εκ μέρους και των υπολοίπων συμμετεχόντων, οι καθηγητές Πέτρος Βασιλειάδης (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) και Daniel Ayuch (Ινστιτούτο Ορθόδοξης Θεολογίας Πανεπιστήμιου του Balamand), φωτίζοντας επιμέρους όψεις του όλου Προγράμματος, ενώ και ο πάστορας της Ευαγγελικής Εκκλησίας Βόλου Μελέτης Μελετιάδης απηύθυνε επίσης χαιρετισμό στη συνάντηση.
    Στην διάρκεια των εργασιών της προπαρασκευαστικής συνάντησης δόθηκε έμφαση στον έμφυτο οικουμενικό χαρακτήρα της ορθόδοξης Εκκλησίας, στο ήθος ανεκτικότητας και διαλόγου το οποίο ιστορικά χαρακτηρίζει την ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ τονίστηκε επανειλημμένα ότι το βασικό μέλημα όχι μόνον των εκκλησιαστικών συνόδων αλλά και των Πατέρων αποτελούσε η ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος. Διακηρύχθηκε με σαφήνεια ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να δώσει μαρτυρία για αυτό το οικουμενικό ήθος και την καθολική αλήθεια και αυτοσυνειδησία της, ενώ την ίδια στιγμή θα πρέπει τα προγράμματα των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της να αποκτήσουν οικουμενικό προσανατολισμό.
    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήδη από την αποστολική περίοδο, το ευαγγελικό κήρυγμα που αποσκοπεί να αγκαλιάσει τον «άλλο», μακριά από τις ποικίλες (φυλετικές κ. ά.) διακρίσεις υπήρξε πάντοτε προτεραιότητα στη ζωή της Εκκλησίας. «Το βασικό γνώρισμα αυτής της ζωής ήταν η απλή αφιέρωσή της στην αδιάσπαστη συνέχεια της αποστολικής παράδοσης. Όταν η θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατανοηθεί σωστά και ο πλούτος και η ποικιλία της εκτιμηθούν με κατάλληλο τρόπο, μπορεί αυτή να συμβάλλει αποφασιστικά στην επίλυση πολλών κρίσιμων ερωτημάτων» (Ν. Νησιώτης) που προκαλούν προβλήματα στους χριστιανούς της μετανεωτερικής εποχής μας.




--
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
"ΚΑΙΡΟΣ - για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης"


E-mail: kairos.theologoi@gmail.com
Web: www.kairosnet.gr


Ελ. Βενιζέλου 59Α
15561 Χολαργός

ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΑΥΣΤΡΙΑΣ ΚΥΡΟΝ ΜΙΧΑΗΛ

ΥΠΟ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ  ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΔΕΡΚΩΝ  κ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ   
Σεβασμιώτατε  Μητροπολίτα  Ρόδου, Τοποτηρητά της Ιεράς  Μητροπόλεως Αυστρίας
Εξοχώτατε κ. Πρόεδρε της Αυστριακής Δημοκρατίας
Εντιμώτατοι εκπρόσωποι της Ελληνικής, Κυπριακής καί Ουγγρικής Πολιτείας
Σεβασμιώτατοι Εκπρόσωποι Αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Σεβασμιώτατε Καρδινάλιε, Αρχιεπίσκοπε Βιέννης
Σεβασμιώτατοι Επίσκοποι της Ρωμαιοκαθολικής, της Ευαγγελικής καί Παλαιοκαθολικής Εκκλησίας
Αξιότιμε κ. Πρόεδρε του Οικουμενικού Συμβουλίου των εν Αυστρίᾳ Εκκλησιων
Αξιότιμε κ. Πρόεδρε του Ιδρύματος Pro Oriente.
Αξιότιμοι Εκπρόσωποι των άλλων θρησκευτικών, πολιτικών καί πανεπιστημιακών Αρχών
Σεβασμιώτατοι καί Θεοφιλέστατοι άγιοι Αρχιερείς,
Τίμιον Πρεσβυτέριον,
Αγαπητοί Αδελφοί,
           Ως βροντή απαισία ηκούσθη εις τας αυλάς της Μητρός Εκκλησίας η είδησις της αφ’ημών αναχωρήσεως του μακαριστού Μητροπολίτου Αυστρίας κυρού Μιχαήλ διά την αιωνιότητα. Τόσον ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης και πνευματικός πάντων ημών Πατήρ κ.κ Βαρθολομαίος, όσον και πάντα τα μέλη της σεπτής Ιεραρχίας του Θρόνου,  εν συνοχή καρδίας και λύπη βαθυτάτη ηκούσαμεν  το άγγελμα της εκδημίας του πολυφιλήτου Αδελφού και εκλαύσαμε και μετά δακρύων απηυθύναμε θερμάς προσευχάς και δεήσεις προς τον Κύριον της Ζωής και της Αναστάσεως Ιησούν Χριστόν να αναπαύση μετά των Αγίων τον καλόν εργάτην του Αμπελώνος Του, τον φιλόστοργον ποιμένα της ποίμνης Του, τον πιστόν και φρόνιμον οικονόμον της Χάριτος, τον άξιον μυστηριάρχην των Μυστηρίων Του, τον διακεκριμμένον Ιεράρχην της Εκκλησίας Του, τον ακάματον σκαπανέα της αρετής, της αγάπης και του χριστιανικού ανθρωπισμού τον δόκιμον μύστην της Θεολογίας, τον άριστον υπηρέτην του πνεύματος .

Ο εν Κυρίω κοιμηθείς Μητροπολίτης Μιχαήλ, πέραν της εν Αυστρία και Ουγγαρία λαμπράς και αγλαοκάρπου ποιμαντορικής μαρτυρίας και ευδοκιμήσεως του, υπήρξεν Ιεράρχης με υψηλόν αίσθημα αφωσιώσεως εις τον Οικουμενικόν Πατριαρχικόν Θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως και εις τα Ιερά ιδεώδη τα οποία ούτος ενσαρκώνει. Ήτο αληθινός Φαναριώτης Ιεράρχης. Δεν έβλεπε μόνον το δέντρον του, δηλαδή την Επαρχίαν του, αλλά και το μέγα δάσος, τον πνευματικόν δρυμόν, τον οποίον συνιστά το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Έζη και ενήργει πάντοτε ως υγιές και αναπόστατον μέλος του σώματος της Ιεραρχίας του Θρόνου, με διαρκή αναφοράν εις το πανσέβαστον πρόσωπον του πρώτου, του Οικουμενικού Πατριάρχου μας, αλλά και της περί εκείνον Αγίας και Ιεράς ημών Συνόδου, της οποίας πρό διετίας διετέλεσε μέλος, αρίστας καταλιπών εντυπώσεις και αναμνήσεις διά την πολλήν σύνεσιν οξύνοιαν αλλά και υποδειγματικήν υπευθυνότητα και εντιμότητα δια των οποίων αντεμετώπιζε τα εκάστοτε υπό διαπραγμάτευσιν θέματα. Η μακρά εκκλησιαστική  πείρα του, η θεολογική και θύραθεν σοφία του, η γλωσσομάθειά του, ο εύστροφος νούς του, ο διορατικός οφθαλμός του, το ομιλιτικόν του χάρισμα, η διαλεκτική δεξιότης του, η εις τας διεκκλησιαστικάς σχέσεις πολυχρόνιος και ευδόκιμος υπηρεσία του καί, προ πάντος, η βαθεία και ειλικρινής αγάπη του διά τον μαρτυρικόν Θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως, τον κατέστησαν πολύτιμον συνδιοικητήν της Εκκλησίας και ανέπαυε πλήρως όχι μόνον τον Παναγιώτατον Πατριάρχην μας, του οποίου και έχαιρε  της απολύτου εμπιστοσύνης, αλλά και τους λοιπούς Συνοδικούς Αρχιερείς και όλην την Ιεραρχίαν. Διά τον Αυστρίας Μιχαήλ ήτο αδιανόητον να μη έχη πάντοτε  την ψυχήν και την καρδίαν  μίαν μετά του Πατριάρχου του και των συνεπισκόπων του, να μη ευρίσκεται εις διάκοπον κοινωνίαν αγάπης μετ’ αυτών . Ήτο πάντοτε έτοιμος, ως καλός στρατιώτης, να υπερασπισθεί με σθένος τα τίμια συμφέροντα της Μητρός Εκκλησίας να ανακουφίση το βάρος του Σταυρού που φέρει επι τον ώμων Της, να σπογγίση με την φιλοτιμίαν και αφωσίωσιν και αγάπην του τον ιδρώτα απο το πρόσωπον του Πατριάρχου μας, όταν, <<ωσεί θρόμβοι αίματος>> έσταζεν εις ώρας δυσκόλους και πολυμόχθους, να σπεύση με χαράν εις οιανδήτινα  εκκλησιαστικήν αποστολήν θα απεστέλλετο, όσον κοπιαστική και δύσκολος και αν ήτο και πάντοτε την έφερεν αισίως εις πέρας. Υπήρξεν όντως στύλος μέγας και θεμέλιος αρραγής της Εκκλησίας των ημερών μας και λίθος τίμιος εις την μαρτυρικήν μίτραν του Οικουμενικού Θρόνου. Τούτων πάντων ένεκεν και η αναχώρησις αυτού και μετάθεσις από του επιγείου εις το ουράνιον θυσιαστήριον και απο τας τάξεις της στρατευομένης εις εκείνας της θριαμβευούσης Εκκλησίας μας καθιστά πτωχοτέρους και το κενόν το οποίον καταλείπει όπισθεν του είναι δυσαναπλήρωτον. Αλλ’ <<ως τω Κυρίω εδόξεν, ούτω και εγένετο. Είη το όνομα του Κυρίου ευλογημένον>>.
         Αδελφοί συνπεθούντες,
         Η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης, ο Οικουμενικός ημών Πατριάρχης και Πατήρ, μου έδωκε την λίαν τιμητικήν εντολήν και ευλογίαν να έλθω ενταύθα και να εκπροσωπήσω, τόσον την Παναγιότητα του όσον και τον κατ’ αυτόν άγιον Αποστολικόν και Οικουμενικόν της Κωνσταντινουπόλεως Θρόνον εις την εξόδιον ακολουθίαν του σεβαστού και πολυφιλήτου Αδελφού μου Μιχαήλ, να του αποδώσω τον τελευταίον επί γης ασπασμόν και να διερμηνεύσω τας θερμάς και ολοκαρδίους συλλυπητηρίους του ευχάς και την φιλόστοργον συμπάθειαν της Μητρός Εκκλησίας, τόσον προς τον ιερόν κλήρον και τον ευσεβή λαόν της Μητροπόλεως, οίτινες εστερήθησαν τοιούτου φιλοστόργου πατρός και καλού ποιμένος και διδασκάλου, όσον και προς τους κατά σάρκα οικείους του, την προσφιλή αυταδέλφην του και την οικογένειαν αυτής. Το όνομα του μακαριστού Αδελφού θα ευρίσκεται πάντοτε εις τας προσευχάς, τόσον του Παναγιωτάτου όσον και ημών  των συνεπισκόπων  του, οι οποίοι τον εξετιμήσαμε πολύ και τον ηγαπήσαμε βαθύτατα. Προσευχηθήτε, παρακαλούμεν, και σείς, όχι μόνον διά την ανάπαυσιν της θεοδιψούς και πολυαρέτου ψυχής τουμεταστάντος αξιοθέου πνευματικού σας πατρός, αλλά και δια την από του Αγίου Πνεύματος ανάδειξιν αξίου διαδόχου του, ο οποίος να τιμήση επαξίως την μνήμην του και να συνεχίσει με φόβον Θεού και συνέπειαν το άγιον έργον του.
         Αδελφέ Μιχαήλ,
         Εδούλευσες ευόρκως εις το Ευαγγέλιον. Ελάμπρυνες την αρχιερωσύνην σου με αγάπην και αφοσίωσιν εις την Εκκλησίαν με στοργήν πολλήν και συνεχείς καμάτους διά το ποίμνιον σου και τον άνθρωπον γενικώτερον. Εκήρυξες πειστικότατα τον Χριστόν και την Ανάστασιν. Εκαλλιέργησες τα  ιερά γράμματα και εθεράπευσες την επιστήμην. Προήγαγες τας καλάς σχέσεις μετά των εν  Αυστρία και Ουγγαρίαν αδελφών συγχριστιανών.Ανέπαυσες πλήρως την καρδίας του Πατριάρχου μας και πάντων των <<νούν Χριστού>>εχόντων. Εδόξασες το όνομα του Ιεράρχου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.<<Εύ ,δούλε αγαθέ και πιστέ,είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου.>> .
Του αοιδίμου Μητροπολίτου Αυστρίας Μιχαήλ, αιωνία και αγία και πάμφωτος η μνήμη. 
Πηγή: amen.gr

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών στα πλαίσια του εορτασμού των 100 χρόνων από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, διοργανώνει εκδήλωση στις 24 Οκτωβρίου, στις 7.00 μμ, στο κινηματοθέατρο "Αχίλλειον", πεζόδρομος Κουμουνδούρου 1 και Ιάσονος.
Στην εκδήλωση θα λάβουν μέρος οι:
Δρ Άγγελος Μαντάς, Συγγραφέας-Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων με θέμα: "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: η ζωή και το έργο του" και
Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Φιλόλογος-Υπεύθυνος της κριτικής έκδοσης των έργων του Παπαδιαμάντη με θέμα : "Στα μεταφραστικά λιβάδια του Παπαδιαμάντη"
Τη συζήτηση συντονίζει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, Διευθυντής του Περιοδικού "Νέα Εστία".
Η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό.

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

RELIGIOUS EDUCATION IN MUSLIM WORLD AND TEACHING ISLAM IN SCHOOLS IN EUROPE



RELIGIOUS EDUCATION IN MUSLIM WORLD AND TEACHING ISLAM IN SCHOOLS IN EUROPE  
Organized by Center for Values Education, Istanbul,Turkey  17,18 Kasım 2007.

Yunanistan’da  Okullarda Din  Eğitimi ve  İslam   Öğretimi,
Dr. Antonios Chatzopoulos, Yunanistan Batı Makedonya Trakya bölgesi Genel Eğitim Müdürlüğü,Orta Öğretim Müfettişleri Müdürü -Ioanna Arvaniti (M.ed),Thessaloniki,İlk Öğretim Müfettişi.


δρ Αντώνιος Χατζόπουλος-Ιωάννα Αρβανίτη (M.ed), Η θρησκευτική εκπαίδευση στα ελληνικά Σχολεία και η διδασκαλία της  Ισλαμικής Θρησκείας.

Bugünkü sosyal yaşamın hızla değiştiği  ve okul sınıflarının  da çeşitli dinlere mensup öğrencilerden oluştuğu bir gerçektir. Yunanistan’da son yıllarda din öğretimiyle  ilgili çalışmalar, araştırmalar, din öğretimi ve yeni din eğitim kitaplarını etkileyen ve dolayısıyla  göz önüne alınan en önemli faktörler arasında  hoşgörülük,   çok kültürlülük ve dinler arası diyalog olmuştur. Bunlar  hepimizin, din eğitimi yetkililerinin  ve  din öğretimi ile ilgili devlet  kuruluşların ve görevlilerin en  çok benimsediği ve okullarda yayılması gereken gerçekler olduğu  ve büyük önem taşıdığı ortaya çıkmıştır.

Bu gerçekler  Avrupa Birliği’ne üye olan Yunanistan  için  bugünkü  dini eğitim sistemimize, öğretim programlarına ve dinle ilgili okul  kitaplarımıza  da yansımaktadır.

Son yıllarda sarfedilen çabalar sayesinde yukarıdaki kavramlara yeni pedagoji hedeflere ulaşılmaya çalışılmaktadır.  Bu konudaki araştırmalar halen sürmektedir.

Hoşgörünün  ve  değişik  anlayışın dinimiz Hıristiyanlıkta ve kutsal kitap İncil’de  ele alındığı ve ön plana çıkarıldığı bir gerçektir. Ama bildiğimiz kadarıyla İslam dininde  ve  Kuran Kerim’ de  de ön plandadır. Bunu yeni nesillere din eğitimi aracılığıyla iletebilirsek ve kendimiz örnek olursak, dinler arası diyaloga ve insanların huzur ve barış içinde yaşamasına büyük  bir katkıda bulunmuş olacağız.  

Bugün, İslam dinine mensup kardeşlerimizin, dostlarımızın ve meslekdaşlarımızın davetiyesi üzerine burada misafirperver Türkiye’de  bulunmamız ve sizin huzurunda konuşmamız, bu anlayışın sizce de kabul edildiğinin iyi bir ispatı olduğunu  görüyoruz. Davetiniz için de tekrar candan teşekkürlerimizi sunarız.

Aramızda, iki din arasında  pek çok birleştirici unsurlar vardır. Bunlar teolojiden kaynaklanır. Öte yandan bu unsurlar yerel örf ve adetlerden ve halklarımızın birbirleriyle kaynaşmasından ve yanyana yaşamasından bugüne dek gelenek olarak kalmışlardır. Nitekim, Hıristiyanlığın en önemli peygamberlerinin ve kutsal kişilerin kardeş Müslümanlar için de aynı zamanda dini değer taşıdıkları  bir gerçektir,  (İsa Peygamber, Hz. Musa, Meryemana gibi). Gerek ibadette, gerek dini örf ve adetlerde de sık sık (kurbanlar,  dualarda tesbih kullanımı v.b ) ortak şeylere rastlıyoruz.
Biz Ortodoks İlahiyatçılarını ve eğitimcilerini İslam dinini daha iyi tanımamız için teşvik eden şeyler her iki dinin ortak değerleri ve İslam diniyle yanyana yaşamamızdır.  Bu değerler her iki dini birleştiren  ve   araştırılması gereken değerlerdir. Öte yandan, yurdumuzda, Yunanistan’da, Hıristiyan’lardan sonra en önemli din cemmati de bildiğiniz gibi Müslüman’lardır.

Kısaca değindiğimiz bu değerler ve yukarıda kısa bahsettiğimiz unsurlar  göz önüne alındığında, dinler arası diyalogun, bu temellere ve karşılıklı anlayışa dayanan bir din eğitiminin,  ülkelerimiz ve İslam - Hıristiyan diyalogu için   büyük bir önem taşıdığını göstermektedir.
Bizlerin gelecekte daha büyük adımlar  atacağımıza inanıyorum.  

1.YUNAN DİN EĞİTİMİNİN KISA TARİHÇESİ HUKUKİ DURUMU
                      Müfredatlar, Dersin içeriği,  Din öğretimi

Yunanistan’ da din eğitimi yıllardan beri  ‘Din Dersi’ olarak adlandırılmaktadır. Bu terim, İlk ve Orta öğretim  için geçerlidir. Yunan okullarında verilen din öğretimi  dinsel eğitim veya  din bilimi  özelliklerini taşımaz. Verilen din eğitimi Ortodoksluğun ve Hıristiyanlığın hakiki değerlerini öğrencilere yansıtan ama aynı zamanda başka din  akımlarına, başka düşüncelere sahip olan öğrencilere saygı gösteren, onlarla diyaloga son derece önem veren bir derstir. 

Yunan Devletinin kuruluşundan hemen sonra  1833 yılından  bugüne kadar bütün okullarda aralıksız olarak din öğretimi vardır. 1914 yılından itibaren Yunan okullarında  Ortodoks  İlahiyat Fakülteleri mezunları din öğretimi için  Bakanlık tarafından atanmaktadırlar.

Din öğretiminin başlamasından bu yana   her on, on beş yılda bir yeni müfredatlar yazılır, yeni kitaplar çıkarılırdı. O yıllarda da  Yunan  Kilise Yönetiminin ders müfredatlarında etkisi oldukça ağırlık taşımış, yani kilisenin sözü geçerliydi. 1932 yılına kadar da Atina Piskoposlar Meclisi’nin onayıyla din kitaplarının  okullara girmesi ve okutulması kararlaştırılırdı. 

Ama zamanımızda din öğretimi, tamamıyla Yunanistan  Milli Eğitim ve Dinler Bakanlığı’na bağlıdır. Bakanlığımızın Atina’daki Eğitim Enstitüsü ise ders müfredatlarını  ve kitaplarını onaylar, onları yayımlar ve daha sonra da okullarda okutulan ders kitaplarını  denetler. Günümüzde Yunan Ortodoks Kilisesi’nin din eğitimindeki rolü bu konularda  daha çok tavsiye niteliği taşımaktadır, ama Bakanlığın almış olduğu   yasal kararlar geçerli olup, önceden Kiliselerin onayına sunulmazlar. Dolayısıyla günümüzde din öğretimi, Kilise veya  diğer  dini kuruluşlara bağlı değildir. 

Yunanistan’da Kilise ve devlet işlerinin birbirlerinden ayrı olmaması bu dersin mecburi olmasını ve bügüne dek bu mecburiyetin  uygulanmasına  neden olmuştur.  AB’ ye  üye olmamızan sonra ve her ne kadar vicdan özgürgüğü yasalarından kaynaklanan maddeler yürürlüğe  geçtiyse de, bu  dersten   kayıtlarını  sildiren öğrenciler ülke çapında  pek azdır.  Yunanistan’da Ortodoks din öğretimi mecburi olarak verilmekle beraber, İslam ve başka  dinlere  bağlı olanlar için bu derslerden     ayrılmak imkanı tanınmıştır.

2003  yılından beri geçerli olan yeni  din öğretimi müfredatları, Yunan İlahiyat Fakülteleri’nin öğretim üyeleri ve Milli Eğitim Bakanlığı’na bağlı Devlet Pedagoji  Enstitüsü’nün  beraber oluşturduğu bir  kurul tarafından hazırlanmıştır. Bakanın  onayına sunulduktan sonra geçerlidirler. 2003 yılından itibaren bu yeni öğretim programlarına göre yazılmış kitaplar bastırılmış ve okullarda din eğitiminde okutulan tek kitaplardır. Bu kitapların yazarları ‘ihale’ metoduyla kitapları yazmışlardır. Aynı zamanda din eğitiminde ilk defa olarak bir de “dvd” oluşturulmuş ve kitaplarla beraber okullarda kullanılmaktadır.

Okullarımızdaki  din öğretiminin ağırlığı Hıristiyanlık - Ortodoksluktur. Ama buna parallel olarak   yeni müfredatlar ve yeni çıkan kitaplar  Yunan geleneksel dininin,  kültürünün ve kültürel mirasının korunması konusunda hassasiyet gösterir. Bu müfredatlar, öğrencilerin  Avrupa kimliğinin geliştirilmesi konusunda öğretmenlerin gayret sarfetmelerini,   diğer din ve kültürlerle iletişimi geliştirmek, bütün insanların işbirliğini benimsemek ve din öğretiminde sosyal  dimensiyonun da ele alınmasını öngörürler.
  
Bir  yandan dini, milli ve etnik özellikleri görüyoruz, bunlar sağlanmalı, ama öte yandan Avrupa kimliği, hoşgörü, başka dinlere ve düşüncelere saygı da vardır.   Tabii ki bunlar arasında hiçbir çelişki yoktur. Bu istenen kavramların din eğitimi sürecinde bir arada bulunmaları,  zannediyorum ki dinlerimiz için bir kazançtır. Öbür dinlerle ve  diğer kültürlerle diyalogun, okul hayatının  temel  unsurlarından biri olduğuna  da inanıyorum.

2. ΥUΝΑΝ OKULLARINDA DİN ÖĞRETİMİ    

Yeni  Yunan din öğretimi kitaplarına  baktığımızda onların  estetik ve içerik bakımından   yüksek seviyede olduklarını görüyoruz. Yeni din eğitim kitaplarında  hassasiyetle  yeni pedagojik gelişmelere yer verildi. Öğrencilerin kendi girişimleriyle derslerini öğrenmede ve okulun eğitim dalları arasındaki  işbirliğinin geliştirilmesi hakkında da da son derece mühim adımlar atıldı. İnsan hakları, bilgiye çeşitli yöntemlerle ulaşma, becerilikliğin arttırılması, bilgisayarların öğretimde kullanılaması, din eğitiminin hedefleri içindedir.

Derslerden kaynaklanan bütün konular bir bütün olarak ele alınmalı ve öğrencilerin bunları  öğrenmesi kendilerinin pozitif öğrenme teknikleriyle bunları öğrenmeleri hedef olarak verilmiştir. Eleştirel düşüncelerin de bu süreçte önem taşıdığını vurgulamak isterim. Bunların yanı sıra öğrenciler  farklılığı ve işbirliğini daha iyi kabul edeceklerdir.  

Kitaplar son yıllarda önemli aşamalar kaydetmiş ve bugün modern standartlara ulaşmışlardır. Son yıllarda okul din kitaplarında dersin içeriği büyük değişikliklere uğramıştır. Yazı tarzı, ödevler, diğer din ve kültürlere yaklaşım, eskiye nazaran değişik ve sağlam temellere oturtulmuştur. Söylediğimiz gibi, Ortodoksluk ön plandadır. İlk öğretimin 3. sınıfından başlayarak 12. sınıfa kadar devamlı olarak haftada 2 saat din öğretimi vardır. Dinin tarihi ve tarihi boyutları,  Tevrat, İsa’nın hayatı, İncil’den alıntılar, Hıristiyan mezhepleri, kilise ayinleri, dünyadaki Ortodoks Kiliseleri, Katolik ve Protestan Kiliseleri  detaylı olarak öğretilir. Bundan başka Hıristiyan Ortodoks ahlakı da Lise 3 sınıfında öğretilir. Bütün  bunlarla beraber  eleştirel düşüncenin din öğretiminde de  sistimatik olarak derslerde her zaman yeri vardır.     

Başka dinlere yaklaşım  bakımından, çoğulculuğu benimsemek ve diğer dinlerin özelliklerini ortaya çıkarmak bakımından öğretim kitaplarında son derece önemli bilimsel ve eğitimsel aşamalar da görülmektedir.
Her ülkenin eğitim sisteminde olduğu gibi Yunanistan’da da her dersin amaçları mevcuttur. Bu amaçları incelersek, Hıristıyanlığın, Ortodoks dininin ağırlıklı olduğunu söyleyebiliriz. Ancak yukarıda dediğimiz  gibi Yunan ulusal din öğretimi, çağdaş bir dini anlayışla  diğer unsurlarla  yanyana okullarda bulunabilmektedir.

Nitekim, üzerinde durmak istediğim bir  amaç vardır.

Öğrenciler Hıristyanlığın, ırk, millet  dil  din  gözetmeksizin bütün insanları eşit olarak almasını  her zaman göz önünde  tutmalıdırlar’

Yunan okullarında din öğretiminin içeriğinde senelerden beri  Hıristiyan dini bildiğimiz gibi ön plandadır. Ama kitaplara  yansıyan yukarıda belirttiğimiz bu  öğretim amacı  çağdaş Yunan din eğitim  felesefesinin ta kendisidir.  Bu felsefe, sosyal yaşamın  çok-kültürlü olduğunu ve böylece çağdaş öğrencilerin    dinler arası diyalogları  benimseyen ve diğer insanları hoşgören şahsiyetler olarak toplum hayatına girmelerine  önem vermektedirler. Dünyamızın ve sosyal toplumların yapısı  böyledir ve böyle kalacaklardır. Çağdaş öğrenciler, insanlar arası ve dinler arası diyalogun önemini ders sırasında ve öncelikle din eğitimi sırasında öğrenmelidirler. Bu yeni öğretim felesefesine göre okullarda okutulan derslerin verdiği bilgiler birbirlerine bağlı olup bir bütün olarak öğrencilere verilmelidirler. Yeni Yunan din öğretim kitapları da bu ilkeye göre yazılmışlardır.

Bir  örnek vermek yararlı olabilir: Ders ödevleri, eskilerde olduğu gibi, ezberlemeye ve dersin yeniden öğrenci tarafından verilmesine bağlı değidir. Tam tersine, din öğretiminde inisiyatif, öğretmenin yardımıyla, öğrencilerin elindedir. Onlar istedikleri araştırmaları yapıp  gruplar oluşturacak ve  her ödevin  konusunu objektif olarak her yandan, bir toplam olarak inceleyecekledir. Böylece kendilerinin yapmış olduğu ödev onların dersten kazancı olarak ortaya çıkacaktır. Dersler arası işbirliğini öngören bu ödevler din öğretiminin yeni boyutlara geçtiğini en iyi bir şekilde ortaya çıkarır.

3. YUNAN DİN EĞİTİMİNDE İSLAM

Bu konuda  en başta söylemek istediğim yeni din ders kitaplarımızda çok önemli adımların atıldığı ve geçen yıllarla kıyaslama yapıldığında bu yeni kitapların başka dinlere saygılı olduklarıdır. Tek Tanrılı dinlerden en çok  İslam dinine yer verildiğini de söylemek  gerçek dışı bir şey değildir.

Son yıllarda diğer dinlerin ve özellikle İslam dininin doğru öğretilmesi doğrultusunda büyük adımlar atılmıştır. Bunu yeni okul kitaplarında da  görebiliriz. Toplam on adet kitapta (tarih ve din kitapları) İslam dininden bahsedilir, İslam dünyası anlatılır ve Kuran’ı Kerim’den ve bazı kaynaklardan bulunan alıntılarla  İslam dini genellikle objektiv aydınlatılır. Okul kitaplarında İslam anlayışına ulaşmak için çeşitli  sorular ve öğrenciler için de ödevler mevcuttur.

Yunan Ders kitaprarında İslam iki ders aracılığıyla öğretilir. Din öğretimi kitaplarından ve Tarih kitaplarından.  Kitaplardan bazıları İlk  ve Ortaöğretim Tarih ve din öğretim kitaplarında İslam’a değinilir. Tarih kitaplarında bilgiler daha çok İslam tarihi ve İslamlığın dünyaya yayılmasını  ve o zamanki savaşlardan bahsederler. Din öğretimi kitaplarında bulunan bilgiler ise  daha çok İslam dininin esasları üzerinde bir yaklaşımdır ve Kuran  alıntıları üzerinde de  dururlar.

Her derste olduğu gibi İslam dininin sözü geçtiği bölümlerde de kitaplarımızda birçok kaynaklar da mevcuttur. Nitekim Lise 2.din öğretimi kitabında Kuran-ı Kerim’den  toplam  7 alıntı vardır.

Tarih  kitaplarında bulunan bilgiler daha çok İslamlık öncesi Arabistan’dan, İslam’lığın ortaya çıkmasını, Hicret’ten, cihadın o zamanki öneminden, teokratik anlayışlarından ve Halifelik’ten bahsederler. Aynı zamanda İslam’ın Kuzey Afrika’ya ve İspanya’ ya yayılışını ve o zamanki  savaşların dini boyutlarını vurgularlar. Bunlarla beraber,  tarih kitaplarında İslam kültürü ve uygarlığı üzerinde zengin bilgiler de mevcutturr.

Örnek, 8. İlköğretim Tarih kitabında İslam iki bölümde yer alır. Birincisi  Müslüman Arapların yayılması; ikincisi de  İslam uygarlığıdır. İkinci bölümden  kısa bir metni sizlere iletmek istiyorum:

‘İslam uygarlığı  ve İslam bilim adamları  batı uygarlığına bilimsel alanda, Matematik alanında Fizik ve Coğrafya alanında, Astronomi alanında, tıp alanında, icatlar ve sanatlar alanında önemli katkıda bulunmuşlardır. Avrupa dillerinde henüz yaşayan kelime ve değimler bunu en iyi şekilde kanıtlar’.

‘Aynı zamanda İslam tüccarları, ticaret şirketleri kurarak çek ve kredi sistemininın Avrupa’ya girmesini sağlamışlardır. Bunun yanı sıra yeni üretimlerle Avrupa’ya yeni ürünleri ilk olarak tanıtmışlardır (Kağıt, Pamuk, Limon).

Kuşkusuz İslam dini ve uygarlığı  iyi bir şekilde ve pozitif olarak kitaplara yansıtılmaktadır. Yunan öğrencilerinin  İslam üzerinde almış olduğu bu bilgiler, onları doğru bir İslam anlayışına yönetecek  ve önyargısız İslam kültürünün değerlerini objektif olarak araştırmalarını önereceklerdir. Nitekim, İslam uygarlığının insalığa pozitif  mesajlar getirdiği  de bir gerçektir.

Yunan Lise 1 tarih  kitabından   ‘İslam uygarlaştırır’ başlığı  altında şu yorumlar yer alır:

‘İspanya’daki Müslümanlar oradaki Hıristiyanlarla çatışma halinde bulunmalarına rağmen orada önemli manevi eserler bırakmış ve Alhambra gibi ebedi eserler yaratmışlardır. Müslüman Araplar orada Matematik, Fizik, mimarlık gibi sanatlarda büyük başarılara ulaşmışlardır’.

Yunan okullarının  yeni din öğretim ders kitaplarında İslam üzerinde ilk bilgiler İlk öğretim 6. sınıfta verilir. Bu sınıfta  okutulan bir metinde  sınıf arkadaşları olan Yusuf ve Leyla’dan söz edilir. Kendilerine, öğretmenleri tarafından, dinleri hakkında  diğer öğrencilere bilgi vermeleri rica edilir. Bu iki öğrenci camiinin tüm kısımlarını, İstanbul’daki büyük camilerin isimlerini, Cuma namazını, oruç günlerini, Kutsal Kitap Kuran ı Kerimi ve büyük bayramları diğer öğrencilere detaylarıyla anlatırlar. Dersin en sonunda Kuran’ın 2. Süresi’nden (Bakara Süresi) bir alıntı  ve Kuran’ın ilk sayfasının resimleri de vardır. Bu şekilde yapılan bir ders kuşkusuz sınıf toplumunun bir hoşgörü toplumu olduğunu en iyi bir şekilde öğrencilere de öğretir.

İslam üzerinde en detaylı dersler Lise 2 din öğretimi kitaplarındadır. Buradaki bilgiler iki derse  ayırılmış ve geniş çapta bilgilere yer verilmektedir.

Hz. Muhammed’in hayatından başlayıp Hicret’ten ve Kuran’dan bahsedilir. Teolojik kavramlar anlatılır  ve detaylı olarak İslam dininin beş temelinden bahsedilir.  Öte yandan Şii ve Sünni mezhepleri ve özellikleri, İslam tasavuffu, İslam örf, adet ve gelenekleri de anlatılır. İslam’ın dünyadaki   yerine de geniş yer veren bu kitapta Kuran-ı Kerim’den 6  alıntı ve Abu Bekir Al Kalabadi’den de bir alıntı vardır. Kuran’  dan alınan parçalarda Allah’ın yüceliği, Hac’cın değeri  ve kadınların İslamdaki yeri ele alınır.

Genel olarak şunu söyleyebiliriz. Yunan din kitapların öğrencilere ilettiği İslam görüntüsü ufak istisnalar hariç pozitiftir[1]. Ümidimiz gelecek yıllarda İslam üzerinde yazılmış olan bu yorumların daha detaylı olmaları ve bütün okul sınıflarında da geniş çapta öğretilmeleri ve resimlerinin de yanımızda bulunan, yanımızda yaşayan Müslüman kardeşlerimizden alınmalıdır. Ama genellikle İslamın daha çok kitaplarda yer alması her yönden yararlıdır. Din öğretim kitaplarında İslam dinine daha geniş çapta yer  verilmeli ve İslamın tanıtılması İlk öğretimin  ilk sınıflarından başlamalıdır. Ayrıca, gelecek yıllarda ortak çalışmalarla, gerek Yunan din öğretimi kitaplarında gerek Türk din öğretimi kitaplarında her iki dinin ortak değerlerinin sistematik olarak bir arada bulunmaları şarttır. Bu faktörler  dinler arası diyalogu ve öğrencilerin dünya görüşünu de etkileyecektir.

4. YUNANİSTAN AZINLIK OKULLARINDA İSLAM

Batı Trakya’da yaşayan Müslüman azınlık genellikle Türkçe konuşan bir azınlıktır. 1930 yılından beri Batı Trakya’da  bilindiği Yunanistan ve Türkiye arasındaki antlaşmalar ve protokoller  gereğince azınlık okulları vardır. Bütün bu okullarda okuyan Müslüman öğrencilerin din eğitimine hakları vardır. Burada yaşayan Müslümanlar arasında Alevi ve Bektaşi mezheplerine ait olanlar da vardır.   Din öğretimi Türkçe dilinde verilir  ve okutulan kitaplar da   Türk dilindedir.  Azınlık okullarında okutulan  kitaplar Türkiye’ deki okullarda okutulan Din Kültürü ve Ahlak Bilgisi  kitaplarıdır. Yunanistan-Türkiye arasındaki anlaşmalar ve protokoller gereğince ve  iki ülkenin Milli Eğitim Bakanlıklarının onayından sonra Batı Trakya’daki azınlık okullarında da din öğretiminde ders kitapları olarak kullanılırlar.  Bu kitaplarda tıpkı Yunan din eğitimi kitaplarında olduğu gibi ulusal din (bizlerde Hıristiyanlık, sizde İslam) ders  kitapların temelini oluşturur.

Yunanistan’daki Azınlık okullarında ama aynı zamanda burada Türkiye’de de  okutulan bu kitapların şimdi  her bakımdan gayet iyi olduklarını şurada sizlere kısaca sunmak istiyoruz.

Türkiye’de din  öğretiminin ilk olarak verildiği İlk öğretim 4. sınıfta ders kitabında öğrenciler İslam diniyle ve aynı zamanda  diğer tek Tanrılı dinlerle tanışırlar, onların sembollerini öğrenirler. İlk öğretim 6. sınıfın kitabında  diğer  insanların dinine saygılı olmak  kardeşlik ve dostluğun ön plana çıkarılması ve dinin diğer insanlarla kardeşçe yaşamamızı bizden istediği yazılır. İlk öğretim 7. sınıfta  ise   «İslam dininin  sevgi ve barış dini olduğu vurgulanır; Bu kitapta çok çarpıcı bir resim vardır: Camii ve Kilise yanyana. Aynı zamanda Sumela manastırının da resimleri vardır.  Bunlara İncil ve Tevrat’ tan alıntılar eklenirse bu kitapların geleceğe bakan ve  dinlerin birleştirici faktörler olduğuna inanan insanlar tarafından yazıldığı bellidir. Aynı zamanda bu kitapların okullarda kullanılması dinlerimiz için de büyük bir kazançtır.

Yeni Türk din kültürü ve ahlak bilgisi kitapları din eğitimi için örnek verici ve çok değerli kitaplardır. Bunların ileriye yönelik mükemmel bir adım olduğunu size vurgulamak istiyorum. Türk arkadaşlarımız da  bu kitaplar için kıvanç duymalıdırlar.

Yunan αzınlık okullarında  din eğitimi veren öğretmenler   azinlik mensubu olup  İslam İlahiyat Fakülteleri’nde veya Medreselerde okumuşlardır. Bu  okullar için Pazar günü tatil günüdür, ama Cuma gününü tatil olan okullar da vardır.

Söylediğimiz gibi Trakya’da yaşayan Müslüman dinine mensup türkçe konuşan ve türk asıllı olan  Yunan vatandaşları da bu azınlık okullarında din öğretimi görmektedirler. Normal resmi Yunan okullarında Müslümanlar için din öğretimi bulunmamaktadır.  1566 numaralı  Yunan okul yasasında hıristiyan olmayanların da kendi din öğretimine hak kazandıkları maddesi mevcuttur ve bunun yürürlüğe geçirilmesi düşünülmektedir.  Azınlık Okullarında verilen İslam eğitimine parallel olarak camilerde yapılan Kuran kursları da bu öğretim sürecini tamamlamaktadır. 

5. YUNANİSTAN’DAKİ AZINLIK MEDRESE OKULLARINDA İSLAM

İslam din kuruluşları, Yunanistan’ daki  Ortodoks Kilisesi’nde olduğu gibi,  tüzel kişi özelliğini taşır. Yunanistan Avrupa Birliği içinde İslam hukukunu resmi olarak  kendi hukuk bünyesinde  kabul eden tek ülkedir. Nitekim, bütün İslam törenleri ve geleneksel İslam hakkı ve adaleti,  Yunan devleti tarafından kabul edilmektedir. Örneğin  din görevlileri geleneksel cüppelerini giyer, düğünler imamlar tarafından yapılır ve bu gibi dini ayinler de resmen devlet tarafından kabul edilir. Müftüler arası Türk  dili   yazışmalarında ise halen Arapça alfabesi kullanılmaktadır. Bu süreç yüzyıllardan beri geçerlidir, yurdumuzdaki İslam dünyası ılımlı ve hoşgörüyü  benimseyen bir İslamdır ve bu geleneklerin korunmasında yerel halkın payı büyüktür.

Yunanistan’da Osmanlı devrinden kalma iki Medrese okulu vardır. Bu okullar  Yunanistan  Orta Öğretim okullarına denk olup  İslam ağırlıklı ders vermektedirler. Yunanistan’daki Medreselerde, medrese kitaplarında   İslam dini bir bütün olarak öğrencilere verilmektedir.  Orta öğretime denk olan ve Osmanlı devrinden kalma  bu Medreseler Komotini (Gümülcine) ve Ksanti (İskeçe) şehrindedir. Burada öğretim altı yıl sürer (7. sınıftan 12. sınıfa kadar). Bugün Yunanistan’daki Kilise Liseleri’ne (Yasa no.2621/1998), ve Türkiye’deki İmam Hatip Okulları’na denk olan Yunanistan Komotini Medresesi’nde 200 erkek öğrenciyle 80 kız  öğrenci öğretim görmektedirler. Dersler, anlaşmalar gereğince iki dilde verilir. İslam dini dersi de Türkçe okutulur.

Yurdumuzdaki Medreselerde okutulan din öğretimi okul kitaplarının en önemli özelliği, buradaki  azınlık ilahiyatçılarınca ve yazarlarınca yazılmış olmalarıdır. Söylediğimiz gibi bu okulların öğretim programında din eğitimi oldukça ağırlıktadır. Türk dilinde dinle ilgili şu dersler  verilir: Din, Kuran-ı Kerim, Arapça, Türkçe ve  İslam  tarihi.  Ayrıca bu medreseler bütün Yunanistan kapsamında  orta öğretimde Arapça okutan tek okullardır. Bunun amacı Kuran’ı Arapça olarak okumak ve anlamaktır.

Okutulan din kitaplarına gelince:  Ortaokulda Din dersleri 1-3,     Liselerde   Hadis dersleri 1-3, Tefsir dersleri 1-2, Fıkıh dersleri 1-3  ve  İmamet ve hitabet dersleri  okutulur.

Bu kitapların içerikleri ve yazılış tarzları normal azınlık okullarında okutulan İslam dini derslerinden farklıdır: Dili anlayış bakımından olan zorunlukların yanı sıra  Arapça dilindeki Kuran-ı Kerim’den alıntılar  da öğrenciler için oldukça zordur. Ayrıca bu kitaplarda çağdaş türkçede kullanılmayan Arapça kökenli teoloji deyimleri  de vardır. Bu kitaplarda pek çok Arapça olan sayfalar da bulunmaktadır. Medreselerdeki bu kitaplarda  İslam dininin esaslarına  derin olarak değinilir ve İslamiyet bir bütün olarak en iyi bir şekilde anlatılır.

Ortaokulda (7.-9.sınıf) namazın çeşitleri, Cuma,  Bayram, Cenaze namazları detaylarıyla anlatılır. İslamın dalları, oruç, Hac,  kurban  ve yeminler konuları üzerinde de pek çok ayrıntılı  konular da  vardır. Bunun yanı sıra Allah, Melekler, Kutsal kitaplar Peygamberler, Kısmet, Cennet gibi konular da ön plandadırlar.

Medreselerin son üç sınıfında (10.-12. sınıf)  da  İslam dalları üzerinde çok ayrıntılı bilgiler vardır.  Nitekim, Hadis dersleri içeriği Hz. Muhammed’in  kendi sözleriyle dedikleri ve diğer İslam düşünürlerinin (Buhari,  Ebu Davud)  eserlerinden   de okuma parçaları bulunur. Bunlar Arapça olarak yazılıdır. Teoloji bilim dalı olan Hadis’in İslam dünyasındaki değerinin yanı sıra  Hz. Muhammed’in sözlerinden ve Kuran’dan da bir sözler demeti vardır. Ele alınan başka konular ruhun ve vücudun temizliği, dürüstlük, kardeşlik, fakir ve yetimlerin korunması, insanların uzlaştırılması, ailenin din hayatı,  akraba ve annelerimize saygı ve sevgi, arkadaşlık,  erkeklerin kadınlara karşı hak ve sorumlulukları, insanın sorumluluğu, duanın değeri, oruç, v.b. Kitaplarda hiçbir resim yoktur.

Lisede okutulan Tefsir  derslerinde bu teoloji bilim dalının tarihçesinin yanı sıra   İslam teolojisinin en önemli terimleri ve kavramlarına yer verilir. Aynı zamanda Arapça deyimlerin tercümeleri ve Kuranın etik ve sosyal boyutları da en iyi şekilde verilir.

Fıkıh derslerinde İslam Hakkı üzerinde önemli bilgiler vardır.  İnananların güncel hayatı ve sosyal yaşamlarının yanı sıra, ticaret işlemleri ve ticaret ilişkileri, faizler, şirketlerin kurulması, İslam cemaat hayatı, yeminler, altın ve değerli taşlardan yapılan  süslerin  kullanılması konuları,  düğün, eşlerin hakları, eşten uzak durma (İla),   zina, boşanma, boşanma davaları,  cezalar  detaylı anlatılır. Bundan başka,  helal,  haram anlatılır ve helal kurbanları üzerinde bilgi verilir. İslam Hakkının tarihi ve sistemi, İslam mezhepleri ve tarıkatlar da anlatılır.

Lise  3 sınıfında    İmamet ve hitabet üç bölümde okutulur.   İlk olarak   müezzinler ve  vazifeleri, ezanın tarihi öğretilir. Daha sonra   imamların vazifeleri   ve duaların onlarca yürütülmesi hakkında bilgiler yer alır. En sonunda da Bayram  ve cenaze  namazlarının kılınma şekilleri yer alır.   

Kitabın ikinci kısmında   imamların  camilerdeki   hutbe ve  vaazları hakkında bilgiler yer alır. Onların medya önünde, sempozyumlarda, yuvarlak masalarda  nasıl konuşacakları doğrultusunda nasihatler vardır. Çok  detaylı olarak Kurban Bayramı ve Ramazan (Şeker) Bayramı’nın  namazları da anlatılır.  Kitapta  Nikahla ilgili  bütün bilgiler de vardır (Müftüye dilekçe örneği).  Beş kutsal gecenin anlamı (Kandil geceleri-Kadir Gecesi) da detaylı anlatılır. Bu öğretim kitabının en sonunda  yemek ve yağmur duaları, sünnet ve isim verme adetleri ve Hacca gidenler için dualar da vardır.

Kısa olarak incelediğimiz bu Medrese kitaplarında genel olarak İslam dininin yanında Hıristiyanlık ve Musevilikten de söz edilir. Bu dinlerin de Allah’tan verildikleri ve onlara Müslümanların da saygı göstermesi gerektiği de vurgulanır. 

Temennimiz gelecekte inşallah bu  kitapların yazılış tarzında ve dili doğrultusunda  çağdaş adımların atılmasıdır.  Azınlık yazarları, iki büyük dinin bu yerlerde yüzyıllarca bir arada yaşadıklarını, her iki dinden insanların işbirliği  içinde ayırım yapmaksızın işbirliği yaptıklarınι, birbirlerinin dinine saygı gösterdiklerini kitaplara da aktarmalıdır.  Yerel din tarihi aracılığıyla gerek Hıristiyan gerekse Müslüman şahsiyetlerin ön plana çıkarılması ve araştırılması dinler arası diyalogu da destekleyecektir.   

Öneriler  ve  Sonuç  

Gerek Yunan din öğretimi kitaplarında gerekse  Türk din eğitimi kitaplarında  diğer dinleri küçümseyen ve onlara saygısızlık gösteren  hiçbir konu  yoktur.  

Çok dinli ve çok kültürlü  çağdaş bir ortamda din öğretiminin her şeyden önce genç kuşakları   inanç ve değerler doğrultusunda  yönlendirilmesi ve ona değerler sunması  şarttır. Bu  bizce önem taşıyan ve okullarda sürekli olması gereken bir süreçtir.  

Bunun yanı sıra  Yunanistan ve Türkiye için konuşursak şu düşüncelerimizi sizinle paylaşmak   isteriz. Din öğretiminin sınırın   iki ötesinde,  her iki halkın anlayışına, işbirliğine, birbirlerini benimsemesine kesin olarak katkıda bulunması gereklidir.  Bu yönde son yıllarda okul kitaplarında çok büyük adımlar atılmış ve buna parallel olarak dinlerin yaklaşımı için iki dinin önde gelenlerinden birçok inisiyatifler vardır. Devamlı olarak bu yönde çalışmamız gereklidir. Hıristiyan ve Müslüman gençliğinin ve halklarımızın barış içinde yaşaması  için  okullardaki din öğretiminin   payı son derece önemlidir. Her iki dinin öğretim kitaplarında, tarih boyunca Hıristiyan ve Müslümanların bir arada yaşadıkları   yerleşim yerleri   ve çok kültürlüğü çoğulluğu  benimseyen  halklarımız örnek olarak gösterilmelidirler. Komşu ve dost ülke Türkiye’nin Avrupa Birliğine aday olması, şu andaki kültürel, eğitim ve ticaret alanında işbirliğinin iyi aşamada olması, geleceğimiz için çok ümit vericidir, çok önemlidir.

Değişik dinlerle diyalogun ve işbirliğinin,  saygı ve sevginin,  Hıristiyanlık ve İslam’dan kaynaklandığı tartışılmaz bir gerçektir. Din öğretimi  kitaplarında, çoğulluğun yararları, karşılıklı benimseme, değişik dinlere ait insanların devamlı diyalogları hususunda  yeni konuların konulması da önemli bir faktördür. Allah’a çok şükür ki fanatizm ve özellikle dini fanatizm okul kitaplarının  dışındadır.



BİBLİYOGRAFYA

Αρβανίτη, Ι. (2003). Η αξιοποίηση των αλλόθρησκων ιστορικών μνημείων στη Διαπολιτισμική Αγωγή,  Πρακτικά του 5ου Διεθνούς Συνεδρίου με θέμα: «Διαπολιτισμική Εκπαίδευση-Ελληνικά ως Δεύτερη ή Ξένη Γλώσσα» Πάτρα.
Γούλας, Κ. (2006).Θρησκευτικά στ΄ Δημοτικού. Αθήνα.
Δρίτσας,Δ.(2006). Χριστιανισμός και Θρησκεύματα. Αθήνα.
Κωνσταντίνος Κ.( 2007)Θρησκευτικά Ε’ δημοτικού, Αθήνα

Hacıoğlu,A.(2006). Medrese-i hayriye öğrencileri için Din Dersleri. Komotini.
Üzeyir,A, (2006). Medrese-i hayriye öğrencileri için Fıkıh Dersleri. Komotini.
Üzeyir,A, Hacıoğlu,A.(2006). Medrese-i hayriye öğrencileri için Tefsir Dersleri 2 Komotini.
Üzeyir,A, Hacıoğlu,A.İrfan,H. (2006) Medrese-i hayriye öğrencileri için Fıkıh
Dersleri (Usul-u Fıkıh). Komotini.
Üzeyir,A, Hacıoğlu,A.İrfan,H. (2006). Medrese-i hayriye öğrencileri için İmamet ve Hitabet Dersleri. Komotini.
Üzeyir,A.(2006). Medrese-i hayriye öğrencileri için Din dersleri (Akaid).Komotini.
Üzeyir,A, (2006). Hadis dersleri 2. Komotini.

Antonios Chatzopoulos-Ioanna Arvaniti,  2007, GREECE 





[1] Yirmi  yıldan beri değişmeyen  Lise 1 okul kitabında bazı tek yanlı yaklaşımlar  vardır.

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Μανόλη Γ. Πεπονάκη, Σχ. Συμβούλου, Η αξιολόγηση της διδασκαλίας, οι εξετάσεις και η βαθμολόγηση μαθητών -μαθητριών



 Όταν κάνουμε λόγο για αξιολόγηση στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, το μυαλό μας πάει στη βαθμολόγηση των μαθητών. Είναι λίγοι αυτοί που συνδέουν την αξιολόγηση με την ίδια τη διαδικασία διεξαγωγής της διδασκαλίας. Η αξιολό­γηση όμως του έργου που πραγματοποιείται στην τάξη περιλαμβάνει όλα όσα γί­νονται για να διαπιστωθεί πώς έγινε το μάθημα. Σ΄ αυτή τη διαδικασία η βαθμο­λόγηση είναι μόνο ένα μέρος: Αυτό που αναφέρεται αποκλειστικά στην επίδοση των μαθητών και μετρά με βαθμούς το επίπεδο μάθησης.
     Στα κείμενα που θα ακολουθήσουν θα προσεγγίσουμε τις διάφορες πλευρές της αξιολόγησης του διδακτικού έργου, που είναι απαραίτητο να γίνεται στην τά­ξη στη διάρκεια του μαθήματος των θρησκευτικών. Έτσι, αρχικά θα ασχοληθού­με με την αξιολόγηση της διδασκαλίας σαν ανατροφοδοτική διαδικασία και σαν ενίσχυση των κινήτρων μάθησης και στη συνέχεια θα δούμε τα προβλήματα των εξετάσεων και τις ερωτήσεις, που χρησιμοποιούνται για τη βαθμολόγηση των μα­θητών.
    
     α. Η αξιολόγηση της διδασκαλίας

     Αξιολόγηση της διδασκαλίας είναι οι δραστηριότητες που γίνονται στο μά­θημα, για να διαπιστωθεί η εμπέδωση των διδακτικών στόχων, για να επισημαν­θούν αδυναμίες της διδασκαλίας και για να ενεργοποιηθούν οι μαθητές στη διαδι­κασία απόκτησης της γνώσης[1]. Οι δραστηριότητες αυτές σε αντίθεση με εκείνες που γίνονται κατά τη βαθμολόγηση δεν αποτιμώνται με βαθμούς[2].
     Για να συμβάλει ο εκπαιδευτικός στην αξιολόγηση της διδασκαλίας, είναι ευνόητο ότι πρέπει να κατέχει το αντικείμενό του και να μπορεί να συνεργάζεται με την τάξη. Να ξέρει πώς σχεδιάζεται το μάθημα και ποιοι είναι οι στόχοι του. Να διερωτάται, επίσης, πού αποβλέπει η κάθε φάση της διδασκαλίας. Ο εκπαιδευ­τικός ο οποίος αδυνατεί να διακρίνει και να διατυπώσει τους διδακτικούς στόχους ή συγχέει τις διάφορες φάσεις του μαθήματος, δεν θα μπορέσει να κάνει ορθές επι­σημάνσεις στη διάρκειά του και επομένως δεν θα είναι σε θέση να βελτιώσει την ποιότητα του διδακτικού του έργου.
     Η αξιολόγηση της διδασκαλίας έχει θέση σε κάθε φάση του μαθήματος. Επιβάλλεται όμως να γίνεται κυρίως στα κρίσιμα σημεία του και στο τέλος του, οπότε μπορούν να διαπιστωθούν τα αποτελέσματα της διδακτικής διαδικασίας, να αναζητηθεί ο βαθμός εμπέδωσης των διδαχθέντων και να γίνει ανατροφοδότηση[3].
     Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε μορφές αξιολόγησης της διδασκαλίας, που μπορούν να αξιοποιηθούν στην παραδοσιακή, τετραμερή πορεία μαθήματος και θα δώσουμε παραδείγματα βασισμένα στα ισχύοντα σχολικά εγχειρίδια των θρησκευτικών του Γυμνασίου και του Λυκείου:
     Ι.   Διδακτικές ενέργειες, που συμβάλλουν στην αξιολόγηση της διδασκαλίας, είναι δυνατό να γίνουν κατά την έναρξη της παράδοσης του μαθήματος, δηλαδή κατά την αφόρμηση και τη διατύπωση των διδακτικών στόχων. Οι ενέργειες αυ­τές μπορεί να αποβλέπουν στην προετοιμασία της σκέψης των μαθητών και της δεκτικότητάς τους[4]. Αν, π.χ., κατά τη διατύπωση των διδακτικών στόχων της ενότητας 30 του βιβλίου της Γ΄ Γυμνασίου, που αφορά την Ορθόδοξη Εκκλησία κατά την Τουρκοκρατία, δηλωθεί ότι την τάξη θα απασχολήσουν και λαθεμένες αντιλήψεις, που υπάρχουν για την ιστορική αυτή περίοδο, θέμα που δεν αναπτύσ­σεται στο σχολικό βιβλίο, θα προετοιμαστούν οι μαθητές για γόνιμο διάλογο και κριτική στάση απέναντι στα προβλήματα που θα τεθούν.
    ΙΙ.   Την αξιολόγηση της διδασκαλίας υπηρετούν, επίσης, ερωτήσεις, που γίνο­νται μετά την παρουσίαση του μαθήματος και αναφέρονται στην πρώτη εικόνα, που έχουν οι μαθητές για διάφορα σημεία του. Τέτοιες ερωτήσεις μπορεί να είναι οι παρακάτω: Έχετε να κάνετε κάποια παρατήρηση; Ακούσατε κάτι, που σας προ­καλεί εντύπωση; Οι ερωτήσεις αυτές θα δώσουν τη δυνατότητα να εκφράσουν οι μαθητές τις απόψεις τους για τα κείμενα των βιβλίων της Α΄ και Β΄ Γυμνασίου, που διαβάστηκαν στην τάξη ή για την ιστορική ύλη, που παρουσιάστηκε και να έχουν εξαρχής κριτική προσέγγιση στα διδασκόμενα θέματα.
    ΙΙΙ. Δυνατότητες για αξιολογικές δραστηριότητες δίνουν, ακόμη, η προσφορά παραδειγμάτων και οι συνδέσεις προβληματισμών, που θα γίνουν στη διάρκεια της επεξεργασίας των βασικών και των δύσκολων σημείων της ενότητας, με σκο­πό την κατανόηση των προσφερόμενων θεμάτων. Όταν π.χ. ο θεολόγος διδάσκει μια απαιτητική ενότητα, όπως είναι η ενότητα 4 του βιβλίου της Β΄ Λυκείου, η οποία κάνει λόγο για το θεό κατά τη χριστιανική πίστη, είναι αναγκαίο, επεξερ­γαζόμενος με τους μαθητές τα κύρια σημεία της ενότητας, να υπερβεί, στο μέτρο του δυνατού, τις δυσκολίες, που οφείλονται στην περί τριαδικού θεού ορολογία της εν λόγω ενότητας. Αν ο θεολόγος προχωρήσει σε απλοποίηση του προβληματι­σμού, με τη βοήθεια της απεικόνισης της Αγίας Τριάδος από τον Α. Ρουμπλιώφ ή από τη βυζαντινή αγιογραφία, θα επισημάνει στοιχεία αυτής της εικόνας, τα οποία θα επιτρέψουν στους μαθητές να προσεγγίσουν τις σχέσεις των προσώπων της Αγίας Τριάδος και να αντιληφθούν τις δυνατότητες, που έχουμε να την εικο­νογραφήσουμε. Για τον ίδιο λόγο, αποβλέποντας δηλαδή και πάλι στην κατανόηση του μαθήματος, ο θεολόγος διδάσκοντας το σουφισμό, (ενότητα 31 του βιβλίου της Β΄ Λυκείου), είναι απαραίτητο να τον εξετάσει σε σχέση με το χριστιανικό μοναχι­σμό. Σε αντίθετη περίπτωση, οι μαθητές, εγκλωβισμένοι στη δύσκολη ορολογία της ενότητας, δεν θα καταλάβουν τους λόγους εμφάνισης και τις επιδιώξεις αυτής της μουσουλμανικής πίστης. Να σημειωθεί εδώ ότι υπάρχουν μαθητές με καλή επίδοση, οι οποίοι μετά από ανεπιτυχή διδασκαλία της παραπάνω ενότητας, δεν αντιλαμβάνονται το στοιχειώδες, ότι δηλαδή ο σουφισμός είναι μια μορφή μοναχι­σμού.
    IV.   Δραστηριότητες που αποβλέπουν στην εμπέδωση, την ανατροφοδότηση, αλ­λά και την ενεργοποίηση των μαθητών, επιβάλλεται να γίνονται και στην τελευ­ταία φάση του μαθήματος, με ερωτήσεις ή με τη χρήση εποπτικού υλικού, παράλ­ληλων κειμένων και Φύλλων Εργασίας:
Ερωτήσεις που υπηρετούν την αξιολό­γηση της διδασκαλίας είναι δυνατό να αξιοποιηθούν μετά την επεξεργασία του μαθήματος. Οι ερωτήσεις αυτές πρέπει να αφορούν κυρίως τους διδακτικούς στό­χους και τα σημαντικά σημεία των διδασκόμενων θεμάτων. Στην περίπτωση π.χ. της ενότητας 8 του βιβλίου της Γ΄ Γυμνασίου, που κάνει λόγο για τον Απόστολο Παύλο στην Ελλάδα, οι ερωτήσεις που θα γίνουν, καλό είναι να αναφέρονται στα βασικά σημεία του κηρύγματός του στην Αθήνα και στον τρόπο προσέγγισης των εθνικών. Τελικός σκοπός της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών είναι να γνωρίσουν οι μαθητές τις χριστιανικές αλήθειες και να αποκτήσουν υπεύθυνη στάση έναντι των μορφωτικών αγαθών, που διδάσκονται. Δυστυχώς, πολλές φορές δεν συμβαίνει ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Οι μαθητές φεύγουν από την τάξη, χωρίς να έχουν επεξεργασθεί και να έχουν καταλάβει τα διδαχθέντα, των οποίων ήταν παθητικοί δέκτες.
     Οι ερωτήσεις που αφορούν τη διδαχθείσα ενότητα πρέπει να εκφέρονται έτσι που να δίνουν τη δυνατότητα συμμετοχής σ’ όλους τους μαθητές, στους ο­ποίους περιλαμβάνονται και οι αδύνατοι μαθητές, καθώς και αυτοί που έχουν μα­θησιακές δυσκολίες. Να είναι διατυπωμένες με σαφήνεια, ακρίβεια, κλιμακούμενη δυσκολία και να δίνονται με κατανοητό τρόπο[5].
Οι ερωτήσεις είναι, επίσης, απαραίτητο να μην καλλιεργούν μόνο τη μνή­μη, αλλά να βοηθούν τους μαθητές να κάνουν ανοίγματα στη σκέψη τους[6]. Έτσι, κατά τη διδασκαλία της ενότητας 19 του βιβλίου της Γ΄ Γυμνασίου, η οποία αφορά την περίοδο της Εικονομαχίας, οι προβληματισμοί που θα τεθούν είναι αναγκαίο να μην προέρχονται μόνο από τις εν πολλοίς ανακλητικού χαρακτήρα ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου, αλλά να αναφέρονται και στις αιτίες της εν λόγω «Γαλλι­κής Επανάστασης του Βυζαντίου», καθώς και στις συνέπειες της περιόδου της Ει­κονομαχίας, τόσο στη βυζαντινή κοινωνία, όσο και στον τρόπο που αντιμετωπίζο­νταν στη συνέχεια οι αιρετικοί.
Οι ερωτήσεις, επιπλέον, επιβάλλεται να είναι απαλλαγμένες από στερεοτυ­πικές αντιλήψεις. Στην περίπτωση που δεν βοηθούν οι ενότητες του σχολικού βι­βλίου, η πρόκληση να τεθούν ερωτήσεις, οι οποίες διευρύνουν τον προβληματισμό, ανήκει στον εκπαιδευτικό. Επομένως, όταν ο θεολόγος πρόκειται να διδάξει την ενότητα 19 της Β΄ Λυκείου, που αφορά τον πλουραλισμό, θα κάνει ερωτήσεις, που αναφέρονται στην πλουραλιστική διάσταση της χριστιανικής διδασκαλίας. Οφεί­λει όμως να προσεγγίσει και τις παρεκτροπές που παρατηρούνται. Για να κάνει τέ­τοια προέκταση στο μάθημα, θα βοηθηθεί από ερωτήσεις, όπως: Υπάρχουν χρι­στιανοί που δεν δέχονται τη διαφορετικότητα; Τι τους ωθεί σ’ αυτή τους τη στά­ση; Μπορούμε να βρούμε παραδείγματα μη σεβασμού της διαφορετικότητας από την ιστορία του δυτικού και του ανατολικού μεσαιωνικού, νεότερου και σύγχρονου χριστιανισμού;
Τέλος, οι ερωτήσεις που γίνονται κατά τη φάση εμπέδωσης του μαθήμα­τος, καλό είναι να αποτελούν αφετηρία διαθεματικών προσεγγίσεων και να συν­δέουν τα διδασκόμενα θέματα με καταστάσεις και εμπειρίες της καθημερινής ζωής. Τα μαθήματα των θρησκευτικών, είτε βασίζονται σε κείμενα της Αγίας Γραφής, είτε αφορούν εννοιολογική και ιστορική ύλη, είναι απαραίτητο να αναφέ­ρονται στη σημερινή πραγματικότητα, στην οποία καλείται ο μαθητής να κάνει επιλογές και να διαμορφώνει στάσεις. Οι συνδέσεις όμως αυτές με τα τρέχοντα προβλήματα είναι αναγκαίο να περιορίζονται σε επισημάνσεις και δυνατότητες δράσεων και να μην καταλήγουν σε διδάγματα, που δίνουν την εντύπωση άνωθεν επιβολής απόψεων.
Οι παραπάνω αξιολογικές δραστηριότητες, οι οποίες βασίζονται σε κατάλ­ληλες ερωτήσεις και αποβλέπουν στην εμπέδωση των διδασκόμενων αντικειμέ­νων και στην ενεργοποίηση της τάξης, προϋποθέτουν ελεύθερη έκφραση των μα­θητών και σεβασμό των αντιρρήσεών τους, όχι μόνο σε προβληματισμούς ιστορι­κού και κοινωνικού χαρακτήρα, αλλά και σε δογματικά θέματα. Όπως κατά τη διδασκαλία άλλων θεμάτων, έτσι και κατά τη διδασκαλία των χριστιανικών αλη­θειών, οι μαθητές είναι απαραίτητο να νιώθουν ελεύθεροι να εκφράσουν την άπο­ψή τους. Είναι, επίσης, αναγκαίο να ξέρουν ότι τόσο ο εκπαιδευτικός, όσο και το σχολικό βιβλίο δεν επιβάλλονται στη σκέψη τους. Η προσφορά του μαθήματος στις ενότητες, που αναφέρονται σε δόγματα της Εκκλησίας, θα είναι σημαντική, αν η διδασκαλία επιτρέψει να εξηγηθούν, στο μέτρο του δυνατού, οι χριστιανικές αλήθειες και να φανούν οι συνέπειές τους στη ζωή.
     V.   Στην αξιολόγηση της διδασκαλίας θα συμβάλουν και τα παράλληλα κείμε­να, που έχουν σχέση με βασικά σημεία της ενότητας και θα χρησιμοποιηθούν στο τέλος του μαθήματος, για να γίνουν προεκτάσεις σε διάφορους προβληματισμούς και εμπέδωση των διδαχθέντων. Η ανάγνωση π.χ. της απολογίας ενός κρυπτο­χριστιανού[7], που θα πραγματοποιηθεί με αφορμή τη διδασκαλία της ενότητας 30 του βιβλίου της Γ΄ Γυμνασίου, η οποία αφορά την Τουρκοκρατία, θα δώσει την ευ­καιρία να γίνει συζήτηση για τα προβλήματα των κρυπτοχριστιανών και για τους λόγους θανάτωσής τους, που αναπτύχθηκαν κατά την παρουσίαση και την επε­ξεργασία της ενότητας. Τα αποτελέσματα του μαθήματος θα είναι ακόμη θετικό­τερα, αν χρησιμοποιηθεί σε κάποια φάση του εποπτικό υλικό (εικόνες, διαφάνειες κ.λπ.). Τέτοιο υλικό θα επιτρέψει π.χ. να διαπιστωθεί, αν κατάλαβαν οι μαθητές τα χαρακτηριστικά των βασικών ρυθμών χριστιανικών ναών και τους εικονογρα­φικούς κύκλους της ορθόδοξης εκκλησιαστικής τέχνης, που δίνονται στην ενότητα 20 του βιβλίου της Γ΄ Γυμνασίου, η οποία κάνει λόγο για τη ναοδομία και την αγιογραφία.
    VI.   Ξεχωριστή θέση στις αξιολογικές δραστηριότητες, που μπορούν να γίνουν στο τέλος του μαθήματος των θρησκευτικών, έχει το Φύλλο Εργασίας. Γι’ αυτό θα το δούμε πιο αναλυτικά. Το Φύλλο Εργασίας περιλαμβάνει ερωτήσεις σχετικές με τη διδασκόμενη ενότητα, οι οποίες συνήθως μοιράζονται κατά την τελευταία φάση του μαθήματος, για να ελεγχθεί η επίτευξη των διδακτικών στόχων και για να δραστηριοποιηθούν οι μαθητές. Η χρήση του Φύλλου Εργασίας ενδείκνυται ιδιαίτερα για τη διδασκαλία δύσκολων ενοτήτων, ενοτήτων με ασάφειες και κει­μένων, στα οποία οι συγγραφείς του σχολικού εγχειριδίου δεν δίνουν τις προεκτά­σεις, που ο εκπαιδευτικός διαπιστώνει ότι μπορούν να γίνουν.
     Η κατασκευή ενός Φύλλου Εργασίας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Προϋποθέ­τει γνώση του διδασκόμενου αντικειμένου και των βασικών στόχων του μαθήμα­τος. Απαιτεί, επίσης, διάθεση χρόνου. Όταν ο εκπαιδευτικός θέλει να εργαστεί στην τάξη με ένα Φύλλο Εργασίας, είναι απαραίτητο να παίρνει υπόψη του τα παρακάτω:
     Οι ερωτήσεις που θα δώσει πρέπει να είναι λίγες (2-4) και διαφόρων ειδών, για να μην γίνονται μονότονες. Πρέπει π.χ. να αξιοποιεί ερωτήσεις του τύ­που σωστό-λάθος, αντιστοίχισης, σύντομης απάντησης, πολλαπλής επιλογής[8] κ.λπ. Συγχρόνως, οι ερωτήσεις που θα χρησιμοποιήσει επιβάλλεται να είναι διαβα­θμισμένης δυσκολίας και να ανταποκρίνονται στο επίπεδο της τάξης. Είναι απα­ραίτητο, επίσης, να σχετίζονται άμεσα με τους επιδιωκόμενους στόχους, να είναι κατανοητές και να υπηρετούν την καλλιέργεια της κριτικής ικανότητας των μα­θητών.
     Το Φύλλο Εργασίας είναι ευνόητο ότι θα δοθεί σ’ όλους τους μαθητές της τάξης σε φωτοτυπία. Στη συνέχεια θα απαντηθεί και θα διορθωθεί. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να προβλεφθεί ο απαραίτητος χρόνος για τη συμπλήρωσή του, (8-10 λεπτών). Στη διάρκεια της εργασίας των μαθητών ο εκπαιδευτικός μπορεί να τρι­γυρνά στην τάξη, για να παρακολουθεί τις απαντήσεις του κάθε μαθητή και να προσφέρει βοήθεια εξατομικευμένα και χαμηλόφωνα. Αν έχουν χρόνο, μετά τη συμπλήρωση του Φύλλου Εργασίας, οι μαθητές καλό είναι να το ανταλλάσσουν και να συζητούν για τις απαντήσεις που έδωσαν[9]. Αυτό θα βοηθήσει και στην αυτοαξιολόγησή τους, στην οποία αναφερόμαστε παρακάτω.
     Με τη χρησιμοποίηση του Φύλλου Εργασίας συγκεντρώνεται η προσοχή των μαθητών στα βασικά σημεία του μαθήματος, κατοχυρώνονται οι γνώσεις, δί­νεται στους μαθητές η δυνατότητα να εργάζονται μόνοι τους και ελέγχεται, αν οι διδακτικοί στόχοι είναι εφικτοί. Παράλληλα, προσφέρεται βοήθεια στους αδύνα­τους μαθητές[10].
     Για τους παραπάνω λόγους το Φύλλο Εργασίας είναι απαραίτητο συμπλή­ρωμα του μαθήματος. Γι’ αυτό, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, που υπάρχουν στις σχολικές μας τάξεις, (μεγάλος αριθμός μαθητών, κόστος φωτοτυπιών κ.λπ.), το Φύλλο Εργασίας είναι αναγκαίο να αξιοποιείται όσο γίνεται περισσότερο.
  VII.    Όπως τονίστηκε και σε άλλο σημείο αυτής της εργασίας, για να επιτελέσει η αξιολόγηση της διδασκαλίας όλους τους ρόλους της, πρέπει να αφορά και την αυτοαξιολόγηση του μαθητή και του εκπαιδευτικού:
     Η αυτοαξιολόγηση του μαθητή αναφέρεται σε ό,τι αυτός έμαθε και στον τρό­πο που το έμαθε, δηλαδή στην ποιότητα της εργασίας του. Η κατάκτηση των διδακτικών στόχων, αλλά και η θετική επίδοση, δεν είναι επαρκή κριτήρια για να αποτιμηθεί η αξία, που έχει για το μαθητή η διδασκαλία, στην περίπτωση που τα εμπεδωθέντα βασίζονται στην επιβολή ή στην απομνημόνευση. Ο μαθητής, επο­μένως, στη διάρκεια του μαθήματος είναι απαραίτητο να προβαίνει σε έλεγχο των γνώσεων και των στάσεων, που του προσφέρονται. Να μετέχει στη διαδικασία απόκτησης ή και απόρριψής τους και να γίνεται κύριος των επιλογών του[11]. Γι’ αυτό, χρειάζεται να θέτει ερωτήματα όπως: Ποιοι είναι οι βασικοί στόχοι του μα­θήματος; Τι με δυσκολεύει περισσότερο σ’ αυτό; Σε ποιο σημείο του μαθήματος χάθηκα; Ποια είναι τα ουσιώδη, που πρέπει να συγκρατήσω; Πού υπάρχει υπερβο­λή; Τι νόημα έχουν για μένα αυτά που διδάσκομαι; Τι άλλο μ’ ενδιαφέρει να μά­θω;
     Αυτές οι αυτοαξιολογικές ενέργειες του μαθητή ενισχύονται από ανοικτές ερωτήσεις, οι οποίες πρέπει να γίνονται στην τάξη. Ενισχύονται, επίσης, από τη σωστή διεξαγωγή των διαφόρων φάσεων του μαθήματος. Κίνητρο για την αξιο­ποίηση των παραπάνω ενεργειών αποτελεί και η κοινοποίηση στους μαθητές του τρόπου βαθμολόγησης, που ακολουθεί ο εκπαιδευτικός. Αν οι μαθητές διαπιστώ­σουν ότι ο εκπαιδευτικός βαθμολογεί θετικά την ελεύθερη σκέψη, θα έχουν πρό­σθετους λόγους να μετέχουν ενεργά στο μάθημα και να μη γίνονται παθητικοί δέκτες και εκφραστές των διδασκόμενων θεμάτων.
     Σημαντική βοήθεια, στην προσπάθεια των μαθητών να αυτοαξιολογηθούν μπορούν να προσφέρουν και οι προσεγγίσεις, που γίνονται στην αρχή του επόμενου μαθήματος, οι οποίες έχουν ως αφετηρία ερωτήσεις, όπως οι παρακάτω: Σας ενδιέ­φερε η ενότητα που διαβάσατε; Μάθατε κάτι σημαντικό απ’ αυτή; Μήπως στην προηγούμενη ενότητα δεν επιμείναμε σε κάποιο αξιόλογο θέμα;
     Η αυτοαξιολόγηση επιτρέπει στους μαθητές να εμπεδώνουν αυτά που πραγματικά χρειάζονται και να συνειδητοποιούν τις ικανότητές τους. Μολονότι όμως η αυτοαξιολόγηση των μαθητών είναι τόσο σημαντική, σπάνια επιδιώκεται στο μάθημα. Είτε επειδή δεν υπάρχουν ο απαραίτητος χρόνος και το κατάλληλο κλίμα, είτε επειδή στην αυτοαξιολογική διαδικασία απαιτούνται υπομονή και λεπτοί χειρισμοί, πολλοί εκπαιδευτικοί δεν υπεισέρχονται σε δραστηριότητες, που αφορούν τον τρόπο απόκτησης της γνώσης και την ποιότητά της. Αυτό συμβαίνει συχνά και στο μάθημα των θρησκευτικών, στο οποίο όμως, όπως είδαμε παραπά­νω, δίνονται πολλές δυνατότητες για ανοικτές προσεγγίσεις των προβληματι­σμών.
     Η αξιολόγηση της διδασκαλίας ολοκληρώνεται με την αυτοαξιολόγηση του εκπαιδευτικού, η οποία αφορά τον έλεγχο, που αυτός κάνει σχετικά με το σχε­διασμό, την πορεία του μαθήματος, τις ανατροφοδοτικές δραστηριότητες και το βαθμό ενεργοποίησης των μαθητών. Για να έχει πλήρη εικόνα του μαθήματος, ο εκπαιδευτικός οφείλει να θέτει στον εαυτό του ερωτήσεις, όπως: Ήταν ευδιάκριτοι οι στόχοι του μαθήματος; Ήταν σαφείς και εύστοχες οι ερωτήσεις που τέθηκαν; Κινητοποιήθηκε το ενδιαφέρον των μαθητών; Ενθαρρύνθηκαν να κάνουν ερωτή­σεις; Δόθηκαν διευκρινίσεις για καλύτερη κατανόηση του μαθήματος; Συμμετεί­χαν οι μαθητές ενεργά στο μάθημα[12]; Πόσο χρόνο μίλησαν οι μαθητές; Αξιοποιή­θηκαν οι δυνατότητες που υπήρχαν για να γίνει το μάθημα πιο εποπτικό; Συνδέ­θηκαν τα διδασκόμενα με τη σημερινή πραγματικότητα; Διαπιστώθηκε στο τέ­λος η επίτευξη των διδακτικών στόχων[13]; Κάποιες άλλες ερωτήσεις είναι απαραί­τητο να απασχολούν τον εκπαιδευτικό εκτός μαθήματος, είτε κατά την παραμονή του στο σχολείο, είτε κατά την προετοιμασία του επόμενου μαθήματος.
     Στην προσπάθειά του να αξιολογήσει την εργασία που έγινε στην τάξη, ο εκπαιδευτικός μπορεί να ζητήσει τη γνώμη συναδέλφων που εμπιστεύεται, οι οποίοι θα παρακολουθήσουν μαθήματά του και θα του κάνουν παρατηρήσεις[14]. Καλό είναι, επίσης, ο εκπαιδευτικός να λαμβάνει υπόψη του και τα σχόλια των μαθητών του, τα οποία θα μάθει στην τάξη, ρωτώντας για τον τρόπο διεξαγωγής του μαθήματος και το βαθμό κατανόησής του.
     Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι οι δραστηριότητες αξιολόγησης της διδασκαλίας, στις οποίες αναφερθήκαμε, έχουν σαν τελικό σκοπό την όσο το δυνατό μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη συμμετοχή των μαθητών στη διαδικασία απόκτησης των γνώσεων, που προσφέρονται στο μάθημα των θρησκευτικών. Κάποιες απ’ αυτές τις δραστηριότητες έχουν κυρίως διαπιστωτικό χαρακτήρα, όπως οι ανακεφαλαιωτικές ερωτήσεις που γίνονται στο τέλος του μαθήματος ή αυτές που θέτει ο εκπαιδευτικός στον εαυτό του. Άλλες συντελούν περισσότερο στην εμπέδωση των διδασκόμενων αντικειμένων από τους μαθητές και στην ανατροφοδότηση της γνώσης, όπως τα παράλληλα κείμενα και τα Φύλλα Εργα­σίας. Κάποιες άλλες, τέλος, ενισχύουν την κριτική στάση των μαθητών, όπως οι ερωτήσεις και οι παρατηρήσεις τους για την ποιότητα του μαθήματος. Οι διδα­κτικοί αυτοί βηματισμοί συμβάλλουν στη βελτίωση του έργου που γίνεται στην τάξη και στην αξιοποίηση των αναγκών και των ικανοτήτων των μαθητών. Παράλληλα όμως διευκολύνουν και τη βαθμολόγηση, δίνοντας στον εκπαιδευτικό τη δυνατότητα να έρθει πιο κοντά στις πραγματικές επιδόσεις των μαθητών.


[1]. Σχετικά με την αξιολόγηση της διδασκαλίας και τη σημασία της βλ.: Ιωάννη Χριστιά, Θεωρία και μεθοδολογία της διδασκαλίας, Εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 20034, σ. 138. – Φωτεινής Κοσσυβάκη, Κριτική επικοινωνιακή διδασκαλία. Προσέγγιση της διδακτικής πράξης, Εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1998, σ. 296. – Μιχ. Κασσωτάκη, Η αξιολόγηση της επιδόσεως των μαθητών: μέσα, μέθοδοι, προβλήματα, προοπτικές, Εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1997, σ. 37.   
[2]. Βλ. Αθ. Θ. Νίκα, Διδακτική του θρησκευτικού μαθήματος. Θεωρία και πράξη, Εκδ. Βιβλιογω­νιά, Αθήνα 1992, σ. 142.
[3]. Βλ. Χρ. Κ. Βασιλόπουλου, Διδακτική του μαθήματος των θρησκευτικών, Εκδ. Κυριακίδη, Θεσ­σαλονίκη 19962, σ. 168.
[4]. Για τις αξιολογικές ενέργειες, που μπορούν να γίνουν στην αρχή του μαθήματος βλ. Suzanne Vincent, Le trajet du “savoir à enseigner” dans les pratiques de classe: une analyse de points de vue d’ enseignants, στο Philippe Jonnaert – Suzanne Laurin (dir.): Les didactiques des disciplines, un débat contemporain, Presses de l’ Université du Québec, Québec 2001, σ. 227.    
[5]. Περισσότερα για την τεχνική των ερωτήσεων βλέπε στις εξής εργασίες: Χρήστου Θεοφιλίδη, Η τέχνη των ερωτήσεων, Εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 19883, σσ. 13-15. – Κώστα Ν. Γιοκαρίνη, Η τεχνι­κή των ερωτήσεων στη διδακτική πράξη και την αξιολόγηση, Δράμα 1988, σ. 32. – Α. Μαυρόπου­λου, Στοιχεία διδακτικής μεθοδολογίας. Βασικές αρχές για την επιτυχία μιας διδασκαλίας, Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2004, σ. 135.  
[6]. Βλ. Olivier Maulini, Questionner pour enseigner et pour apprendre. Le rapport au savoir dans la classe, ESF, Paris 2005, σσ. 35-39. – Χρήστου Θεοφιλίδη, Η τέχνη των ερωτήσεων…, ό.π., σ. 329. – Κώστα Βαϊνά, Η ερώτηση ως μέσο αγωγής της σκέψης, Εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1998, σ. 70.  
[7]. Βλ. Γιάννη Παπιομύτογλου, Έγγραφα ιεροδικείου Ρεθύμνης (17ος-18ος αι.), Ρέθυμνο 1995, σσ. 117-118. Το κείμενο της απολογίας του κρυπτοχριστιανού παρατίθεται πιο κάτω στο Παράρτημα.
[8]. Σχετικά παραδείγματα βλ. πιο κάτω στο Παράρτημα.
[9]. Βλ. Suzanne Vincent, Le trajet “du savoir à enseigner”,…, ό.π., σ. 233. – Claude Bordeleau-Linda Morency, L’ art d’ enseigner. Principes, conseils et pratiques pédagogiques, Gaetan Mo­rin, Montréal-Paris 1999, σ. 161.  
[10]. Πιο αναλυτικά για την αξία των Φ.Ε. βλ.: Φωτεινής Κοσσυβάκη, Κριτική επικοινωνιακή διδασκαλία…, ό.π., σ. 301. – Ηλία Παπαγεωργίου, Σώπα, δάσκαλε…, Σύγχρονες διδακτικές και παιδαγωγικές προσεγγίσεις, Εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 53-55.  
[11]. Βλ. Jean Berbaum, Le développement de la capacité d’ apprentissage, στο Jean Houssay (dir): “La pédagogie: une encyclopédie pour aujourd’hui”, ESF, Paris 1993, σ. 323. – Ηλία Γ. Ματσαγ­γούρα, Σρατηγικές διδασκαλίας. Η κριτική σκέψη στη διδακτική πράξη, Εκδ. Gutenberg, Αθήνα 19984, σ. 278. – Ελένης Α. Νημά - Αχιλ. Γ. Καψάλη, Σύγχρονη διδακτική, Εκδ. Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 261.  
[12]. Βλ. Marguerite Altet, Préparation et planification, στο Jean Houssay (dir): “La pédagogie: une encyclopédie pour aujourd’hui”, ESF, Paris 1993, σ. 82.  
[13]. Βλ. Ιωάννη Β. Κογκούλη, Διδακτική των θρησκευτικών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθ­μια Εκπαίδευση, Εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 317. – Ηλία Παπαγεωργίου, Σώπα δάσκαλε…, ό.π., σσ. 96-97. – Michel Perraudeau, Les stratégies dapprentissage. Comment accompagner les élèves dans l’ appropriation des savoirs, Armand Colin, Paris 2006, σ. 25.    
[14]. Αξιοποίηση αυτού του γνωστού τρόπου αξιολόγησης έγινε πρόσφατα σε Γυμνάσια της Αθήνας, στα πλαίσια ενός ερευνητικού προγράμματος. Βλ. Γιώργου Μπαγάκη - Κικής Δεμερτζή - Θανάση Σταμάτη, Ένα σχολείο μαθαίνει…, Εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2007, σσ. 52 και 64.