Εισήγηση στη διημερίδα στελεχών ποιμαντικού έργου των Ι.
Μητροπόλεων
Θεσσαλονίκη, 20-11-2004
Με μεγάλη χαρά αποδέχτηκα την τιμητική
πρόσκληση της συνοδικής επιτροπής Λατρείας και Ποιμαντικού έργου να συμμετάσχω
με εισήγηση μου στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και επίκαιρη διημερίδα στελεχών
των Ι. Μητροπόλεων με θέμα: «Οι μετανάστες στην υπό διαμόρφωση πολυπολιτισμική
ελληνική κοινωνία: μία πρόκληση για την Εκκλησία». Η χαρά μου είναι ακόμη
μεγαλύτερη γιατί η πρώτη φάση της σπουδαίας αυτής πρωτοβουλίας λαμβάνει χώρα
στην γενέθλια πόλη Θεσσαλονίκη, στην μητέρα Θεσσαλονίκη του Πεντζίκη και της
Καρέλλη, του Κωστή Μοσκώφ και του Γιώργου Ιωάννου, στην πόλη των Ζηλωτών και
του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, στην βυζαντινή πρωτεύουσα της Ελλάδος, την
πρωτεύουσα των προσφύγων, την πρωτεύουσα των Ποντίων, την πρωτεύουσα του
ελληνικού Εβραϊσμού, την Μητρόπολη των Βαλκανίων, την πιο πολυπολιτισμική πόλη
της σύγχρονης Ελλάδος. Όλα αυτά τα διαφορετικά στοιχεία, όλες αυτές οι
καταβολές και οι οσμώσεις, θεωρώ ότι είναι πλούτος και κέρδος γι’ αυτή την
πόλη, προσθέτουν και δεν αφαιρούν· κατατάσσουν την Θεσσαλονίκη στην
πρωτοπορία των σύγχρονων εξελίξεων, την βάζουν μπροστά από τις σύγχρονες
εξελίξεις, την προβάλλουν και την αναδεικνύουν ως προάγγελο αυτού που μόλις
τώρα γνωρίζει η υπόλοιπη Ελλάδα, ως πρόδρομο της πολυπολιτισμικότητας και της
ετερότητας, της συμβίωσης, της συνοίκησης και της συνάντηση με τον «ξένο», τον
«άλλο», τον διαφορετικό, που ταυτόχρονα όμως είναι ή γίνεται οικείος και
γνώριμος. Γι’ αυτό και όσοι αγαπάμε τη Θεσσαλονίκη, στενοχωριόμαστε και πληγωνόμαστε
με δηλώσεις και εκδηλώσεις από επίσημα ή ανεπίσημα χείλη που θίγουν και
προσβάλλουν το πολυφωνικό και πολυπολιτισμικό παρελθόν αυτής της πόλης, την
παράδοση φιλο-ξενίας και ανοιχτοσύνης που την διέκρινε πάντοτε. Κάποιοι
φαίνεται να ξεχνούν πως είμαστε όλοι πρόσφυγες σε αυτήν την πόλη, σε αυτήν την
γωνιά του κόσμου, και το μόνο που διαφέρει είναι η ημερομηνία αφίξεως.
Ας μη νομισθεί ότι οι εισαγωγικές αυτές σκέψεις είναι φιλολογικού τύπου
εξάρσεις ή φιλοφρονήσεις. Αν σας τις διαβάζω είναι γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι
μας βάζουν κατευθείαν στην καρδιά του φλέγοντος ζητήματος της εκκλησιαστικής
κατήχησης στη συνάφεια της πολυπολιτισμικότητας και της πολυθρησκευτικότητας.
Γιατί ακριβώς στα δύσκολα και τα επώδυνα κρίνεται το εάν αληθεύουμε με την
πίστη μας, εάν αντέχουμε την αυτοκριτική και την έξωθεν κριτική, ή εάν
προτιμούμε την επανάπαυση και τον αυτοδικαιοτικό λόγο, ενώ το θέμα της
πολυπολιτισμικότητας ανοίγει μπροστά μας τεράστια ζητήματα. Για παράδειγμα, και
μόνο στα διαρκώς επαναλαμβανόμενα επεισόδια με τη σημαία να σταθούμε, τότε η
κριτική και τα ερωτήματα πέφτουν σαν βροχή. Σας μεταφέρω μερικά μόνο από αυτά
που θέτει ο κόσμος ή, αν προτιμάτε, η θύραθεν κοινωνία, αυτή που δεν είναι πολύ
κοντά ούτε όμως και τελείως μακριά από την Εκκλησία. Ρωτάνε λοιπόν πολύς συχνά:
και η Εκκλησία; Πού είναι η Εκκλησία σε όλα αυτά; Τα εγκρίνει; Τα
συμμερίζεται; Γιατί δεν παίρνει θέση; Γιατί δεν ακούγεται; Πού είναι η φωνή της
που άλλες φορές, όπως π.χ. για τις ταυτότητες, ξέρει να την κάνει να ακούγεται.
Και να σκεφτεί κανείς, συμπληρώνουν άλλοι, ότι εδώ πρόκειται για
ζωντανές, για έμψυχες εικόνες του Θεού. Πού είναι λοιπόν η κατά τα άλλα
λαλίστατη Εκκλησία μας σε τέτοιου είδους κρίσεις; Σταματάω τα ξένα
ερωτήματα και θέτω τα δικά μου, τα οποία θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας: δεν
θα όφειλε άραγε και σε αυτά τα εξόχως συμβολικά και δύσκολα ζητήματα, όπως ήδη
πολύ καλά το πράττει στα επείγοντα προβλήματα της τροφής, της στέγης και της
πρόνοιας, να δώσει η Εκκλησία μας μαρτυρία Χριστού αναστάντος, εν ω «ουκ ένι
Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ»;
(Γαλ. 3:28). Μπορεί η Εκκλησία μας να μένει θεατής και σε απόσταση ασφαλείας
μπροστά σε τέτοιες εκδηλώσεις που εξευτελίζουν και αμαυρώνουν την εικόνα του
Θεού και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου; Πώς θα μιλήσει ή πώς θα κατηχήσει αυτά
τα παιδιά αύριο; Ρωτούσε χαρακτηριστικά η αλβανικής καταγωγής παρ’ ολίγον
σημαιοφόρος από ένα χωριό της Πάτρας όπου παίχτηκε άλλη μια πράξη του δράματος
«Ο πόλεμος της σημαίας», αδυνατώντας να κατανοήσει όλον αυτόν τον παραλογισμό,
ρωτούσε γεμάτη απορία: «μα καλά, αυτά που συμβαίνουν γύρω μας τι σχέση έχουν
με αυτά που μαθαίνουμε στο σχολείο και την Εκκλησία για το κήρυγμα του Ιησού
Χριστού και για την ισότητα των ανθρώπων;» Αλήθεια, τι θα απαντήσουμε
πατέρες και αδελφοί σε αυτήν την κοπέλα, όπως και σε κάθε άλλο θύμα τέτοιων
αντιλήψεων; Πώς να την πιστέψουν λοιπόν την Εκκλησία και να αποδεχτούν την
μαρτυρία της αυτά τα παιδιά, που χάσανε βίαια την αθωότητα και την αξιοπρέπεια
τους μπροστά στα μάτια μας, όταν η ίδια η Εκκλησία συλλαμβάνεται ανακόλουθη με
το κήρυγμα και την πράξη του Ιδρυτή και Κυρίου της, όταν η ίδια η Εκκλησία
διαλέγει με τη σιωπή της το στρατόπεδο των ισχυρών και όχι των αδυνάτων, των
θυτών και όχι των θυμάτων; Οι χαρακτηρισμοί ίσως φαίνονται βαρείς. Ας
αναλογιστούμε όμως, τι θα έκανε ο Χριστός στη θέση μας; Θα σιωπούσε; Θα
συναινούσε; Θα κρυβόταν; Θα μιλούσε για δικούς του και ξένους, για ντόπιους και
μετανάστες, για ημεδαπούς και αλλοδαπούς, Αυτός που γεννήθηκε ως ξένος και ως
αλλοδαπός, Αυτός που μεγάλωσε ως μετανάστης και ως φυγάς; Θα μπορούσε ποτέ ο
Ιησούς Χριστός να θυσιάσει έστω και ένα αθώο μικρό παιδάκι, για να παραφράσουμε
τον Ντοστογιέφσκυ, προκειμένου να σώσει την τιμή και την αξιοπρέπεια του έθνους
και των συμβόλων του; Τι θα έκανε αν θα ήταν εδώ, ανάμεσά μας, αν αποφάσιζε να
μπερδευτεί στις υποθέσεις μας; Θα παρείχε θεολογική δικαιολογία και κάλυψη
στους «ελληνορθόδοξους» θύτες ή θα έδειχνε έμπρακτη αγάπη, τρυφερότητα και
αλληλεγγύη στους μικρούς τούτους τους ελαχίστους, στα αλλοεθνή ή αλλόθρησκα
θύματα αυτής της απίθανης ιστορίας;
Φοβάμαι πως με όσα λέω χαλάω ίσως λίγο το κλίμα ευφορίας που δημιουργήθηκε χθες
το βράδυ και σήμερα το πρωί εν μέρει, όταν αυτό που κυρίως αναδείχτηκε ήταν η
θετική συνεισφορά της Εκκλησίας μας στον τομέα της ευρύτερης φιλανθρωπίας και
πρόνοιας στο χώρο των μεταναστών (σίτιση, στέγαση, κοινωνικές παροχές,
ποιμαντική φυλακισμένων, κλπ). Χωρίς ούτε λεπτό να αμφισβητώ το πόσο σημαντικά
και απαραίτητα είναι όλα αυτά, επιτρέψτε μου να πιστεύω πως αν είμαστε εδώ
σήμερα και συζητάμε για τους μετανάστες και την πολυπολιτισμικότητα, δεν το
κάνουμε τόσο για να αναλυθούμε σε εγκώμια και για να προβάλουμε τα όσα θετικά
έχουν συντελεστεί στον τομέα αυτό. Είμαστε νομίζω εδώ συναγμένοι, επειδή
διαισθανόμαστε ατέλειες και ελλείψεις, απολύτως ανθρώπινες άλλωστε, είμαστε εδώ
επειδή θέλουμε και οφείλουμε να ασκήσουμε κριτική και αυτοκριτική με πνεύμα
χριστιανικής αγάπης και ειλικρίνειας, είμαστε εδώ γιατί η μαθητεία μας στον
εκκλησιαστικό τρόπο ζωής μας έμαθε να μην αρκούμαστε στο «ήδη», στο «νυν», αλλά
να εργαζόμαστε και να προσευχόμαστε για το «όχι ακόμη», το «ούπω».
Σε συνέχεια λοιπόν των
παραπάνω, έχουμε την εντύπωση πως το κατηχητικό έργο της Εκκλησίας στις
σημερινές ανοιχτές πολυπολιτισμικές πολυθρησκευτικές κοινωνίες μας πάσχει και
παρουσιάζει προβλήματα. Ας μην μας ξεγελούν οι αριθμοί των βαπτίσεων και της
εισόδου αλλοδαπών στην Εκκλησία. Γνωρίζουμε πια πολύ καλά πως υπάρχουν και άλλα
κίνητρα, πέραν των αμιγώς εκκλησιολογικών, όπως ζωηρή επιθυμία ένταξης και
ενσωμάτωσης στην ελληνική κοινωνία, εύρεσης εργασίας, κοινωνικής αποδοχής και
δικτύωσης κ. ά. Αυτό φανερώνει και το παράδειγμα της εσπευσμένης υιοθέτησης
πλαστών ελληνικών ονομάτων από πολλές ομάδες μεταναστών, όπως ήδη αναφέρθηκε.
Εξάλλου οι περισσότερες από τις βαπτίσεις δεν συνοδεύονται από ουσιαστική
εκκλησιαστική κατήχηση, ή και όταν αυτή υπάρχει συνήθως έχει διεκπεραιωτικό
χαρακτήρα. Οι μετανάστες έχουν μάλλον καταλάβει την νεοελληνική νοοτροπία και
πραγματικότητα. Ξέρουν τους ισχυρισμούς και τις ψυχώσεις μας: είμαστε
ορθόδοξοι από κληρονομική διαδοχή, από γεννήσεως, η Ορθοδοξία είναι πια
εγγεγραμμένη στα γονίδιά μας, ανήκουμε σε ένα χριστιανικό ορθόδοξο έθνος, αυτό
φτάνει και αρκεί. Ούτε κατήχηση χρειάζεται, σύμφωνα με αυτή τη λογική, ούτε
πνευματική ζωή ούτε βέβαια τίθεται θέμα μετανοίας και εσωτερικής μεταστροφής.
Μας μιμούνται λοιπόν σε μεγάλο βαθμό οι μετανάστες, απαξιώνοντας και
αποφεύγοντας την κατήχηση, η οποία παρουσιάζει προβλήματα, όπως είπαμε πριν, όχι
τόσο γιατί δεν αναπτύσσουμε φιλανθρωπική δράση· οι χθεσινοβραδινές και οι
σημερινές αναφορές το αντίθετο δείχνουν. Πάσχει γιατί η Εκκλησία μας
δυσκολεύεται να αποφασίσει σε ποιον αιώνα, σε ποια ιστορική περίοδο και σε ποια
κοινωνία ζει. Δεν έχει ακόμη αποφασίσει εάν εξακολουθεί να ζει στο Βυζάντιο ή
την τουρκοκρατία, στη νεωτερικότητα ή την μετανεωτερικότητα, στις κλειστές
παραδοσιακές πατριαρχικές κοινωνίες ή στις σύγχρονες μεταβιομηχανικές
φιλελεύθερες κοινωνίες. Εννοείται πως η κάθε επιλογή έχει και τις ανάλογες
συνέπειες. Αυτό πάντως που φαίνεται να ισχύει διαχρονικά και να βαραίνει πολύ
στο κατηχητικό έργο της Εκκλησίας, είναι η σύμπτωση, πραγματική ή φαντασιώδης,
εκκλησιαστικής και εθνικής ταυτότητας, η ταύτιση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού,
Εκκλησίας και κοινωνίας, η εμμονή στον εθνοκεντρικό λόγο και στο πρότυπο της
κρατικής-εθνικής Εκκλησίας, η εξιδανίκευση της θρησκευτικής και εθνικής
ομοιογένειας που χαρακτήριζε μέχρι πρότινος την Ελλάδα, η επαρχιακού τύπου
εσωστρέφεια, η υποκατάσταση, τέλος, του εκκλησιαστικού από το εθνικό, η οποία
υποκατάσταση στερεί συχνά τη δυνατότητα ουσιαστικής σχέσης με την Εκκλησία και
στους γηγενείς Έλληνες. Γιατί να ενταχθεί κανείς συνειδητά στην Εκκλησία
εφόσον, σύμφωνα με τη λογική αυτή, η ένταξη στην πλειοψηφούσα ευρύτερη ελληνική
κοινότητα αρκεί. Είμαστε πολύ κοντά εδώ σε όσα περί πλειοψηφικής και
μειοψηφικής Ορθοδοξίας ανέφερε στον χαιρετισμό του στη Θεσσαλονίκη ο κ.
Βενιζέλος. Τα παραπάνω πάντως συμπτώματα, δημιουργούν μια συμπαγή, αδιαπέραστη
και προμοντέρνα ταυτότητα, με τάσεις αποκλεισμού της κάθε μορφής ετερότητας.
Αυτές οι διαπιστώσεις εξηγούν και τις συνήθεις στάσεις που υιοθετούν οι
μετανάστες έναντι της κατηχήσεως και της εκκλησιαστικής ζωής εν γένει: είτε
σπεύδουν να βαπτιστούν, επιδιώκοντας μια ντε φάκτο ελληνοποίηση, αλλά
αδιαφορώντας για την κατήχηση και την εκκλησιαστική ζωή· είτε πάλι, όντας
βαπτισμένοι από τις χώρες προέλευσής τους και πολλές φορές με σημαντική βοήθεια
από την πλευρά της Εκκλησίας σε πρακτικά και υλικά ζητήματα, νοιώθουν πως δεν
μπορούν ή δεν πρέπει να πλησιάσουν πιο κοντά, γιατί παρότι χριστιανοί ορθόδοξοι
οι ίδιοι, διαπιστώνουν πως η ταυτότητά και ιδιαιτερότητά τους δεν μπορούν να
γίνουν αποδεκτές από την επικρατούσα «ελληνορθόδοξη» ταυτότητα, πως η καθ’ όλα
θεμιτή πολιτιστική ποικιλία δεν είναι και τόσο ανεκτή. Μένουν έτσι ακατήχητοι
και αβοήθητοι πνευματικά, αρκούμενοι σε μια συμβατική θρησκευτικότητα
παραδοσιακού τύπου. [Απόδειξη: πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, πόσες εκκλησιαστικές,
όχι εθνικοτοπικές, κοινότητες ή συλλόγους ορθοδόξων μεταναστών έχουμε στον τόπο
μας, τη στιγμή που στην Ελλάδα ζουν δεκάδες χιλιάδες μετανάστες προερχόμενοι
από τις κατά παράδοση ορθόδοξες χώρες των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής
Ευρώπης; Ακόμη σημαντικότερο: Πόσοι από αυτούς τους μετανάστες μετέχουν ενεργά των
τοπικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων, σχηματίζουν από κοινού με τους γηγενείς
τοπικές εκκλησίες, όπου φανερώνεται η ενότητα όλων εν Χριστώ, πέρα από εθνικές,
γλωσσικές ή πολιτιστικές διαφορές; Κι όμως, ολόκληρες περιοχές πια του κέντρου
των Αθηνών αλλά και της Θεσσαλονίκης, κατοικούνται αποκλειστικά σχεδόν από
μετανάστες. Θα ήταν πολύ χρήσιμο να μαθαίναμε πώς ζει εκεί η Εκκλησία, από
ποιους αποτελούνται οι ενορίες, ποιοι, πόσοι και πώς μετέχουν της κατηχήσεως,
κλπ.]
Γεννάται όμως μετά από όλα αυτά το ερώτημα: Σε
ποιους απευθύνεται η Εκκλησία με το κατηχητικό της έργο; Ποιος είναι ο λαός της
Εκκλησίας εν τέλει; Σε ποιους ενδιαφέρεται να κηρύξει το ευαγγέλιο της
Βασιλείας και ποιους ενδιαφέρεται να μυήσει στο νέο τρόπο ζωής, στη νέα σχέση
με τον κόσμο, που προτείνει η Ορθοδοξία; Σε μια μερίδα του πληθυσμού, τους
θρησκευόμενους ας πούμε, στον κόσμο των «κατηχητικών» και των θρησκευτικών
οργανώσεων, με άλλα λόγια στους εντός των τειχών; Στους γηγενείς και τους
αυτόχθονες μήπως, και μάλιστα σ’ αυτούς που τα τελευταία χρόνια προκαλούν την
εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία αλλά και την ευρυχωρία και οικουμενικότητα της
ελληνικής μας συνείδησης με τους «αγώνες» τους για τα λάβαρα και τις σημαίες
και με την ύβρη της αξενίας, την οποία δίχως αιδώ περιφέρουν και επιδεικνύουν;
Ή μήπως, σύμφωνα και με τον ακροτελεύτιο στίχο του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου
(28:19), είναι πάντα τα έθνη που καλούμαστε να μαθητεύσουμε «βαπτίζοντες αυτούς
εις το όνομα του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος»; Μήπως λοιπόν εν
τέλει η Εκκλησία απευθύνεται στον εν δυνάμει λαό του Θεού, τον «από γης περάτων
έως των περάτων αυτής» συναθροισθέντα σε ευχαριστιακές
κοινότητες, με τους αυτόχθονες και τους ετερόχθονες, τους γηγενείς και τους
ξένους, τους άνδρες και τις γυναίκες, τους φτωχούς και τους πλούσιους,
προκειμένου να όλοι μαζί να συγκροτήσουν εκκλησία και να φανερώσουν τον καινό
τρόπο υπάρξεως, να πραγματοποιήσουν δηλαδή κατά πρόληψιν την συναγωγή των
διασκορπισμένων τέκνων και εθνών (πρβλ. Ιω. 11:52, Ματθ. 8:11), ή
για να θυμηθούμε τις διατυπώσεις της Διδαχής και του Ευχολογίου του
Σεραπίονος Θμούεως: [«και ώσπερ ο άρτος ούτος εσκορπισμένος ην επάνω των
ορέων και συναχθείς εγένετο εις εν, ούτω και την αγίαν σου εκκλησίαν σύναξον εκ
παντός έθνους και πάσης χώρας και πάσης πόλεως και κώμης και οίκου και ποίησον
μίαν ζώσαν καθολικήν εκκλησίαν».] Μήπως δηλαδή θα πρέπει να ξαναρχίσουμε να
συλλαβίζουμε τα αυτονόητα, συνειδητοποιώντας ότι το κατηχητικό έργο της
Εκκλησίας απευθύνεται σε όλη την οικουμένη, και όχι σε ένα τμήμα ή μέρος της,
όπως οικουμενική και κοσμικών διαστάσεων είναι και η ίδια η αποστολή της
Εκκλησίας, καθώς, για να θυμηθούμε τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο: «το γαρ της
εκκλησίας όνομα ου χωρισμού, αλλ’ ενώσεως εστί και συμφωνίας όνομα». Ή για να
το πούμε με τα λόγια του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, από ένα έργο που έχει έναν
τίτλο και περιεχόμενα αμέσου ενδιαφέροντος για το θέμα μας, τις Μυσταγωγικές
Κατηχήσεις, «εκκλησία δε καλείται φερωνύμως, δια το πάντας εκκαλείσθαι και
ομού συνάγειν».
Μήπως λοιπόν το πρόβλημα είναι ακριβώς πως
θεωρούμε πρόβλημα την παρουσία «ξένων» και μεταναστών ανάμεσά μας, εμείς που
θεωρούμαστε πιστοί μαθητές Εκείνου ο Οποίος ήρθε στον κόσμο ως ξένος, ως
μετανάστης, και ως αλλοδαπός, εμείς που έχουμε ανακηρυχθεί συνεχιστές του έργου
Εκείνου ο Οποίος στο ευαγγέλιο της κρίσεως μας βεβαιώνει με τον πιο
κατηγορηματικό τρόπο πως στο πρόσωπο του ξένου, του φτωχού και του
καταδιωγμένου βλέπουμε την πιο ζωντανή, την πιο αληθινή εικόνα του Θεού; Και
ποιοι αλήθεια είναι οι ξένοι και οι δικοί μας όταν προσπαθούμε να σκεπτόμαστε
και να ζούμε σύμφωνα με τον τρόπο του Χριστού και όχι με τον τρόπο του κόσμου;
[Πόσο λογαριάζουμε στις σχετικές αξιολογήσεις και ιεραρχήσεις μας τα λόγια του
Χριστού: «Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην· ουκ ήλθον
βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν. ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού
και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής, και
εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού. Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ
έστιν μου άξιος, και ο φιλών υιόν ή θυγατέραν υπέρ εμέ ουκ έστιν μου άξιος·
και ος ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ έστιν μου
άξιος. ο ευρών την ψυχήν αυτού απολέσει αυτήν, και ο απολέσας την ψυχήν αυτού
ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν». ]
Είμαστε λοιπόν της γνώμης πως το κατηχητικό έργο της Εκκλησίας δεν μπορεί, να
αποφύγει τη συνάντηση και το διάλογο με τις καινούργιες κοινωνικές και
πολιτισμικές πραγματικότητες του κόσμου μας, όπως η πολυπολιτισμικότητα και η
πολυθρησκευτικότητα. Θα ήταν σαν να αρνούνταν η Εκκλησία τη φύση της και την
αποστολή της, θα ήταν σαν να πρόδιδε το είναι της και την ταυτότητά της. Γιατί
η Εκκλησία δεν υπάρχει για τον εαυτό της αλλά για τον κόσμο και εν τω κόσμω,
χωρίς όμως να είναι εκ του κόσμου: «η Βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου
τούτου», μας θυμίζει ο Ιωάννης (18;36). Γι’ αυτό και η απάντηση στο στοίχημα
της κατηχήσεως σε συνθήκες πολυπολιτισμικότητας και πολυθρησκευτικότητας, θα
πρέπει να δοθεί σε θεολογικό επίπεδο, και αυτή η απάντηση δεν μπορεί να είναι
ούτε η απολυτοποίηση του κόσμου και της Ιστορίας ούτε όμως και η φυγή από τον
κόσμο και την Ιστορία. Με άλλα λόγια, αυτό που μας χρειάζεται επειγόντως για
την κατήχηση, πέρα από την καλή γνώση του κοινωνικού και πολιτισμικού περίγυρου
για την οποία θα μιλήσουμε στη συνέχεια, είναι μια συζήτηση για τα θεολογικά
της κριτήρια. Γιατί η θεολογία, ως η προφητική φωνή και η έκφραση της
αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας δεν μπορεί παρά να λειτουργεί εν αναφορά προς τον
αντινομικό και διφυή χαρακτήρα της τελευταίας. Όπως η Εκκλησία δεν είναι εκ του
κόσμου τούτου, έτσι και η θεολογία αποβλέπει στη διατύπωση μιας εμπειρίας
χαρισματικής και μιας πραγματικότητας υπερβατικής · και όπως η Εκκλησία
ζει και πορεύεται εν τω κόσμω, έτσι και η θεολογία αναζητά το διάλογο και την
επικοινωνία με το εκάστοτε ιστορικό παρόν, δανειζόμενη το λόγο, τη σάρκα και τα
σχήματα της κάθε δεδομένης εποχής, του εκάστοτε ιστορικού παρόντος. Η θεολογία
δεν εξαντλείται ούτε ταυτίζεται με την Ιστορία, αλλά και δεν μπορεί να λειτουργεί
ερήμην της Ιστορίας και κυρίως επιμένοντας να αγνοεί τα διδάγματα της Ιστορίας.
Δίχως αυτή τη διαδικασία της ασύγχυτης όσμωσης και πρόσληψης του κόσμου και της
Ιστορίας, δίχως αυτήν την κίνηση διαλόγου, πορείας και «μαρτυρίας» προς τον
κόσμο, δεν υπάρχει Εκκλησία και θεολογία, δεν υπάρχει αποκάλυψη του Θεού, γιατί
όπως είπαμε η Εκκλησία δεν υπάρχει για τον εαυτό της αλλά για τον κόσμο και
προς χάριν του κόσμου: «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας».
Η αποκάλυψη του Θεού εξάλλου έγινε πάντα μέσα στην κτίση και την Ιστορία, και
όχι σε κάποιο ανιστορικό, άχρονο και απόκοσμο σύμπαν. Όπως σημείωνε προφητικά,
σχεδόν είκοσι χρόνια πριν, ο αείμνηστος θεολόγος Παναγιώτης Νέλλας, ο ιδρυτής
του περιοδικού Σύναξη: «και σήμερα είναι αδύνατο να έχουμε πραγματική
αποκάλυψη του Θεού χωρίς να χρησιμοποιήσουμε σαν αποκαλυπτικό υλικό τις
σημερινές κοινωνικές, πολιτιστικές, επιστημονικές και λοιπές πραγματικότητες.
Είναι αδύνατο ο Θεός να συγ-κινήσει τον άνθρωπο αν δεν αγγίξει τη συγκεκριμένη
ιστορική σάρκα του· είναι αδύνατο να σώσει τον άνθρωπο, αν δεν
μεταμορφώσει τη ζωή του». Προεκτείνοντας και προσαρμόζοντας αυτή
τη θέση στο θέμα μας, θα προσθέταμε λοιπόν πως δεν νοείται θεολογία που να μην
διαλέγεται με τις ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές εκφράσεις του κόσμου
στον οποίο ζει, που να μην προσλαμβάνει δηλαδή «τη σάρκα» του καιρού της, όπως
δεν νοείται και Εκκλησία εσωστρεφής, κλεισμένη στον εαυτό της, που να μην
ανοίγεται στον κόσμο και την Ιστορία, που να μην πραγματοποιεί την κίνηση
εξόδου από τον εαυτό της προς συνάντηση, ευαγγελισμό και μεταμόρφωση του
κόσμου. Αδύνατο λοιπόν να σκεφτούμε την κατήχηση σήμερα ξέχωρα από την
διαμορφούμενη πολυθρησκευτική πολυπολιτισμική κοινωνία, όπως επίσης είναι
ανέφικτο να λειτουργήσει πραγματικά σήμερα η θεολογία αγνοώντας ή
παρακάμπτοντας τις πολυπολιτισμικές πραγματικότητες. Τούτο όμως σημαίνει επίσης
πως η θεολογία δεν μπορεί να ξαναβρεί την προφητική της πνοή και διάσταση, αν
δεν υπερβεί τον εγκλωβισμό στα σχήματα και τη λογική του εθνοκεντρικού λόγου.
Πώς προέκυψαν όμως αυτές οι καινούργιες συνθήκες και τι ακριβώς χαρακτηρίζει
αυτό που ονομάζουμε πολυπολιτισμική πολυθρησκευτική κοινωνία;
Η καταιγιστική εμφάνιση
και εδραίωση ποικίλων ετεροτήτων (εθνικών, φυλετικών, θρησκευτικών,
ιδεολογικών, κοινωνικών, ηλικιακών) στη ζωή των ανθρώπων και των κοινωνιών,
οδήγησαν στην απώλεια του ομογενοποιημένου κοινωνικού χώρου και στη ριζική
μεταμόρφωση των κλειστών παραδοσιακών κοινωνιών. Η οικονομική ανάπτυξη και η
διεθνοποίηση της αγοράς, η επανάσταση της πληροφορικής και η αλματώδης ανάπτυξη
της επικοινωνίας, η ανατροπή του παγκόσμιου διπολικού συστήματος μετά το 1989,
οι ραγδαίες γεωπολιτικές μεταβολές και οι συνακόλουθες πληθυσμιακές
μετακινήσεις, το άνοιγμα των συνόρων και των κοινωνιών, η ελεύθερη κυκλοφορία
ιδεών, προσώπων, εμπορευμάτων κ.λπ., επέφεραν ριζικές ανακατατάξεις με
χαρακτηριστικότερη αυτήν του πολιτισμικού και θρησκευτικού πλουραλισμού, αλλά
και αναμίξεις πληθυσμών και πολιτισμών, καθιστώντας επείγον και επίκαιρο το
αίτημα της θρησκευτικής συνύπαρξης και του διαλόγου των θρησκειών και των
πολιτισμών. Παράλληλα, η προϊούσα ολοκλήρωση του φαινομένου της εκκοσμίκευσης,
με την χειραφέτηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής από την εκκλησιαστική
επιρροή, ασκεί όλο και περισσότερο πίεση για την υποχώρηση της κυρίαρχης θέσης
των θρησκειών –πολύ περισσότερο της μιας θρησκείας– από τη δημόσια σφαίρα.
Επιπλέον –παρά τις περί του αντιθέτου
εντυπώσεις, με φαινόμενα τύπου επιστροφής στη θρησκεία, την παράδοση κλπ, ή
τονισμού των πατροπαράδοτων δεσμών Εκκλησίας και έθνους– θα πρέπει να ληφθεί
σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία, αργά αλλά σταθερά,
ακολουθώντας την γενικότερη ευρωπαϊκή τάση, αποχριστιανίζεται τόσο στην κλίμακα
των δημοσίων αξιών, όσο και στο επίπεδο της καθημερινότητας, της οικογενειακής
ζωής, των προσωπικών επιλογών και αξιών, του τρόπου του βίου. Στη δίνη των
παραπάνω εξελίξεων, μέσα σε μια δεκαετία η Ελλάδα, από παραδοσιακή χώρα
εξαγωγής μεταναστών, μετατράπηκε ξαφνικά σε χώρα μαζικής υποδοχής μεταναστών,
με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το ζήτημα της
ετερότητας και το δικαίωμα στη διαφορά που θεωρούνται του λοιπού θεμελιώδεις
κανόνες για την ειρηνική και δημιουργική συνύπαρξη. Βέβαια, η «νέα αυτή
πραγματικότητα» δεν είναι τελικά απολύτως νέα, καθώς από την ιστορία γνωρίζουμε
ότι σχεδόν παντού και πάντοτε –και ιδιαίτερα στις μεγάλες πολυεθνικές
αυτοκρατορίες της Μεσογείου και της Κεντρικής Ευρώπης– είχαμε ανάμειξη φυλών,
γλωσσών, θρησκειών και πολιτισμών. Για να είμαστε μάλιστα ακριβείς, μάλλον το
αντίθετο μοιάζει να είναι αληθινό, καθώς από τη σκοπιά της μακροϊστορίας,
περιπτώσεις εθνικά ομοιογενών μονοπολιτισμικών κοινωνιών ή κρατών, όπως η
νεώτερη Ελλάδα, αποτελούν εξαίρεση και διάλειμμα στην παγκόσμια ιστορία. Για τη
χώρα μας, βέβαια, αυτές οι αλλαγές συνιστούν ένα τεράστιο άλμα, αν σκεφτεί
κανείς ότι από το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας έχουν περάσει μόλις
τριάντα χρόνια, ενώ η μετάβαση από το μοντέλο του αυταρχικού μετεμφυλιακού
εθνοκεντρικού κράτους στο καθεστώς της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας
ευρωπαϊκού τύπου, είναι ακόμη πιο πρόσφατη. Έτσι, η βασική πρόκληση που
καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα η πολυπολιτισμική πια ελληνική κοινωνία
μοιάζει να αφορά κυρίως στην οργάνωση των σχέσεων μεταξύ των ντόπιων και των
αλλοδαπών κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η συνάντησή τους να μην οδηγήσει σε
συγκρούσεις, αλλά στην αλληλογνωριμία, την αμοιβαία κατανόηση και τη
δημιουργική αλληλεπίδραση των πολιτισμών τους. Μεγάλο μέρος ευθύνης για την
υλοποίηση αυτού του στόχου πέφτει και στην Εκκλησία, η οποία με τη θεολογία και
την λατρεία της, με το ποιμαντικό και φιλανθρωπικό της έργο, και βέβαια με την
κατήχηση, καλείται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη δημιουργία προϋποθέσεων
αποδοχής και αναγνώρισης του πλουραλισμού και της ετερότητας ως βασικών
γνωρισμάτων του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Είναι λοιπόν επείγουσα
ανάγκη η συνειδητοποίηση των παραπάνω αλλαγών και μεταβολών εκ μέρους της
Εκκλησίας, καθώς τούτο θα βοηθούσε τα μέγιστα στην θεολογική αποτίμηση και
αξιολόγηση του παρόντος, στο κατηχητικό και ποιμαντικό της έργο, αλλά και στην
εν γένει μαρτυρία της στον κόσμο με τον οποίο επιζητεί να διαλεχθεί.
Τούτο σημαίνει πρωτίστως
να ξαναβρεί η κατήχηση την πρωταρχική της λειτουργία ως συνειδητής και
ελεύθερης προπαρασκευής και προετοιμασίας για την εισδοχή στην Εκκλησία. Εκτός
από τη διδαχή και την μύηση στη λατρευτική ζωή, η προπαρασκευή αυτή συνεπαγόταν
την μετάνοια και την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης για την ύπαρξη του κακού
στον κόσμο, τον αναπροσανατολισμό σύνολης της ύπαρξης, των αξιών και των
προτεραιοτήτων, προκειμένου να αποτελέσει κανείς μέλος του νέου εκλεκτού λαού
του Θεού, της νέας πατρίδας, της εσχατολογικής κοινότητας που
αυτοπροσδιορίστηκε εντός της Ιστορίας ως Εκκλησία. Δεν μπορεί να υπάρξει
κατήχηση δίχως την μετάνοια, δίχως μιαν αίσθηση απώλειας και έλλειψης
πνευματικής. Γι΄ αυτό και δεν υπάρχει μετάνοια εκεί όπου επικρατεί η πνευματική
αυτάρκεια και ο αυτοδικαιωτικός λόγος, εκεί όπου ανθούν τα στερεότυπα της φυλής
και του έθνους, τα υμνολόγια στα κατορθώματα και τις αρετές των προγόνων, εκεί
όπου βρίσκουν άσυλο οι διάφορες μορφές συλλογικού εγωισμού, όπως ο εθνικισμός,
για να θυμηθούμε τον Τσβετάν Τόντοροφ. Η μετάνοια είναι μία δυναμική κίνηση
αλλαγής και ανατροπής, ένα γεγονός πνευματικής τάξεως, ένα υπαρξιακό άνοιγμα
που κάνει χώρο για να υπάρξει ο κατεξοχήν «Άλλος» και «Ξένος», ο Θεός, όπως και
η εικόνα Του, ο κάθε «άλλος» και «ξένος», ο κάθε συνάνθρωπος, ο πλησίον. Χωρίς
αυτήν την κίνηση και αυτό το άνοιγμα ούτε λόγος για μετάνοια μπορεί να γίνει,
αλλά ούτε και λόγος για κατήχηση. Υπ’ αυτήν την έννοια, η κατήχηση δεν μπορεί
και δεν πρέπει να έχει σχέση ούτε με ομαδικές εισδοχές λαών και εθνών στην
Εκκλησία, τις περισσότερες φορές υπαγορευμένες από τους εκάστοτε ηγεμόνες, ούτε
με μαζικούς «εκχριστιανισμούς» αλλοδαπών, με άδηλα κίνητρα και κριτήρια. Αξίζει στη συνάφεια αυτή να σημειώσουμε πως αν
και το ευαγγελικό κήρυγμα απευθύνεται εις πάντα τα έθνη, η αποδοχή αυτού του κηρύγματος και η ένταξη στο
εκκλησιαστικό σώμα δεν γίνεται με
βάση τις συλλογικότητες του λάου και του έθνους, άλλα με βάση μία απόλυτα προσωπική πράξη, ελεύθερη από κάθε είδους βιολογικό, πολιτιστικό και εθνικό
προκαθορισμό. Γι' αυτό το ριζικά
καινούργιο που κομίζει ο εκκλησιαστικός τρόπος του βίου είναι η προσωπική κλήση
που απευθύνει ο Θεός δια του Ιησού
Χριστού για ευαγγελισμό, για συνάντηση και σχέση μαζί Του, καθώς και η απάντηση σε αυτήν την κλήση που είναι
επίσης προσωπική. [Περιττεύει να
τονίσουμε, μετά και τις δεκάδες μελέτες πού έχουν γραφτεί στον τόπο μας για τη
θεολογία του προσώπου, ότι προσωπική
δεν σημαίνει ατομική άλλα ούτε και συλλογική· ότι η προσωπική κλήση και η ανταπόκριση σ’ αυτήν την
κλήση δεν είναι ιδρυτική ούτε του ατομικισμού ούτε του κολλεκτιβισμού, άλλα
της εκκλησιαστικής κοινωνίας των προσώπων, της κοινωνίας των αγίων.] Υπερβαίνοντας λοιπόν ό,τι
συνέβαινε στην ΠΔ, όπου η κλήση και
η συμφωνία-διαθήκη του Θεού με το λαό Του τον Ισραήλ, παρότι δεν αγνοούσαν το προσωπικό στοιχείο, ήταν αδιανόητες
χωρίς την έννοια του έθνους ή του περιούσιου λαού, χωρίς τη σχέση με τη γη των πατέρων, η Κ.Δ. μοιάζει να αγνοεί αυτή την προοπτική.
Πράγματι,
η κλήση που μας απευθύνει ο Ιησούς Χριστός είναι προσωπική και δεν απευθύνεται σε κάποια
συλλογικότητα τύπου έθνους, φυλής, λαού
κ.λπ. Προϋποθέτει την μετάνοια, την ριζική αλλαγή της υπάρξεως [και επιδιώκει
να προκαλέσει ένα προσωπικό διάβημα, μια καινούργια στάση και αξιολόγηση
απέναντι στα πράγματα, απέναντι στις αρχές και τις εξουσίες του αιώνος τούτου.]
Όλο το κήρυγμα του Ιησού περιέχει μια κλήση, ένα αποφασιστικό όσο και
επαναστατικό κάλεσμα να τον ακολουθήσουμε σε μια νέα οδό που έχει το τίμημά
της, και που απαιτεί μια γενναία, απολύτως προσωπική απόφαση και τοποθέτηση:
«όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού
και ακολουθήτω μοι. Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν·
ος δ’ αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν». Μια τέτοια
απόφαση δεν λαμβάνεται ούτε προβλέπεται στο πλαίσιο της οποιασδήποτε
συλλογικότητας, και μάλιστα αυτής του έθνους ή του λαού, γιατί τότε θα έπαυε να
είναι ελεύθερη, θα μύριζε ολοκληρωτισμό, θα έχανε με άλλα λόγια το νόημά της.
[Είναι γνωστό εξάλλου ότι υπάρχουν «πολλοί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί», και
τούτο συμβαίνει γιατί η κλήση να ακολουθήσουμε τον Ιησού, η πρόσκληση μετοχής
στη Βασιλεία Του, είναι απολύτως προσωπική· κινητοποιεί και συγκινεί
κάποιους, ενώ κάποιους άλλους τους αφήνει αδιάφορους.] Έτσι, η κλήση των
δώδεκα που
ακολουθείται από την ανάλογη πρόσκληση που απευθύνει ο Ιησούς και σε άλλους, η μεταστροφή του Παύλου στο δρόμο προς τη
Δαμασκό, η
παραβολή του καλού Σαμαρείτη, η
συνάντηση του Ιησού με τον Ζακχαίο, την ειδωλολάτρισσα Χαναναία, το Ρωμαίο εκατόνταρχο ή ακόμη με τη
Σαμαρείτισσα στο φρέαρ του Ιακώβ, για να σταθούμε σε ορισμένα ευαγγελικά παραδείγματα, όχι μόνον συνιστούν απολύτως προσωπικά γεγονότα και επιλογές
που δεν διαμεσολαβούνται από θρησκευτικές, εθνικές, γλωσσικές, πολιτιστικές ή ταξικές συλλογικότητες, αλλά πολύ συχνά οι
παραπάνω προσωπικές επιλογές
στρέφονται εναντίον των συγκεκριμένων συλλογικοτήτων ή παραβιάζουν τα πλαίσια
και τα όρια πού αυτές έχουν θέσει.
Στην Κ.Δ. δεν υφίσταται η συλλογικότητα του έθνους και η προτεραιότητα του περιούσιου λαού, όχι
γιατί προβάλλεται κάποια υποτιθέμενη ιδιωτική θρησκευτικότητα ή ατομική εκδοχή της πίστης και της σωτηρίας, αλλά γιατί η
μόνη συλλογικότητα που αναγνωρίζεται είναι η Εκκλησία, ο νέος Ισραήλ, ο νέος λαός του Θεού, που συνιστά όμως γένος
πνευματικό. Ο λαός αυτός συγκροτείται
λοιπόν όχι με κριτήρια φυλετικά, εθνικά, γλωσσικά ή πολιτιστικά, αλλά με την εισδοχή στο Σώμα του Χριστού και με ορίζοντα την οικουμενικότητα και την
καθολικότητα.
Στην παρούσα λοιπόν
συνάφεια της πολυπολιτισμικότητας και πολυθρησκευτικότητας, θα αποτελούσαν
νομίζουμε ουσιαστική προσφορά προς το κατηχητικό έργο της Εκκλησίας οι παρακάτω
ιδέες και προτάσεις:
·
Η ένταση της διαλογικής ετοιμότητας της
Εκκλησίας και της θεολογίας.
·
Η αναγνώριση και αποδοχή του πολιτισμικού
και θρησκευτικού πλουραλισμού, η διακήρυξη της εμμονής στην συνύπαρξη με τον άλλο,
η σοβαρή θεολογική προσέγγιση και σπουδή στο θέμα της ετερότητας, της υποδοχής
και αποδοχής του άλλου, του ξένου, του διαφορετικού, που σύμφωνα
με την βιβλική και θεολογική παράδοση ενσαρκώνει τον πιο πολύτιμο και ακριβό
εαυτό μας, την ζωντανή εικόνα του Θεού, το κριτήριο επαλήθευσης για τη
γνησιότητα της πίστης μας.
·
Ο τονισμός της καθολικότητας και
οικουμενικότητας της Εκκλησίας, η απαλλαγή της από τον εθνοκεντρικό και
εσωστρεφή αμυντικό λόγο, η προτεραιότητα στη θεολογία της τοπικής Εκκλησίας,
σύμφωνα και με την παράδοση της ορθόδοξης εκκλησιολογίας, ώστε να φανερωθεί εκ
νέου η Εκκλησία ως η υπέρβαση των διασπάσεων της πεπτωκυίας φύσεως, ως η
επισυναγωγή των διασκορπισμένων τέκνων του Θεού. Θα δείξει έτσι έμπρακτα η
Εκκλησία ότι «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ
ένι άρσεν και θήλυ». Ίσως η πρώτη και άμεση συνέπεια αυτής της αλλαγής στάσης
θα ήταν να μπορέσει να αγκαλιάσει και ενσωματώσει η Εκκλησία της Ελλάδος και
τους ορθόδοξους μετανάστες που προέρχονται από άλλες χώρες.
·
Η αυτονόητη και επείγουσα πια επιμόρφωση των
κληρικών, των κατηχητών και των στελεχών του ποιμαντικού έργου στις νέες
κοινωνικές και πολιτισμικές πραγματικότητες.
·
Η άσκηση του κατηχητικού έργου στους
μετανάστες με πολλή διάκριση και ευαισθησία, με σεβασμό στην ετερότητα και την
προσωπικότητα καθενός, μακριά από ζηλωτικούς προσηλυτισμούς και θρησκευτικούς
ιμπεριαλισμούς.
·
Η σύνδεση της κατήχησης όχι μόνο με τη
ρηματική διδαχή, αλλά και με την θετική στάση και αποδοχή του διαφορετικού, με
την έμπρακτη αγάπη και αλληλεγγύη, ως φανέρωση του εκκλησιαστικού τρόπου ζωής
και της εκκλησιαστικής κατανόησης του κοινωνείν.
·
Η συνεργασία με φορείς της Εκκλησίας, της
πολιτείας, της κοινωνίας των πολιτών ή της ακαδημαϊκής κοινότητας που
δραστηριοποιούνται σε αυτή την κατεύθυνση.
·
Η ενίσχυση του κοινωνικού και φιλανθρωπικού
έργου της Εκκλησίας προς την κατεύθυνση της κοινωνικής συνοχής και της χωρίς
θρησκευτικές ή εθνικές διακρίσεις αλληλεγγύης.
[Εμείς, οι σημερινοί
Έλληνες και ορθόδοξοι των πολυπολιτισμικών κοινωνιών του 21ου αιώνα,
που φιλοδοξούμε να κατηχήσουμε και να φωτίσουμε τους άλλους, τους ξένους, πώς
τοποθετούμαστε στην κλήση-πρόσκληση που μας απευθύνει ο Ιησούς; Γιατί
εξακολουθούμε να είμαστε χριστιανοί; Λόγω παραδόσεως ή λόγω εκλογής; Γιατί
δηλώνουμε ορθόδοξοι χριστιανοί; Επειδή αυτό είναι στοιχείο της ταυτότητάς μας
και της κουλτούρας μας, επειδή αυτό είναι εγγεγραμμένο στα γονίδια του Έλληνα,
όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, ή επειδή το διαλέξαμε να είμαστε (όχι κατ’ ανάγκην
μόνο την στιγμή της βάπτισής μας). Τι σημαίνουν για εμάς τα μεγάλα
γεγονότα-σταθμοί της θείας οικονομίας που η Εκκλησία μας τα προβάλλει με τις
μεγάλες γιορτές; Ανήκουν στην τάξη του εθίμου, του παραδοσιακού φολκλόρ (με την
έννοια του «έτσι το βρήκαμε από τους παλιούς και το συνεχίζουμε» κλπ), όπως όλο
και περισσότεροι συμπατριώτες μας δηλώνουν αμήχανα ενώπιον της τηλεοπτικής
κάμερας στην περίφημη ερώτηση: «Τι είναι για εσάς τα Χριστούγεννα, το Πάσχα»
κλπ. Είναι με άλλα λόγια η μετοχή μας στην ορθόδοξη πίστη έθιμο, μέρος ενός
εθνικού φολκλόρ ή συνειδητή και απόλυτα προσωπική επιλογή με το ανάλογο κόστος
και τις ανάλογες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η μετάνοια και η κατήχηση;
Κανείς δεν μπορεί στα σοβαρά να αμφισβητήσει τον αυτονόητο δεσμό Ορθοδοξίας και
Ελληνισμού. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η Ορθοδοξία καθόρισε ή καλύτερα
συνδιαμόρφωσε την νεοελληνική ταυτότητα. Αλλά ως χριστιανοί αρκούμαστε με αυτό;
Μια τέτοια εκδοχή Ορθοδοξίας καλύπτει αυτό που πραγματικά είναι η πίστη μας,
και πόσο χώρο αφήνει για την υποδοχή του ξένου, του άλλου, του διαφορετικού; Σε
ποιους απευθύνεται εν τέλει και η ίδια η Εκκλησία στον τόπο μας; Μόνο στους
Έλληνες; Είναι εθνική ή τοπική Εκκλησία; Είναι η Εκκλησία των Ελλήνων ή η
Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα, που αγκαλιάζει γηγενείς και μετανάστες, Έλληνες
και ξένους, εικονίζοντας και προετοιμάζοντας τη Βασιλεία του Θεού;. Σε αυτούς
τους ξένους, σε αυτούς τους άλλους, που τόσο περιφρονητικά αποκαλούμε Αλβανούς,
γύφτους, Ρώσους κλπ, πότε επιτέλους θα απευθυνθεί στα σοβαρά η Εκκλησία μας;
Πότε θα τους αγγίξει ο λόγος μας, η κατήχησή και η ποιμαντική διακονία μας;]
Τα ερωτήματα πολλά και
πελώρια και ήδη ο χρόνος πέρασε. Θα χρειαστεί ούτως ή άλλως να επανέλθουμε.
Οφείλουμε όμως κλείνοντας να σημειώσουμε πως η παρένθεση που άνοιξε το 1453
πρέπει επειγόντως να κλείσει και η Εκκλησία να ξαναγυρίσει στην κυρίως αποστολή
της που είναι ο ευαγγελισμός και η μεταμόρφωση του κόσμου και του ανθρώπου, το
κήρυγμα της ερχόμενης Βασιλείας του Θεού για τη σωτηρία και την αποκατάσταση
όλης της κτίσης. Η Εκκλησία είναι πορεία προς τα Έσχατα και όχι επιστροφή στην
ένδοξη και πονεμένη ιστορία του Βυζαντίου/Ρωμιοσύνης, της Τουρκοκρατίας ή του
Νέου Ελληνισμού.
Όπως πολύ σωστά διαφαίνεται από τον τίτλο ήδη
της διημερίδας, η πολυπολιτισμικότητα δεν είναι μόνο απειλή, αλλά και θετική
πρόκληση για την Εκκλησία και την θεολογία.
Το ουσιαστικό έργο που
έχει να επιτελέσει η εκκλησιαστική κατήχηση είναι το έργο της ιεραποστολής, της
αποστολής και της μαρτυρίας μας στον κόσμο για να κηρύξουμε το ευαγγέλιο της
Βασιλείας, τον καινούργιο κόσμο του Θεού που εγκαινιάστηκε ήδη με τη Σάρκωση,
την Ανάσταση και την Πεντηκοστή, και αναμένεται να ολοκληρωθεί στα έσχατα.
Σκοπός της αποστολής αυτής, όπως εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής Π. Βασιλειάδης
στο εμπνευσμένο βιβλίο του: Μετανεωτερικότητα και Εκκλησία, Η πρόκληση της
Ορθοδοξίας, δεν είναι ο επιθετικού τύπου
προσηλυτισμός ή θρησκευτικός ιμπεριαλισμός, αλλά η ζώσα και διακονούσα μαρτυρία
για την ζωή της κοινωνίας που βιώνει η Εκκλησία, μαρτυρία αγάπης, καταλλαγής
και συναδέλφωσης με τον τριαδικό Θεό –και κατά το πρότυπο του Τριαδικού Θεού–
και με τους συνανθρώπους μας. Γι’ αυτό και σκοπός της χριστιανικής ιεραποστολής
είναι να μεταδώσει κάτι από τη ζωή της Τριάδος, από την ζωή της κοινωνίας που
ενυπάρχει εντός της Εκκλησίας. Πόσες όμως από τις εκκλησίες μας και τις ενορίες
μας είναι εις θέση να μαρτυρήσουν μια τέτοια μαρτυρία; Όλα αυτά δεν
προϋποθέτουν την ύπαρξη ενοριών/ζωντανών ευχαριστιακών κοινοτήτων και όχι
παραρτημάτων ενός θεσμοποιημένου γραφειοκρατικού μηχανισμού, που αν εξαιρέσουμε
το φιλανθρωπικό τους έργο που συχνά είναι όντως σημαντικό, δεν βλέπουν και δεν
φαντάζονται άλλη αποστολή για τον εαυτό τους πέρα από τη συντήρηση της εθνικής
ταυτότητας και συνέχειας;
Την αντίθεση στην
επιθετική αυτή θρησκευτικότητα, που προτάσσει τον αποκλεισμό, την αμαρτία και
αποτυχία του άλλου έναντι του πνεύματος αυτομεμψίας, συγ-χωρήσεως και υποδοχής
του άλλου, του ξένου, εξέφρασε διαχρονικά η εκκλησιαστική και θεολογική
αυτοσυνειδησία, όπως χαρακτηριστικά διατυπώνεται τούτο στο τροπάριο του πλάγιου
α΄ ήχου του όρθρου του Μ. Σαββάτου (διαβάζεται το εσπέρας της Μ. Παρασκευής):
«Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν τω
του Σωτήρος θανάτω, ο Ιωσήφ θεασάμενος, προσήλθε τω Πιλάτω και καθικετεύει
λέγων· δος μοι τούτον τον ξένον, τον εκ φρέφους ως ξένον ξενωθέντα
εν κόσμω· δος μοι τούτον τον ξένον, ον ομόφυλοι μισούντες θανατούσιν ως
ξένον· δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπων του θανάτου το ξένον·
δος μοι τούτον τον ξένον, όστις οίδεν ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους·
δος μοι τούτον τον ξένον, ον Εβραίοι τω φθόνω αποξένωσαν κόσμω·δος μοι
τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη·
δος μοι τούτον τον ξένον, ον η Μήτηρ ορώσα νεκρωθέντα, εβόα· Ω Υιέ και Θεέ
μου, ει και τα σπλάχνα τιτρώσκομαι και καρδίαν σπαράττομαι νεκρόν σε καθορώσα,
αλλά τη ση αναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου