Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Παντελής Καλαϊτζίδης,Ο Θεός και ο Καίσαρας.



Συντονιστής χειμερινού προγράμματος της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών
Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος


Ο Θεός και ο Καίσαρας.
Επίκαιρο θεολογικό σχόλιο στην εκκλησιαστική κρίση
και στο ζήτημα του χωρισμού κράτους και Εκκλησίας


Πανταχού παρόντες ρασοφόροι, καταληψίες και κυρίαρχοι της τηλεοπτικής οθόνης, άλλοτε κηρύσσοντες ή ηθικολογούντες, άλλοτε φωνασκούντες και άλλοτε κλείνοντας πονηρά το μάτι σε κάθε είδους παράδεισο και υποσχέσεις· ποιμένες (κάθε βαθμίδας) που ξέχασαν ή αντάλλαξαν το σταυρό της ποιμαντικής τους διακονίας με τα τεχνάσματα της ποινικής δικονομίας και, το ακόμη χειρότερο, με τη σιγουριά μιας στημένης δίκης (εν ανάγκη και με τη δήλωση ψευδούς διευθύνσεως), με σκοπό την παντί τρόπω κατίσχυση και εξόντωση του αντιπάλου· επίσκοποι και άγαμοι κληρικοί (υποτίθεται μοναχοί!) που προκειμένου να «εξασφαλίσουν τα γηρατειά» τους στρογγυλοκάθισαν επάνω σε δισεκατομμύρια, σε πλήρη αντίφαση με το ευαγγελικό: «μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες· τι φάγωμεν; ή τι πίωμεν; ή τι περιβαλώμεθα; πάντα γαρ ταύτα τα έθνη επιζητούσιν· οίδεν γαρ ο πατήρ ημών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων. ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν. μη ουν μεριμνήσητε εις την αύριον, η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής». Αυτόκλητοι(;) στα τηλεοπτικά παράθυρα ή επ’ αμοιβή, ενώπιον των δικαστηρίων, λαϊκοί συνήγοροι της ηγεσίας της Εκκλησίας, ευηπόπληπτοι κύριοι και οικογενειάρχες –σχετιζόμενοι κατά τα άλλα με τον υπόκοσμο και το εκκλησιαστικό παρακράτος– που κανονίζουν υπέρ των ιερωμένων/πελατών τους (με την συνδρομή δικαστικών βεβαίως) τη σύνθεση των δικαστηρίων για την έκδοση ευνοϊκών αποφάσεων· πληθώρα από καταγγελίες για ροζ σκάνδαλα επισκόπων και αρχιμανδριτών, με γαργαλιστικές λεπτομέρειες, που έτυχαν πρωτοφανούς ανοχής και επιείκιας εκ μέρους της Διοικούσας Εκκλησίας και των γνωστών «προορατικών»(;) γερόντων, σε κραυγαλέα αντίφαση με τους κλασικούς εκκλησιαστικούς φιλιππικούς εναντίον των προγαμιαίων σχέσεων και της προσωπικής ερωτικής ζωής (της οποίας την ιερότητα απαξιώνουν και όπου εξαντλείται συνήθως, όχι τυχαία, όλη η «εκκλησιαστική» αυστηρότητα)· οικονομικές καταχρήσεις και απάτες, σκάνδαλα και διαφθορά, εξωτικά ταξίδια και πολυτελείς βίλες, διασυνδέσεις και προνομιακές σχέσεις με μυστικές υπηρεσίες, πράκτορες και εμπόρους ναρκωτικών, κ. ά. π. Αυτή είναι η εικόνα που θα σχημάτιζε για την Εκκλησία και τους ανθρώπους της όλο τούτο το διάστημα ο οποιοσδήποτε δεν είχε μια πιο προσωπική σχέση με το εκκλησιαστικό γεγονός, ο οποιοσδήποτε δεν τυχαίνει να είναι υποψιασμένος για πρόσωπα και πράγματα. Η ευθύνη πάντως για όλη αυτή την πρωτοφανή και ατιμωτική εικόνα δεν βαραίνει τόσο τον παρατηρητή/θεατή ούτε βέβαια τα Μ.Μ.Ε., που κάνουν τη δουλειά τους, έστω και με κάποιες υπερβολές, όσο τους ρασοφόρους πρωταγωνιστές της απίθανης αυτής ιλαροτραγωδίας.

Η βαθύτατη λοιπόν κρίση που ενέσκηψε στην Εκκλησία της Ελλάδος τον τελευταίο καιρό, με αφορμή τα πρωτοφανή σκάνδαλα και την εμπλοκή προσώπων του «εκκλησιαστικού» περιβάλλοντος σε παραδικαστικά κυκλώματα και μυστικές υπηρεσίες, με τις κατηγορίες για ροζ ιστορίες και εμπορία ναρκωτικών να δηλητηριάζουν την ατμόσφαιρα, αποκάλυψε, μεταξύ άλλων, την κυριαρχία και την αυτονόμηση του θεσμικού (και εξουσιαστικού) στοιχείου έναντι της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού, τη διαπλοκή Διοικούσας Εκκλησίας και εξουσίας, την έλλειψη και απουσία εκκλησιαστικών/θεολογικών κριτηρίων, ενώ έφερε και πάλι στην επικαιρότητα το αίτημα για το χωρισμό κράτους και Εκκλησίας. Αίτημα προοδευτικού και θεσμικού εκσυγχρονισμού, αλλά και πνευματικής υγείας, που εδώ και δεκαετίες συναντάει το φόβο και τη σταθερή άρνηση της Διοικούσας Εκκλησίας, εξαιτίας των εθισμών που κληροδότησαν στην τελευταία η εξιδανίκευση της βυζαντινής «συναλληλίας» και η ανάληψη εκ μέρους της τής εθναρχικής ευθύνης καθ’ όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Στο κείμενο που ακολουθεί, πηγαίνοντας ένα βήμα πέρα από την επικαιρότητα, θέτουμε, από θεολογική σκοπιά, το ζήτημα των σχέσεων εξουσίας και Εκκλησίας, αναδεικνύοντας την άβυσσο που χωρίζει το βασίλειο του Θεού από το βασίλειο του Καίσαρα και επισημαίνοντας, ταυτόχρονα, τους κινδύνους και τους πειρασμούς από την χωρίς αυθεντικό εσχατολογικό προσανατολισμό εμπλοκή της Εκκλησίας στα τρέχοντα πολιτικά ζητήματα και στην πάσης φύσεως επικαιρότητα. Εξετάζουμε, τέλος, ακροθιγώς, τις προϋποθέσεις και τις δυνατότητες χωρισμού Εκκλησίας και πολιτείας.

*          *          *

Ο Θεός και ο Καίσαρας ορίζουν δύο ξεχωριστές πραγματικότητες, δύο περιοχές με ασύμβατο τρόπο ζωής, που βρίσκονται σε διαρκή διαλεκτική σχέση μέσα στην Ιστορία. Ο Ιησούς Χριστός αποκάλυψε την αγάπη, την κένωση και τη διακονία ως τρόπο υπάρξεως του Θεού: «Ο Θεός αγάπη εστίν, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ μένει». «Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ του Θεού εστιν, και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γιγνώσκει τον Θεόν». «...αλλ’ ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι έστω ημών διάκονος, και ος αν θέλη εν ημίν είναι πρώτος έσται ημών δούλος· ώσπερ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών». Η αγάπη μάλιστα προβάλλει ως η κατεξοχήν εσχατολογική πραγματικότητα, ως η αρετή του μέλλοντος αιώνος, όπως βεβαιώνει ο Απ. Παύλος στον περίφημο ύμνο της αγάπης: «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει· είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται· είτε γλώσσαι, παύσονται· είτε γνώσις, καταργηθήσεται. […] Νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη». Ο τρόπος του Καίσαρα, αντιθέτως, σύμφωνα με τα Ευαγγέλια, είναι η καταδυνάστευση και η κυριαρχία, ο φόβος και η εξουσία, η μετάλλαξη της διακονίας σε εξουσία: «οίδατε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών. Ουχ ούτως έσται εν ημίν». Πόσο μπορεί η Εκκλησία να σχετίζεται ή, ακόμη χειρότερα, να ταυτίζεται στην πράξη με τον Καίσαρα; Πόσο μπορεί να εξακολουθήσει αγνοούσα την προειδοποίηση και παραίνεση του ιδρυτή της: «απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ»; Δεν κινδυνεύει τότε και η Εκκλησία να αλλοτριωθεί από το εξουσιαστικό πνεύμα του Καίσαρα, όπως δυστυχώς αποδεικνύει και η εκκλησιαστική κρίση των ημερών μας;
Αντίθετα με αυτό που πολύ συχνά γράφεται και υποστηρίζεται, η Εκκλησία και η πολιτική δεν μοιράζονται, η πρώτη την πνευματική λεγόμενη σφαίρα της ζωής του ανθρώπου και η δεύτερη την υλική-κοσμική. Η Εκκλησία θέλει να μεταμορφώσει και να σώσει τον όλο άνθρωπο (σώμα και ψυχή, πνεύμα και ύλη), καθώς και όλες τις όψεις, όλες τις εκφάνσεις της ζωής του. Γι΄ αυτό και ο Χριστός, σύμφωνα με τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος, προσέλαβε «ασυγχύτως», «ατρέπτως», «αχωρίστως», «αδιαιρέτως», τον όλο άνθρωπο, όλη την ανθρώπινη φύση και Ιστορία, άρα και την πολιτική, κοινωνική, οικονομική ζωή και όχι μόνο την πνευματική ή θρησκευτική πλευρά της. Γιατί όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «το γαρ απρόσληπτον, αθεράπευτον· ο δε ήνωται τω Θεώ, τούτo και σώζεται». Είναι λοιπόν κατά βάση εσφαλμένη και μανιχαϊκή η αντίληψη που θέλει την Εκκλησία να ασχολείται μόνο με τα θρησκευτικά-πνευματικά ζητήματα, μόνο με το χώρο του ιερού, αφήνοντας ή εκχωρώντας σε άλλους τα λεγόμενα υλικά και βέβηλα. Η σωτηρία, ως στόχος του εκκλησιαστικού ανθρώπου, αφορά σύνολη την ανθρώπινη ζωή –όπως εξακολουθεί να μας το θυμίζει η ετυμολόγηση της λέξη σωτηρία από το επίθετο σώος, που σημαίνει ολόκληρος, ακέραιος, αδιάσπαστος, μη κατακερματισμένος.
Υπάρχει εντούτοις ριζική διαφορά και διάκριση μεταξύ Εκκλησίας και πολιτικής, Εκκλησίας και εξουσίας, Εκκλησίας και κράτους, και πριν από όλα μεταξύ Θεού και Καίσαρος. Ο εκκλησιαστικός τρόπος είναι –ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, θα έπρεπε να είναι– ο τρόπος της αγάπης, της ελευθερίας και της χαρισματικής διακονίας, πρόγευση, αναλαμπή και μαρτυρία μιας άλλης ζωής, που χωρίς να περιφρονεί ή να εγκαταλείπει την Ιστορία, υποστασιάζεται από μια μεταϊστορική πραγματικότητα, τα έσχατα, και αναφέρεται τόσο στο «νυν» της Ιστορίας όσο και στο «ούπω» της Βασιλείας. Ο τρόπος της εξουσίας αντιθέτως εκφράζεται με τη βία, την κατακυρίευση και το νομικό ή θεσμικό καταναγκασμό (το κράτος είναι ο μόνος θεσμός, για να θυμηθούμε τον Max Weber, που μπορεί να επιβάλλει μονοπωλιακά τη θέλησή του επί των ατόμων), καθώς είναι εγκλωβισμένος στα ασφυκτικά ενδοϊστορικά πλαίσια, χωρίς την προοπτική ή την προσμονή εξόδου στο «ούπω» της Βασιλείας. Ο τρόπος και τα μέσα πραγμάτωσης της «πολιτικής» παρέμβασης της Εκκλησίας δεν μπορούν να ομοιάζουν με αυτά της κρατικής και κομματικής εξουσίας. Η «πολιτική» παρέμβαση της Εκκλησίας κατά συνέπεια δεν μπορεί να είναι η κρατική ή η επαναστατική βία, ούτε βέβαια η επιβολή των «θέσεών» της στον κρατικό πολιτικό στίβο και στο δημόσιο χώρο. Η Εκκλησία δεν μπορεί να προδώσει την ουσία και την αποστολή της μεταβαλλόμενη σε σχήμα και εξουσία του αιώνος τούτου ή επιβάλλοντας τις απόψεις και την παρουσία της στη δημόσια ζωή. Το ζητούμενο για την Εκκλησία είναι η ανακαίνιση και μεταμόρφωση του κόσμου, η κλήση σε μετά-νοια (μεταστροφή του νοός, αναπροσανατολισμός σύνολης της ύπαρξης) και η αναγγελία του ευαγγελίου της Βασιλείας: «τυφλοί αναβλέπουσιν, χωλοί περιπατούσιν, λεπροί καθαρίζονται και κωφοί ακούουσιν, νεκροί εγείρονται, πτωχοί ευαγγελίζονται», και όχι η με κάθε μέσο και τρόπο παρουσία της στη δημόσια σφαίρα, πότε επικαλούμενη την προσφορά της στους αγώνες για την επιβίωση του έθνους, πότε προβάλλοντας με τις μεθόδους του marketing και της διαφήμισης την κοινωνική της χρησιμότητα ή αποτελεσματικότητα, και πότε λειτουργώντας ως ο ιδεολογικός βραχίονας (ελληνοχριστιανικός/αντικομμουνιστικός παλιότερα, αντιδυτικός/αντιευρωπαϊκός στις αρχές της δεκαετίας του ΄90) της εκάστοτε εξουσίας.
Το πιο τραγικό σε όλη αυτή την ιστορία είναι να διαπιστώνει κανείς πως μέσα από συνεχείς αγώνες και μεταρρυθμίσεις, το κράτος και η εν γένει κοσμική εξουσία εξανθρωπίζονται και φιλελευθεροποιούνται, εμπεδώνοντας τις κατακτήσεις της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, υιοθετώντας τη διαφάνεια και τη συμμετοχικότητα, το διάλογο και τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ειρηνική συνύπαρξη και την καταλλαγή, ενώ αντιθέτως η (Διοικούσα) Εκκλησία διολισθαίνει όλο και περισσότερο στην αυταρχικότητα, την εξουσιομανία και την αδιαφάνεια, στην υποκριτική (φαρισαϊκή) κοινωνική ηθική και τη «συμμαχία» με τις πιο αντιδραστικές, τις πιο σκοταδιστικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις (που φτάνει μέχρι τη συνεργασία ή την εμπλοκή της με μυστικές υπηρεσίες!), στον εθνικισμό, τον φονταμενταλισμό και τον ιερό φασισμό, σε οπισθοδρομικές απόψεις αναφορικά με τη σεξουαλικότητα και τη θέση της γυναίκας, την ελευθερία λόγου και έκφρασης, καλλιεργώντας μονίμως τη σύγχυση ανάμεσα στην ιδιότητα του πολίτη και του πιστού, ανάμεσα στο εθνικό και το εκκλησιαστικό.
Και ενώ η Εκκλησία κάθε μέρα όλο και περισσότερο εκκοσμικεύεται, μεταβαλλόμενη σε «αρχή και εξουσία του αιώνος τούτου», αρνείται συστηματικά από την άλλη πλευρά να αποδεχτεί τη διαδικασία εκκοσμίκευσης της πολιτείας (θεμελιώδη κατάκτηση του Διαφωτισμού και της νεωτερικότητας), άρνηση που υποδηλώνει την επιθυμία της Ιεραρχίας να κηδεμονεύει την πολιτεία και την κοινωνία των πολιτών, με την συνεχή επίκληση της προσφοράς της στους αγώνες του έθνους. Η κραυγαλέα αντίφαση που παρατηρήθηκε, κατά την πρόσφατη κρίση, μεταξύ της κοσμικής δικαιοσύνης (που έσπευσε αμέσως να λάβει μέτρα για την κάθαρση) και της Διοικούσας Εκκλησίας (που στο όνομα της «αυτοκάθαρσης» φάνηκε να επιδιώκει τη συγκάλυψη και τον συμψηφισμό), είναι λίαν διδακτική και αποκαλυπτική, προδίδει δε την πλήρη αντιστροφή των όρων ανάμεσα στο βασίλειο του Πνεύματος και το βασίλειο του Καίσαρος, για να θυμηθούμε το σχήμα του Μπερδιάγιεφ.
Παρατηρήθηκε μάλιστα το φαινόμενο, με αφορμή τα απίστευτα σκάνδαλα οικονομικής ή ηθικής τάξεως και την εμπλοκή ανθρώπων της Εκκλησίας με τον υπόκοσμο και το παρακράτος, για πρώτη φορά ο επίσημος εκκλησιαστικός λόγος να θυμηθεί και να προβάλει (ως άλλοθι;), στην κηρυγματική ή την τηλεοπτική του εκδοχή, μια ριζοσπαστική θεολογία της μετάνοιας· να θυμηθεί, δηλαδή, την ευαγγελική αντισυμβατική ηθική, που προτάσσει τη μετάνοια και τη συγχώρηση έναντι της ηθικής καθαρότητας, φανερώνοντας την πλήρη ανατροπή των κριτηρίων της κοσμικής ηθικής και τάξης: «οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν ημάς εις την βασιλείαν του Θεού». Για πρώτη φορά ο κατεστημένος εκκλησιαστικός λόγος υιοθέτησε –ή μάλλον οικειοποιήθηκε επικοινωνιακά– τη ριζοσπαστική, αλλά βαθιά ριζωμένη στην ορθόδοξη παράδοση, θεολογική αντίληψη για τη μετάνοια, που μας μαθαίνει να βλέπουμε την αμαρτία ως την κοινή των ανθρώπων φύση, χειραγωγώντας μας στην ανάληψη της αλλότριας ενοχής (της αμαρτίας δηλαδή των άλλων) και παιδαγωγώντας μας στο «εταπείνωσας εαυτόν ενώπιον του Θεού, ως συ την αμαρτίαν ποιήσας» (ταπείνωσες τον εαυτό σου ενώπιον του Θεού, σαν να είχες κάνει εσύ την αμαρτία) για να θυμηθούμε την έξοχη διατύπωση του αββά Παφνουτίου από το Γεροντικόν. Στο εύλογο βέβαια ερώτημα, γιατί τώρα ο επίσημος εκκλησιαστικός λόγος θυμήθηκε αυτή τη ριζοσπαστική θεολογική γλώσσα, δύσκολα θα λάβουμε απάντηση. Οφείλουμε όμως πάση θυσία να προφυλάξουμε τη ριζοσπαστική αυτή θεολογία –κατάκτηση και προσφορά της θεολογικής γενιάς του ’60– από την επιχειρούμενη ενσωμάτωση και αφομοίωση της στον κατεστημένο και φθαρμένο «εκκλησιαστικό» λόγο της ιεραρχίας και του ιερατείου γενικότερα, που μοιάζει να έμεινε ανέγγιχτο και αδιάφορο από το πνεύμα, την προβληματική και την εν γένει κοσμογονία που έφερε στη θεολογία η γενιά του ’60. Πώς αλήθεια συμβιβάζεται αυτή η όψιμη υιοθέτηση της θεολογίας της μετάνοιας, με τη συνεχή και αδιάλειπτη παρουσία ιερωμένων –και ειδικά επισκόπων– στα πάσης φύσεως τηλεοπτικά παράθυρα, δελτία ειδήσεων και talk show; Νοείται από τη μια η Ιεραρχία (ή μεμονωμένοι ιεράρχες, που έφτασαν μέχρι και την πράξη της παραίτησης, ύστατη και έμπρακτη εκδήλωση μετάνοιας υποτίθεται) να ζητάει δημοσίως συγγνώμην, και από την άλλη επιφανείς εκπρόσωποί της να παρελαύνουν από κανάλι σε κανάλι, υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους ή την προσωπική τους διαδρομή, τα «κεκτημένα» και το «σύστημα», παρουσιάζοντας μια ωραιοποιημένη εικόνα, που δεν πείθει κανένα; Και πώς να εξηγήσουμε πνευματικά την γοητεία που φαίνεται να ασκεί στους ιεράρχες μας η τηλεοπτική οθόνη και προβολή, τη στιγμή που κοσμικοί άνθρωποι, ξένοι υποτίθεται προς την αλήθεια του Ευαγγελίου, κρατούν μια πιο διακριτική στάση, αναλογιζόμενοι τον ολοκληρωτικό, αδηφάγο και αντιπνευματικό χαρακτήρα της τηλεοπτικής εικόνας και της κοινωνίας του θεάματος; Τι να σημαίνει άραγε αυτή η υποκατάσταση της ουσίας (ή της «οντολογίας») από την επικοινωνία; Τι να σημαίνει άραγε η πληθωρική παρουσία επικοινωνιολόγων και πολιτικών συμβούλων στο πλευρό της ηγεσίας της Εκκλησίας, και η απουσία γνήσιου θεολογικού λόγου και πνευματικής ζωής; Πόσο μακριά είμαστε από του να μιλάμε για το πολιτικό κόμμα της Εκκλησίας ή για την «Εκκλησία Α. Ε.»; Αν οι κοσμικοί άνθρωποι –δικαίως– αγανακτούν με τη συνεχή παρουσία ρασοφόρων στα τηλεοπτικά κανάλια, θεωρώντας πως ανακαλούνται μνήμες θεοκρατικού κράτους και χομεϊνισμού, πως θα την χαρακτηρίζαμε αυτήν την συνεχή τηλεοπτική παρουσία (και αγωνία) με κριτήρια εκκλησιαστικά και θεολογικά;
Δικαιούμαστε λοιπόν να αναρωτηθούμε: Μήπως τελικά όχι μόνο η Εκκλησία (σήμερα) δεν μεταμορφώνει τον κόσμο και δεν «εξάγει» το πνεύμα ελευθερίας, μετάνοιας, ταπείνωσης και αγάπης που θα έπρεπε να τη χαρακτηρίζει, αλλά εισάγει αντιθέτως εντός της το ξένο σώμα της υποκρισίας και του φαρισαϊσμού, της δουλείας και του φόβου, του ελέγχου και της υποταγής των συνειδήσεων, της κατακυρίευσης και του εξουσιασμού, χωρίς τα μέλη της, ο κλήρος και ο λαός, να έχουν τη δύναμη ή την πνευματική ωριμότητα να αποβάλουν το ξένο αυτό σώμα;

*          *          *

Για να μπορέσει η Εκκλησία να μιλήσει στο σύγχρονο άνθρωπο, για να κηρύξει το ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού στον κόσμο του σήμερα – και όχι στον αμετάκλητα ξεπερασμένο κόσμο του χθες, είναι πλέον επείγουσα ανάγκη να αρχίσει να συνειδητοποιεί η ίδια η Εκκλησία (και όχι να της επιβληθεί έξωθεν) πως έχει οριστικά κλείσει ο κύκλος της κωνσταντίνειας περιόδου (της ειδικής/προνομιακής δηλ. σχέσης της με το κράτος) και ότι είναι δείγμα αναχρονισμού, έλλειψης προφητικού χαρίσματος και φυγή από την ιστορία η προσκόλλησή της σε αυτό το σχήμα. Αποτελεί επείγουσα προτεραιότητα η υπέρβαση του εθνοκεντρικού λόγου, η οριστική εγκατάλειψη κάθε ονείρου επιστροφής στη βυζαντινή θεοκρατία ή Αυτοκρατορία και στον ιδιότυπο μεγαλοϊδεατισμό της Ρωμιοσύνης ή σε οποιαδήποτε άλλη αντιμοντερνιστική ρομαντική εκδοχή «χριστιανικής κοινωνίας». Η θεοκρατία και ο νεοεθνικισμός, αποτελούν τον μόνιμο πειρασμό της Ορθοδοξίας και όχι την αληθινή της ταυτότητα, δεν είναι τίποτα άλλο από εκκοσμικευμένες μορφές εσχατολογίας, γι’ αυτό και δεν μπορεί να αποτελούν ακόμη τον κυρίαρχο λόγο της Εκκλησίας. Στη δίψα για ζωή του σημερινού ανθρώπου, η Εκκλησία μπορεί και οφείλει να απαντήσει με τη δική της πρόταση ζωής, με τα δικά της «ρήματα ζωής αιωνίου», και όχι με τη συνεχή επίκληση του παρελθόντος και της προσφοράς στους αγώνες του έθνους, που φαντάζει περισσότερο με έκθεμα μουσείου, παρά με λόγο ζωντανό που να μπορεί να ξεδιψάσει. Γι΄ αυτό και η υιοθέτηση ενός οικουμενικού εκκλησιαστικού λόγου, απαλλαγμένου από τις συνεχείς αναφορές στο έθνος και από τα σχήματα της κωνσταντίνειας περιόδου, δεν είναι απλώς ένα αίτημα γνησιότητας, αυθεντικότητας και πιστότητας προς την ορθόδοξη παράδοση· είναι ταυτοχρόνως και μια απολύτως απαραίτητη και επείγουσα προϋπόθεση, ένας απαράβατος όρος, προκειμένου να εισέλθει η Εκκλησία μας στον αιώνα που ζούμε και να μην βρίσκει εύκολο και βολικό καταφύγιο σε προηγούμενες εποχές. Δίχως αυτό το στοιχείο εξάλλου, ούτε αληθινή και διαρκής αποκάλυψη του Θεού στην κτίση και την Ιστορία υπάρχει, ούτε θεολογία της Ενσάρκωσης, ούτε Εκκλησία που να προσεύχεται, να διαλέγεται και να αγωνίζεται «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας».
Όσες φορές η Εκκλησία λησμονεί τα παραπάνω, όσες φορές ανταλλάσσει το εσχατολογικό της όραμα, με τον πειρασμό της δικαίωσης εντός της Ιστορίας, τότε η Εκκλησία από σύμβολο των εσχάτων, από πρόγευση της Βασιλείας της αγάπης και της ελευθερίας, παλινδρομεί σε θεσμοποιημένο καθίδρυμα και εξουσιαστικό οργανισμό. Τότε η Βασιλεία του Θεού κατανοείται με πολιτικά σύμβολα του παρελθόντος και ταυτίζεται με τα οράματα της «χριστιανικής οικουμένης» και της βυζαντινής θεοκρατίας, που, όπως στον αρχαίο Ισραήλ ή την αρχαία Ρώμη, αναπαράγει την απουσία διακρίσεως μεταξύ κοσμικής και θρησκευτικής σφαίρας, μεταξύ Καίσαρος και Θεού.
            Η πολιτική και νομοθετική όμως κατοχύρωση της διάκρισης μεταξύ κοσμικής και θρησκευτικής σφαίρας, μεταξύ Καίσαρος και Θεού, ο χωρισμός με άλλα λόγια κράτους και Εκκλησίας, δεν μπορεί να γίνει υπό το κράτος της τρέχουσας επικαιρότητας. Πρέπει να προετοιμαστεί προσεκτικά και μεθοδικά και από τις δύο πλευρές, λαμβάνοντας τη μέριμνα όχι απλώς να απαλλαγεί η πολιτεία από την Εκκλησία, αλλά και να μην παραδοθεί η Εκκλησία στα πλέον συντηρητικά και φονταμενταλιστικά στοιχεία. Στην κατεύθυνση αυτή, ενώ θα πρέπει να διαφυλαχθούν, από τον παρόντα Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, τα στοιχεία εκείνα που εγγυώνται τη συνοδικότητα (έστω στο επίπεδο των επισκόπων), θα πρέπει επιπλέον να καταβληθεί ιδιαίτερη προσπάθεια για την ουσιαστική και σε όλα τα επίπεδα αναγέννηση της συνοδικότητας (ενορία, μητροπόλεις, σύνοδος της ιεραρχίας), για τη συμμετοχή και αναβάθμιση του λαϊκού στοιχείου στη ζωή και τη λατρεία της Εκκλησίας, για την ανόρθωση και την καλλιέργεια της θεολογικής παιδείας μεταξύ των υποψηφίων και των εν ενεργεία κληρικών, όπως και μεταξύ του πληρώματος της Εκκλησίας, για τη διαφάνεια και τη χρηστή διαχείριση των οικονομικών της Εκκλησίας. Σε καμία πάντως περίπτωση, δεν θα πρέπει να υιοθετηθούν βιαστικές και ακραίες λύσεις που δεν ταιριάζουν στην ελληνική ιστορία και πραγματικότητα, όπως η προτεινόμενη από κάποιους άκριτη υιοθέτηση του γαλλικού μοντέλου (εχθρικός χωρισμός, οι «Εκκλησίες» λατρευτικά σωματεία και Ν.Π.Ι.Δ.), γιατί τότε αφενός, στο καθαρά θρησκευτικό πεδίο, η Εκκλησία της Ελλάδος θα παραδοθεί στους φονταμενταλιστικούς κύκλους, ενώ θα διατρέχει και τον πειρασμό της πολυδιασπάσεως (κατά το προηγούμενο των παλαιοημερολογιτών), στο δε πολιτικό πεδίο διακινδυνεύουμε μια νέα κοινωνική αναταραχή και έναν νέο πολιτικό και πολιτισμικό διχασμό, που κάποιοι ευχαρίστως θα προκαλέσουν, προκειμένου να κρατηθούν στις θέσεις τους και τους θρόνους τους. Πάντως με αφορμή την καταιγίδα των εκκλησιαστικών σκανδάλων που ζήσαμε (και ζούμε) το θέμα του χωρισμού Εκκλησίας και πολιτείας τέθηκε ήδη προς συζήτηση, και φαίνεται να μην αποτελεί πλέον ταμπού για την ελληνική κοινωνία. Όσο πιο γρήγορα κατανοήσει η Διοικούσα Εκκλησία τη νέα αυτή πραγματικότητα και τις σημαντικότατες μετατοπίσεις που έχουν συντελεστεί τους δύο τελευταίες μήνες, όσο πιο γρήγορα ξεκινήσει, με δική της ει δυνατόν πρωτοβουλία, μια σοβαρή συζήτηση για το ενδεχόμενο και τις προϋποθέσεις χωρισμού Εκκλησίας και πολιτείας, τόσο καλύτερα θα μπορέσει να προστατεύσει το έργο της και την αποστολή της στον τόπο μας.

Ματθ. 6:31-34.
Α΄ Ιω. 4:16.
Α΄ Ιω., 4:7. Πρβλ. το σύνολο της ενότητας Ιω. 4:7-21. Πρβλ. επίσης Ιω., 15:9-17· 17:24-26.
Ματθ. 20:26-28· πρβλ. Μαρκ. 10:43-45
Α΄ Κορ., 13:8-13. Πρβλ. Ρωμ., 8:35-39· Εβρ., 10:24-25.
Ματθ. 20:25-26· πρβλ. Μαρκ. 10:42-43.
Ματθ. 22:21· πρβλ. Μαρκ. 12:17.
Επιστολή 101, PG 37, 181C-184A=ΒΕΠΕΣ 60, 264. Πρβλ. αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, έκδ. Kotter, τ. 2, 50, 32-37· πρβλ. στο ίδιο έργο 62, 15-17. Πρβλ. επίσης του ιδίου, Περί δύο θελημάτων, έκδ. Kotter, τ. 4, 44, 4-7· και Λόγος εις το άγιον Σάββατον, PG 96, 612 C.
Σύμφωνα με τον Weber πράγματι, το κράτος είναι η ανθρώπινη εκείνη κοινωνία, η οποία έχει το αποκλειστικό προνόμιο να αξιώνει για τον εαυτό της και να χρησιμοποιεί «μονοπωλιακά το δικαίωμα χρήσης νόμιμης φυσικής βίας» «στον χώρο της επικρατείας της». Με τον τρόπο αυτό το κράτος επιβάλλει την θέλησή του και εκτελεί, εφαρμόζει, πραγματοποιεί την τάξη. Βλ. σχετικά Max Weber, Soziologische Grundbegriffe, in: Max Weber, Wirtschaft und Gesellschaft, Fünfte revidierte Auflage, I. Halbband, Tübingen, J.C.B. Mohr, 1972, σ. 29.
Λουκ., 7:22. Πρβλ. Ματθ., 11:5.
Πρβλ. Π. Καλαϊτζίδη, «Εσχατολογία και Πολιτική», Σύναξις Ευχαριστίας. Χαριστήρια εις τιμήν του Γέροντος Αιμιλιανού, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα, 2003, σ. 509-511.
Ν. Μπερδιάγιεφ, Βασίλειο του Πνεύματος και Βασίλειο του Καίσαρος, μτφρ. Β. Γιούλτση, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, 1971.
Ματθ. 21:31.
Το Γεροντικόν, Ήτοι Αποφθέγματα αγίων Γερόντων, Εισαγωγή Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Πρόλογος, Κείμενον, Γλωσσάριον, Σχόλια, Ευρετήριον θεμάτων Π. Β. Πάσχου, Αθήναι, Αστήρ, 1981, σ. 164. Πρβλ. Χρ. Γιανναρά, Η ελευθερία του ήθους, Αθήνα, Γρηγόρης, 21979, σ. 90.
Πρβλ. Ιω., 6:68.
Βλ. σχετικά Δ. Αρκάδα, «Εξουσία και Εκκλησία. Πολιτικές όψεις της εσχατολογικής εκκλησιολογίας», Σύναξη, τχ. 79, 2001, σ. 92-93.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου